Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2013

Γράμμα σε μια φίλη... που δεν στάλθηκε!

Τελικά μετά από αρκετό καιρό, καταπιάνομαι να σου γράψω.
Είναι Σαββάτο, κοντεύει 8:30 το πρωί, γύρισα πριν μια ώρα απ'τον Ξενώνα. Το μυαλό να δουλεύει περίεργα, εγώ να αισθάνομαι περίεργα και μ'αυτό τον βροχερό καιρό, όλη αυτή η περίεργη κατάσταση να θυμίζει σκηνή "X-Files"!
Aπορώ που το βρίσκω το χιούμορ! Και το πιο περίεργο απ' όλα είναι ότι χθες βράδυ στον Ξενώνα, είχε έρθει ο Στράτος. Η συζήτησή μας, ήταν περίεργη, καθώς κι οι αποφάσεις μας! Η αλήθεια είναι ότι εδώ και πέντε μέρες, έχω γίνει κουρέλι κι απλά ζητούσα την αφορμή για να ξεσπάσω.
Ας πάρω τα πράγματα απ'την αρχή. Είδες σου' χα πει πως ο Στράτος χώρισε απ' την Εύα. Η αλήθεια είναι ότι δεν μου προκάλεσε εντύπωση μιας και θεώρησα πως πρόκειτε για κάποιο διάλειμμα στην σχέση τους και μετά... προς τη δόξα τραβούν! Ο ίδιος με διαβεβαίωσε πως δεν υπάρχει περίπτωση επανασύνδεσης. Χάρηκα. Αλλά χάρηκα, υπό την σκέψη πως επιτέλους κάποιος θα με επισκέπτεται στο σπίτι για καφέ ή φαγητό ή για κανά παιχνίδι στο playstation. Όπως κι έγινε. Έτσι λοπόν η μοναξιά μου είχε σπάσει χάρη στην παρουσία του. Που τι παρέα να βρω; Η Βάνα έχει την μπέμπα της (ένα γλυκύτατο μωρό, που' χει κλέψει την καρδιά μου) και η Πέγκυ έχει τα παιδιά της (ο μικρός της άρχισε το δημοτικό). Η Βούλα χαίρεται τον έρωτά της με τον Γιάννη (και καλά κάνει) κι ο Γιάννης (ο αδερφός μου) είναι στο Ηράκλειο με την δικιά του, που χαίρονται τον ερωτά τους! Έτσι λοιπόν παρέμεινα μόνη μου, σπάζοντας καμιά φορά την ερημική ζωή μου, πηγαίνοντας συχνά στο σινεμά (να φανταστείς με έμαθαν κι όλο χαμόγελα μου είναι στο ταμείο και τον έλεγχο των εισητηρίων) ή στην αγορά ή για να κανά καφέ (μεσημεράκι) ή καμιά επίσκεψη στην Βάνα, όπως κι έγινε την Τρίτη.

Κοιτάζω τις αποδείξεις με τις δόσεις και διαπιστώνω πως πρέπει να πληρώσω για το μοτορόλα. Λέω του Στράτου, καθώς θα πήγαινε το απόγευμα στην δουλειά του, να με πάει μέχρι το "One Way" και μετά στην αδερφή του και το βράδυ να περνούσε να με πάρει να με πάει σπίτι. Έτσι κι έγινε. Στη διαδρομή κουβεντιάζαμε και μου'λεγε πως θέλει να μείνει μόνος για λίγο, γιατί νιώθει κουρασμένος κι ότι του λείπει η διασκέδαση με τους γνωστούς, οι επισκέψεις στα ξαδέρφια του στην Αθήνα, οι έξοδοι με τους γονείς του. Του λέω κι εγώ "Αν ποτέ σκεφτείς το θέμα 'γυναίκα' προσφέρομαι. Μόνος εσύ, μόνη εγώ, τι θα έλεγες να ενώναμε τις μοναξιές μας να φτιάχναμε μια τεράστια έρημο;". Γέλασε, αλλά επέμεινε στο να μείνει μόνος για λίγο. Ήταν μια φιλική κουβέντα, χωρίς υπονοούμενα, για να στο ξεκαθαρίσω. 

