Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2008

44. Mίλησε του!




Ένα κουβάρι! Η ζωή μου έτσι ήταν! Ένα κουβάρι μπλεγμένο. Ο κόσμος μου ανύπαρκτος κι εγώ ριγμένη στην δουλειά για να μην σκέφτομαι. Αυτό που είχα μέσα μου πονούσε πολύ περισσότερο απ’ όταν είχα την εντύπωση ότι ήμουν ερωτευμένη με τον Γιώργο. Δεν ήταν έρωτας τελικά αυτό που νόμιζα πως είχα για τον Γιώργο κάποτε, παρά ένα εφηβικό καπρίτσιο, ενθουσιασμένη από έναν άνθρωπο που αγαπούσε το ραδιόφωνο με πάθος. Ο έρωτας στην χειρότερη μορφή του πονάει και σε τσακίζει και δεν σου αφήνει περιθώρια να δεις παραπέρα. Αγάπησα τον Στράτο με όλη την δύναμη της ψυχής μου και το κόστος αυτής της αγάπης ήταν να τον αφήσω ελεύθερο απ’ την δική μου παρουσία. Δεν μπορούσα να τον πνίγω με τα δικά μου αισθήματα. Είχε κάνει τις επιλογές του και τις σεβόμουν, ακριβώς επειδή τον αγαπούσα. Είχα παραμείνει μακριά του. Πάντα πήγαινα από όπου δεν θα περνούσε. Δεν ήθελα έστω και τυχαία να τον συναντήσω.
Στην δουλειά με είχαν σε ένα συνεχές τρέξιμο και σε συνεχής αλλαγές πόστων. Ακολουθούσαν την γνωστή διαδικασία του ψυχολογικού πολέμου. Τις οικονομικές δυσχέρειες και την κρίση της αγοράς την πληρώναμε εμείς οι υφιστάμενοι. Είχαν σκοπό να διώξουν κι άλλο κόσμο. Και πάντα κοίταζαν να βρουν τους τρόπους χωρίς να τους κοστίσει δραχμή. Δεν είχα το μυαλό να ασχοληθώ με το θέμα. Κοίταζα την δουλειά μου και μόνο κι αν τυχόν μου ανέθεταν κάτι άσχετο από αυτή, το έβγαζα πέρα προς απογοήτευση δική τους. Ίσως αν συναισθηματικά ήμουν αλλιώς να μην είχα το μυαλό να ανταποκριθώ, αλλά για να μην θυμάμαι και πονάω επέλεγα να ασχολούμαι με τις αγγαρείες.

Είχαν περάσει δύο μήνες περίπου απ’ την τελευταία φορά που τον είχα δει. Πλησίαζε το Πάσχα. Ο αδερφός μου αφού έκλεισε η σχολή στην Ρόδο λόγω των γιορτών ανέβηκε να τις περάσει μαζί μας. Ήθελε με την ευκαιρία των διακοπών αυτών να κανονίσει να δουλέψει το καλοκαίρι μετά το τέλος της εξεταστικής, για λίγο, για να εξασφαλίσει ένα ποσό για το επόμενο έτος σπουδών, για τα πρώτα έξοδα του σε βιβλία, αντίγραφα σημειώσεων και λοιπά. Σε μια απ’ τις συναντήσεις μας για καφέ με ρώτησε και τι έκανε ο φίλος του. Δεν είχα κάτι να του πω. Δικαιολογήθηκα πως ήμουν πολύ φορτωμένη με δουλειά και δεν ήξερα που βρισκόταν και τι έκανε. Του πρότεινα να του τηλεφωνήσει αν ήθελε να μάθει τα νέα του φίλου του. Ο αδερφός μου με κοιτούσε περίεργα. Δεν ξέρω γιατί. Ήθελα να του μιλήσω για το τι γινόταν μέσα μου, αλλά τώρα πια… τι νόημα θα είχε; Θα με έλεγε ‘χαζή’, ‘ηλίθια’ ή δεν ξέρω κι εγώ τι που αφέθηκα να περιμένω να γίνει κάτι με τον φίλο του. Το προσπέρασε το θέμα και δεν ρώτησε περισσότερα. Όμως στην επιστροφή φάνηκε ότι ήθελε να μάθει. Είχαμε πάρει το βανάκι των γονιών μου για μια βόλτα και ήταν ευκαιρία έτσι για τον αδερφό μου στην επιστροφή να παρακάμψει για να βγει στο καθαριστήριο του πατέρα του Στράτου. Όταν κατάλαβα που πήγαινε δαγκώθηκα. Δεν ήθελα. Του είπα να με πάει στο σπίτι να με αφήσει πρώτα, αλλά δεν το έκανε αφού το μαγαζί ήταν στον δρόμο μας. Την στιγμή που πάρκαρε ο αδερφός μου απέναντι κοίταξα μέσα στο καθαριστήριο. Ο Στράτος δεν ήταν εκεί. Τουλάχιστον μπροστά. Αν ήταν όμως πίσω και ετοίμαζε ρούχα για πλύσιμο; Δεν ήθελα να τον δω. Δεν γινόταν να τον δω. Θα μου ήταν απίστευτα δύσκολο να είμαι ‘φίλη’ την στιγμή που πια είχα χαθεί απ’ την ζωή του. Θα έπρεπε να προσποιηθώ. Δεν μου έμενε να κάνω κάτι άλλο. Δεν γινόταν να αφήσω σύξυλο τον αδερφό μου εκεί και να σηκωθώ να φύγω προσποιούμενη ότι έχω δουλειά και πνίγομαι. Ήταν άλλωστε μια μέρα που λόγω συντήρησης των μηχανημάτων εκπομπής του ραδιοφώνου, όλο το προσωπικό είχε ρεπό. «Μαρίνα μείνε δυνατή και αντιμετώπισέ το» σκέφτηκα και προχώρησα πίσω απ’ τον αδερφό μου.
Μετά τα απαραίτητα ‘τι κάνετε – πως είστε – πως περνάτε’, η κουβέντα μπήκε στο ζουμί της: Στράτος και προβλήματα! Η μητέρα του Στράτου η κυρά Σταυρούλα ήταν χειμαρρώδης και μαζί της συμφωνούσε κι ο πατέρας του που καθόταν στο γραφείο του και κάπνιζε. Τα προβλήματα ξεκινούσαν απ’ την συμπεριφορά του Στράτου και την εμμονή του με την Δανάη. Ο αδερφός μου ακούγοντας τα νέα του φίλου του είχε μείνει άφωνος. Δεν είχε κάτι να δικαιολογήσει στον φίλο του. Ναι μεν ήξερε πόσο πεισματάρης ήταν κι ήθελε να κάνει το δικό του, το να μην υπολογίζει όμως κανέναν και να μην ακούει κανέναν, ήταν κάτι που τον ξάφνιαζε. Η κυρά Σταυρούλα είχε στραφεί σε μένα και μου μιλούσε για το τι επικρατούσε μέσα στο σπίτι τους και ήταν σαν να έβλεπε στο πρόσωπό μου την φίλη που ήταν ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στους γονείς του Στράτου και τον ίδιο. Μου ζητούσε βοήθεια. Αυτό που ήξερα ήταν πως εγώ δεν έπρεπε να είμαι εκεί και ούτε να παίξω τον ρόλο του διαπραγματευτή. Ήθελα να είμαι μακριά απ’ τον Στράτο –άλλωστε του είχα υποσχεθεί πως δεν θα τον ξαναενοχλούσα- αφού είχε κάνει τις επιλογές του: σωστές ή λανθασμένες, δεν έπαυαν να είναι οι δικές του επιλογές.
- Μαρίνα δεν ξέρω τι σου έχει πει ο Στράτος, πάντως τα πράγματα είναι χειρότερα απ’ ότι ξέρεις.
Μα πως της πέρασε απ’ το μυαλό ότι εγώ κι ο γιος της είχαμε επαφές;
- Κυρά Σταυρούλα έχω να δω πολύ καιρό τον Στράτο. Απ’ την πρώτη μέρα που ήρθε εδώ όταν απολύθηκε.
Με κοίταξε παραξενεμένη. Τι της είχε πει άραγε και θεωρούσε η γυναίκα ότι εγώ κι ο γιος της είχαμε επικοινωνία; Αισθάνθηκα άσχημα. Ο αδερφός μου δεν μπορούμε να αρθρώσει λέξη με όσα άκουγε, όταν:
- Όλα αυτά που λέτε είναι για τον Στράτο; Είναι σίγουρο αυτό; Απόρησε για τον φίλο του.
Ο κυρ Μιχάλης επιβεβαίωσε τον αδερφό μου και σηκώθηκε και έφυγε για το καφενείο παρά δίπλα. Δεν μπορούσε να ακούει περισσότερα για τα καμώματα του γιου του!
- Κι όμως Γιάννη μου δεν θα τον αναγνωρίσεις τον φίλο σου. Είπε η κυρά Σταυρούλα και έκατσε στην θέση του γραφείου που καθόταν πριν ο άντρας της.