Στης Βάνας που πήγα όμως, για πρώτη φορά έδραξα την ευκαιρία για να δω και πως θα αντιδρούσε σ'ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Η Βάνα περνά κι αυτή μια περίεργη φάση με το γάμο της. Ο άντρας της ο Σπύρος δεν έχει φίλους κι αυτός, έχει και να δώσει εξετάσεις για να πάρει τον βαθμό (από αστυφύλακας σ'αστυνόμο) και συν τοις άλλοις προσπαθεί να την πείσει να φύγουν να πάνε στο χωριό του, όπου είναι οι φίλοι του, οι συγγενείς του, οι γονείς του, τ'αδέρφια του. Άσε δε που τον ενόχλεισε που η Βάνα επέστρεψε στην δουλειά της. Που η κοπέλα πηγαίνει 3 φορές την εβδομάδα, απογεύματα. Η αλήθεια είναι ότι της έκανε καλό αυτό.
Η αλήθεια πάντως είναι ότι ο Σπύρος και η Βάνα είναι παντελώς διαφορετικοί -η νύχτα με την μέρα και προφανώς τώρα η Βιβή σκέφτεται πως είναι πολύ σημαντικό σε μια σχέση, να ταιριάζει σε κάποια πράγματα το ζευγάρι.

Κάναμε λοιπόν κουβέντα για τον αδερφό της και της είπα για την κουβέντα "μόνος-μόνη" που 'χαμε με τον Στράτο. Περίμενα ν'αρχίσει τα ειρωνικά σχόλια, όπως κάνει όταν κάτι δεν το θέλει. Το αντίθετο όμως: "Γιατί όχι; Τα ίδια γούστα έχετε, την ίδια τρέλα κουβαλάτε. Θα είσαστε το ιδανικό ζευγάρι". Η αλήθεια είναι ότι τα λόγια της μου έφτιαξαν το κέφι περισσότερο, όμως υπερίσχυε η σκέψη πως για να γίνει κάτι με τον αδερφό της, απέχουμε έτη φωτός.
Και ήρθε το βράδυ ο Στράτος να με πάρει. Ήταν σκοτεινά βγαίνοντας απ' το σπίτι της Βάνας, κάνω να μπω στ' αυτοκίνητο -στη θέση του συνοδηγού- και διαπιστώνω πως ήταν μία άλλη γυναίκα. Κατ' αρχήν τα' χασα, αλλά μετά σκέφτηκα πως ίσως έκανα εγώ λάθος. Βλέπεις ο Σπύρος κι ο διπλανός γείτονας έχουν Cordoba. Διαπίστωσα πως ήτανο Στράτος. Μπαίνω μέσα κι αρχίζουν οι συστάσεις. Αλεξάνδρα - Μαρίνα και τούμπαλιν! Η Αλεξάνδρα είναι συνάδελφος του Στράτου. "Ξέρεις η Μαρίνα είναι αυτή που μου τηλεφωνεί συνέχεια στη δουλειά" της λέει, συμπληρώνοντας πως είμαι στο ραδιόφωνο και τις διάφορες μπαρούφες εντυπωσιαμού που μου σπάνε τα νεύρα.
Φτάνοντας στο σπίτι, αισθάνθηκα άσχημα. Άρχισα λοιπόν να το επεξεργάζομαι το θέμα, το αν θα είναι μόνος ή όχι κι ότι εγώ καλά θα κάνω να κοιτάζω τα δικά μου, άσε δε που μπορεί και να μην συμβαίνει κάτι απλά να την εξυπηρέτησε την κοπέλα πηγαίνοντάς την σπίτι. Και ησύχασα. Την άλλη μέρα:

Πάω στο ραδιόφωνο με καλή διάθεση. Κοιτάζω όμως πω το λουκέτο του σάκου μου με τα CDs είναι ανοιχτό. Αγριεύω. Ελέγχω και διαπιστώνω με μια γρήγορη ματιά πως δεν λείπει cd. Μια ακροάτρια μου ζητά τραγούδι. Προσπαθώ να βρω το cd που νόμιζα ότι το έχω και διαπιστώνω πως λείπει. Αυτό ήταν. Το λέω στον Αναστάση και μου λέει πως θα βρεθεί το cd ο κόσμος να 'ρθει τούμπα. Δεν μου έκανε κέφι να μιλήσω στην εκπομπή. Μετά από λίγο δέχομαι τηλεφώνημα απ'τον Ξενώνα: "Ξέρεις στις 11 είχαμε συνάντηση. Γιατί δεν ήσουν;". Παίρνω ανάποδες: "Δεν υπήρχε ανακοίνωση, δεν σημειώθηκε στην λογοδοσία, δεν με πήρατε τηλέφωνο να με ειδοποιήσετε... Έπρεπε να μυρίσω τα νύχια μου για να μάθω ότι έχουμε συνάντηση;". Αυτό ήταν λοιπόν η αφορμή για να ξεσπάσω γενικότερα. Η διάθεσή μου χάλασε παντελώς. Και στο μυαλό μου ερχόταν μόνιμα η εικόνα της Αλεξάνδρας στ' αυτοκίνητο του Στράτου, η παράλογη απαίτηση του Ξενώνα, η μοναξιά μου. Γυρίζω σπίτι το μεσημέρι και το πρώτο που κάνω είναι να κατεβάσω νηστική 2 ποτήρια ουίσκι. Ζητάω απ'τον Στράτο αν πάει σε πελάτες για μέτρα το μεσημέρι, να με πάρει μαζί του, πριν μου στρίψει τελείως. Δέχεται. Στην διαδρομή προσπαθούσε να καταλάβει. "Μην το ψάχνεις. Θέλω με τη βόλτα να ξεχαστώ λίγο". Κατέβαινε στους πελάτες κι εγώ έκλαιγα εκεί μέσα στ' αυτοκίνητο, με το μυαλό μπερδεμένο. Έγινε κλόουν, διασκευάζοντας τα δικά του προβλήματα σ' αστεία για να γελάσω. Και το κατάφερε. Δάκρυσα απ' τα γέλια.
Στην επιστροφή του ζήτησα να 'ρθει τ' απόγευμα απ' το σπίτι. Είχε και ποδόσφαιρο και του είπα θα το βλέπαμε παρέα. Απλά δεν ήθελα να 'μαι μόνη μου. Θα προσπαθούσε, μου είπε, γιατί είχε να πάει και σ' ένα γνωστό του. Όσο περνούσε η ώρα, τόσο εγώ σιγά-σιγά, κατέβαζα ουίσκι. Παραπάνω από μισό μπουκάλι το' χα κατεβάσει. Κι έκλαιγα συνέχεια, λέγοντας στον εαυτό μου "Πρέπει να συνηθίσεις πια. Είσαι μόνη σου". Οι σκέψεις μπερδεύονταν στο μαυλό μου κι αυτό που ήθελα εκείνη την στιγμή ήταν να 'ναι εκείνος εδώ, να μ' αγγαλιάσει. Μόνο αυτό. Στέλνω μήνυμα στον Αναστάση, πως δεν θα πάω για εκπομπή την επόμενη ημέρα κι αμέσως μετά μήνυμα στον Στράτο πως τον θέλω μόνο για 5'. Έρχεται. Με βλέπει λιώμα και σαστίζει. Παίρνει το μπουκάλι μ' ότι είχε απομείνει και το κρύβει κι αρχίζει το κύρηγμα: "Ξεκόλα. Κοίτα γύρω σου. Κάνε ένα ταξίδι. Γράφτα όλα και φύγε". Όσο μου τα έλεγε, τόσο με πλήγωνε. Κι έκλαιγα: "Είναι φορές που θες έναν φίλο να σου συμπαρασταθεί και δεν τον έχεις. Να θες να σ' αγγαλιάσει κάποιος και να μην τον έχεις. Ξέρεις πως είναι; Πονάει. Αν θες να μάθεις πως είναι η μοναξιά, ρώτα εμένα που'χω