- Μα… Δεν καταλαβαίνω!
Ο αδερφός μου δεν μπορούσε να πιστέψει ότι άκουγε. Πως ήταν δυνατόν να έχει αλλάξει τόσο ο Στράτος; Ήξερε ότι ήταν άστατος, ότι είχε μονίμως κόντρες με τους γονιούς του αλλά τελικά τι ήταν αυτό που τον έκανε να μην είναι όπως τον ήξερε;
- Δυο μήνες είναι που απολύθηκε και όλο αυτό το διάστημα τον ακούμε μόνο να κυκλοφορεί στο σπίτι. Όλη μέρα κι όλη νύχτα είναι με την άλλη. Ούτε τηλέφωνο μας κάνει να ξέρουμε αν είναι καλά κι όταν τον δούμε και του λέμε να κάτσει μαζί μας παρέα μας, θυμώνει και σηκώνεται και φεύγει.
Η κυρά Σταυρούλα είχε γίνει χείμαρρος παραπόνων και πιο πίσω η Βάνα την άκουγε και την υποστήριζε. Δεν μπορεί μια οικογένεια ολόκληρη να τα έχει βάλει με τον Στράτο; Σίγουρα τα πράγματα είχαν φτάσει στο ζενίθ τους!
- Άμα περνάει καλά με την κοπέλα του, γιατί δεν κάνετε λίγη υπομονή μέχρι να κατασταλάξει; Κάποια στιγμή θα το καταλάβει και θα το σκεφτεί.
Είπα. Καθόμουν και τον δικαιολογούσα αν και η συμπεριφορά της Δανάης την τελευταία φορά που είχαμε βγει για καφέ μου έδειχνε πως θα υπήρχαν προβλήματα.
- Είπαμε να κάνουμε μία υποχώρηση και να δεχθούμε το γεγονός ότι η Δανάη, ναι είναι το κορίτσι του Στράτου. Της φερόμαστε με τον καλύτερο τρόπο, ενώ αυτή δεν δείχνει να έχει τέτοια πρόθεση και παρεξηγείτε με ότι κι αν της πουν. Μια μέρα της ζητήσαμε μια μικρή βοήθεια εδώ στο μαγαζί που είχαν έρθει με τον Στράτο και θύμωσε λέγοντας ότι δεν είχε δουλειά στις ξένες δουλειές. Είναι απάντηση αυτή; Δηλαδή αν σου ζητούσα μια μικρή εξυπηρέτηση, να πάρεις αυτό εδώ –και μου έδειξε ένα στυλό- και να το πας πιο κει, είναι τόσο κακό; Δεν ξέρουμε πώς να της μιλήσουμε!
- Κυρά Σταυρούλα μήπως είσαι λίγο υπερβολική; Επειδή δεν σου έκανε μια χάρη σημαίνει κι ότι είναι η χειρότερη; Την ρώτησε ο Γιάννης.
- Όταν δεις τον φίλο σου και δεις πως συμπεριφέρεται τότε θα με καταλάβεις. Γιατί συνήθως τα προβλήματα ξεκινάνε από εμάς τις γυναίκες. Εμείς έχουμε την δύναμη να φτιάξουμε έναν άντρα όπως και να τον χαλάσουμε.
- Επειδή ο Στράτος φέρεται κάπως επιπόλαια δεν σημαίνει ότι μπορεί να είναι εξαιτίας της Δανάης.
Είπα με την σειρά μου και δεν καταλάβαινα γιατί έπαιρνα το μέρος της, μιας και την είχα ζήσει την συμπεριφορά της.
- Μαρίνα η κατάσταση έχει ξεφύγει. Κι έχω αρρωστήσει και δεν έχω άλλη υπομονή. Έχει κι αυτή τα όρια της. Προσπαθώ να συγκρατήσω τον Μιχάλη. Είναι θυμωμένος πάρα πολύ και δεν θέλω να πληγωθεί ο Στράτος. Δεν το ‘χω σε τίποτε αν συνεχιστεί η κατάσταση να την βουτήξω απ’ το μαλλί και να την πετάξω έξω απ’ το σπίτι του. Δεν φτάνει που έχει το παιδί μου είναι και συνέχεια στο σπίτι μου και δεν την θέλω. Δεν ξέρω πια τι να πω. Μάγια του ‘χει κάνει;
- Δεν ξέρω τι να πω κυρά Σταυρούλα. Έτσι όπως μας τα