πείρα", του είπα. "Τσάμπα ήρθα. Δεν βγάζω άκρη με σένα. Μαρίνα ηρέμησε. Άσε το ποτό και πέσε για ύπνο, θα σου κάνει καλό". "Σου ζήτησα να έρθεις για μια αγγαλιά, για τίποτε άλλο", "Αυτό μπορώ να στο προσφέρω, δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο όμως" μου είπε και μ' αγγάλιασε. Ένοιωσα όμορφα και δεν ήθελα να μ' αφήσει. Είχε όμως και τον φίλο του, να περιμένει από κάτω στ' αυτοκίνητο. Με ξαναγγάλιασε και με συμβούλεψε να πέσω για ύπνο. Έφυγε. Και τότε άρχισαν τα χειρότερα. Βρήκα το μπουκάλι, αδειάζοντας την παραμικρή σταγόνα. Θυμήθηκα ότι είχα κι άλλα ποτά. Βότκα. Βρήκα κι άλλο ουίσκι. Ήταν μόνο ένα ποτηράκι. Το 'πια. Και ξάπλωσα στον καναπέ. Μιλούσα στον εαυτό μου και στις εικόνες της τηλεόρασης που έπαιζε χωρίς ήχο. Είχα γίνει ένα θηλυκός Ορέστης Μακρής στον "Μεθύστακα". Έπεσα για ύπνο, χωρίς να σταματάω να κλαίω.

Το πρωί το στόμα μου κολούσε για νερό και το κεφάλι μου βούιζε. Το πρώτο που έκανα ήταν να ξετρυπώσω τα γράμματα του. Πήρα ένα τυχαία κι έπεσα σε αυτό που έλεγε: "Τώρα που άνοιξες τα ματάκια σου και βλέπεις τον κόσμο διαφορετικό γύρω σου...". Κοίταζα τα κινητά, μήπως μου' χε αφήσει μήνυμα. Τίποτε. Ούτε τηλεφώνησε. Ντύθηκα και κατέβηκα στην αγορά. Έβγαλα λεφτά απ'την τράπεζα και τράβηξα για το σούπερ μάρκετ, αγοράζοντας άλλο μπουκάλι ουίσκι και γύρισα σπίτι. Το κοίταζα, αλλά δεν είχα διάθεση να πιω και την παραμικρή σταγόνα. Περνούσαν οι ώρες και ήθελα να τον δω, να του μιλήσω. Ένοιωθα την ανάγκη πια να του μιλήσω. Του 'στειλα μήνυμα λέγοντάς του να μη με αποξενώσει αυτή την στιγμή. Είναι μια κρίση που δεν μπορώ να την ξεπεράσω μόνη μου και θέλω έναν φίλο δίπλα μου. Μου είπε πως: "Δεν γίνεται, είμαι κομμάτια από χθες". Αναρωτήθηκα αν το προκάλεσα εγώ ή να ήταν από καμιά κρασοκατάνυξη με το Νάσο σε κανά κουτούκι. Αισθανόμουν σαν να μου είχαν δέσει χέρια και πόδια μαζί. Έφερνα βόλτες στο σπίτι κι όλα με πλάκωναν. Τ' απόγευμα αποφάσισα να πάω σινεμά. "Το κλάμα βγήκε απ' τον παράδεισο". Άρα θα κλάψουμε, σκέφτηκα. Μόνο που το κλάμα, μετατράπηκε σε γέλιο κι αυτές οι 2 ώρες ήταν λυτρωτικές μ' εξαίρεση το διάλειμμα, που κοιτούσα συνεχώς το κινητό για μήνυμα, να ρωτήσει αν είμαι καλά. Αυτό και τίποτε άλλο. Γύρισα σπίτι μ' ένα στομάχι να διαμαρτύρεται απ' την ασιτία. Δύο ημέρες δεν είχα βάλει μπουκιά στο στόμα μου. Κοίταζα τα μήλα που έχω κι αντί να τα δω σαν μια λιχουδιά στιγμιαία ένιωσα κόμπο στο λαιμό και μόνο στην σκέψη να φάω βαρυστομάχιασα! Του ξανάστειλα μήνυμα: "Ούτε μισή ώρα δεν μπορείς να διαθέσεις;". Κι η απάντησή του: "Για απόψε όχι, έχω κανονίσει. Αύριο βλέπουμε". Σκέφτηκα πως ίσως είχε κανονίσει με τους γονείς του να βγουν σε καμιά γιορτή, των Αγ. Αναργύρων ήταν. Στην σκέψη αυτή ησύχαρα. Παρηγοριά στον άρρωστο βέβαια, αν ήθελε έστω 5-10' θα ερχόταν. Ξάπλωσα στον καναπέ, κουκουλώθηκα και κλαίγοντας για την μοναξιά μου, έκανα ζάπινγκ.

Η επόμενη ημέρα, ήταν πιο ήρεμη. Ελαφρώς ήρεμη! Αλλά η σκέψη πια τυρανούσε. Ήμουν μόνη μου κι αυτός που μου 'χε απομείνει το 'χε βάλει στα πόδια με την πρώτη δυσκολία. Γυρίζω απ' το ραδιόφωνο και του στέλνω μήνυμα σε ύστατη προσπάθεια να μην τον χάσω. Είναι η αδυναμία που του έχω και δεν θέλω κάτι τέτοιο. "Το μεσημέρι σε περιμένω οπωσδήποτε. Μετά, πριν την δουλειά σου τ' απόγευμα, με πετάς στην αγορά". Για κάμποση ώρα, δεν δέχθηκα καμιά απάντηση. Κι απέφυγα να σκεφτώ οτιδήποτε. Μου τηλεφώνησε, λεγοντάς μου πως δεν θα έφευγε απ' το μαγαζί γιατί είχε πελάτες και περίμενε πελάτες κι απ' την Αθήνα. "Καλά θα σου τηλεφωνήσω τ' απόγευμα", του είπα. Όπως κι έγινε και δεν μου αρνήθηκε να έρθει. Ήμουν έτοιμη ν' ακούσω την οποιαδήποτε πρόφαση για να μ' αποφύγει. Αλλά δεν το έκανε. Τελείωσα όλες τις δουλειές μου στον Ξενώνα και τον περίμενα, πίνοντας ένα ποτήρι παγωμένο κρασί. Έβαλα στο κασσεττόφωνο να παίζει η κασσέττα με την πρωινή ηχογραφημένη εκπομπή και χάζευα τις εικόνες στην τηλεόραση. Η αλήθεια είναι ότι ήθελα να του πω πολλά, να του δώσω εξηγήσεις σε πράγματα που μου 'λεγε το προχθεσινό βράδυ και φυσικά να μου πει δυο καθησυχαστικά λόγια, να με κάνει να ηρεμήσω. Ήρθε. Δεν ξέρω, αλλά μου κόβει τα πόδια όταν τον βλέπω με κοστούμι. Έχει παχύνει κιόλας και μ' αρέσει περισσότερο. Άρχισα να του εξηγώ για τις μέχρι τώρα γνωριμίες μου και πως βάδισαν και που σκάλωναν. Προχθές θυμήθηκε τον Σωτήρη και με ρωτούσε γιατί να μην προχωρήσω την γνωριμία. Του το θύμησα και του εξήγησα: πως όταν θέλουμε να έχουμε κάποια σχέση -γιατί ο άλλος [Σωτήρης] έτσι ονόμαζε την γνωριμία μας- πρέπει να συμμετέχουν δύο και να σέβεται ο ένας τις επιθυμίες του άλλου. "Εγώ δεν γούσταρα να πάω μαζί του απ' την πρώτη συνάντηση. Δεν έπρεπε λοιπόν να σεβαστεί την εξήγηση που κάνω, δηλαδή να περιμένει και θα 'ρθει από μόνο του και το σεξ;". Άρχισε μετά να μου λέει να εκμεταλλευτώ το ραδιόφωνο, προτείνοντάς μου όπου έχω γνωστό d.j. να πίνω το ποτό μου, να κάνω χαβαλέ και ίσως έρθει και η παρέα (κάτι για μένα δηλαδή). Τον ρωτάω αν είμαι άνθρωπος που θα το κάνει. "Τότε γιατί έχεις τα μάτια σου κλειστά και δεν κοιτάς γύρω σου". Έβαλα τα γέλια. "Τότε πως προέκυψαν αυτές οι γνωριμίες; Ήρθαν έτσι ξαφνικά λες; Απλά κοίταξα κι αποφάσισα να μην κλωτσήσω τις ευκαιρίες, άσχετα αν αποδείχθηκαν άχρηστες, μ' εξαίρεση τον Νϊκο...", ο οποίος εδώ που τα λέμε Χριστίνα, εκείνος είχε κάνει κι ένα τηλέφωνο όταν κατέβηκε από Θεσσαλονίκη, μόνο που εγώ δεν του τηλεφώνησα καν, αλλά δεν βαριέσαι. Καλή του ώρα...
"Ε! Δεν μπορώ να κάνω κάτι" μου είπε. "Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να μην χάνεσαι. Να βγαίνουμε που και που, να τα λέμε και φυσικά να 'σαι κοντά μου στα δύσκολα". "Δεν είμαι;", είχε το θράσσος να ρωτήσει. "Πόσες φορές έχουμε κάτσει να συζητήσουμε για μένα; Πόσες φορές σου τηλεφώνησα για συμπαράσταση, για έναν καλό λόγο ν' ακούσω από σενα;". Έσκυψε το κεφάλι γιατί είχα δίκιο. Τι να πει; "Μαρίνα γιατί παίζεις με τις λέξεις; Αφού αλλού είναι το πρόβλημα" μου είπε. "Ναι; Για πες μου;" τον ρώτησα. "Παίζεις με τις λέξεις και δεν λες τι είναι αυτό που πραγματικά έγινε ότι έγινε" μου λέει. "Είναι πολλά: φίλοι, γονείς, σπίτι, δουλειά. Οι φίλοι χαμένοι, οι γονείς σχεδόν "ανύπαρκτοι", ένα σπίτι για τελείωμα, μία δουλειά που πρέπει να μαντεύεις πότε συγκεντρώνεται το προσωπικό." του λέω. "Και κάτι που είναι μια επιθυμία, αλλά δεν γίνεται αληθινή", μου είπε. "Δηλαδή; Εξηγήσέ μου" του ξαναλέω. "Δεν θα ήθελες να κάνουμε μια σχέση;". Γέλασα και μ' έπνιξε το τσιγάρο που με κέρασε. Η κουβέντα σήκωνε τσιγάρο και το πήρα. "Αυτό δεν είναι;" με ρώτησε. "Και θέλεις ν' απαντήσω για το τι θέλω; Έχω ξεκαθαρίσει μέσα μου, πως εσύ είσαι αλλού". Γέλασε. Κι εκεί η κουβέντα πήρε άλλη τροπή. "Μαρίνα ξέρεις ότι δεν μπορώ να κάνω κάτι. Γνωριζόμαστε από μικρά παιδιά, σε ξέρω κι ένας παραπάνω λόγος είναι ο αδερφός σου. Τον σέβομαι. Μου 'χει σταθεί. Κάτι δεν πήγαινε καλά με την Εύα και μ' έβαλε κάτω ο αδερφός σου μου 'πε δυο πράγματα. Τα κατάλαβα, τα βρήκα στην πορεία κι αν δεν με πήρε από κάτω που χώρισα, ήταν χάρη στον Γιάννη. Πως λοιπόν να γίνει κάτι μεταξύ μας;". Δεν περίμενα ν' ανοιχτεί έτσι. Ήταν όμως η σειρά μου να του πω δυο πράγματα: "Έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τότε. Ο Γιάννης έχει αλλάξει και δεν είναι αυτός που θα στραβοκοιτάξει και θα θυμώσει με το αν φλερτάρουμε με κάποιον φίλο του. Τον Γιάννη τον νοιάζει να 'μαι εγώ καλά, να 'χω κάποιον δίπλα μου που να περνώ καλά μαζί του κι ας είναι και φίλος του. Άλλωστε του 'χω πει ότι δεν θα έλεγα καθόλου "όχι" στο να κάνουμε κάτι μαζί, εσύ κι εγώ. Δεν είναι πια τα πράγματα τόσο καχύποπτα όπως τότε. Κι η αλήθεια είναι ότι όταν είμαι μαζί σου αισθάνομαι όμορφα. Μου λες να φύγω, να κάνω ένα ταξίδι για να ηρεμήσω. Δεν έχει νόημα να το κάνω μόνη μου. Πάλι μόνη μου θα είμαι. Έρχεσαι μαζί μου; Μ' ακολουθείς; Όπως θες να χαλαρώσεις και να περάσεις καλά εσύ, θέλω κι εγώ. Και μιας κι ο λόγος για τον Γιάννη, πάμε Ηράκλειο; Να του κάνουμε έκπληξη στα γενέθλιά του;". Περίμενα να μου πει'όχι δεν γίνεται'. Όμως του άρεσε η ιδέα και συμφώνησε να το κάνουμε το ταξίδι. Εκεί χαλάρωσα Χριστίνα μου. Αρκεί τώρα να του δώσει το αφεντικό του την άδεια που δικαιούται, γιατί του 'χει πέσει και δουλειά στο μαγαζί. Τηλεφώνησε και στον Γιάννη, αλλά δεν του είπε τίποτε για την κάθοδο.
Βρήκα και την ευκαιρία να του κάνω στενό μαρκάρισμα του Στράτου. Κάθισα δίπλα του: "Να σε πάρω αγγαλίτσα" του λέω. "Τώρα με φέρνεις σε δύσκολη θέση" μου λέει κι έρχεται κοντά μου. "Γιατί σε φέρνω σε δύσκολη θέση; Δεν θα έπρεπε να είμαστε πιο κοντά εμείς οι δύο και να μην κρατάμε αυτές τις αποστάσεις; Τόσα χρόνια που γνωριζόμαστε;". Δεν μίλησε. Του χάϊδεψα τα μαλλια και του άρεσε. Δεν έμεινε όμως πολύ. Του χτύπησε μηνυμα ένας φίλος του και θα πήγαιναν για ποτό. Ήδη βρισκόταν 2 ώρες στον Ξενώνα. Την ώρα του αποχαιρετισμού του λέω: "Έτσι φεύγεις;". Και τον στριμώχνω στην πόρτα. Του ζήτησα να μ' αγγαλιάσει. "Μαρίνα με δυσκολεύεις" επέμεινε καθώς μ' αγγάλιαζε. "Το δύσκολο θα ήταν να μη με ήξερες" τον έσφιξα και τον φίλησα στον λαιμό. Τον χάίδεψα στην πλάτη φιλικά, τον κοίταξα στα μάτια και του το 'πα: "Σ' αγαπώ πολύ-πολύ". "Κάνεις πιο δύσκολα τα πράγματα" μου είπε την ώρα που άνοιγε την πόρτα. "Διευκολύνω τα πράγματα. Καλά να περάσεις. Τηλεφώνησέ μου". Κι έφυγε.

Σήμερα πια -επόμενη ημέρα, αισθάνομαι περίεργα. Δεν του 'χω στείλει κανένα μήνυμα, δεν του τηλεφώνησα (είναι 15:24 το μεσημέρι πια) και δεν σκοπεύω να το κάνω, ακόμη κι αύριο. Από Δευτέρα και βλέπουμε.

Αυτά ήταν όλα τα καθέκαστα με την φιλενάδα σου. Με τις υγείες μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια :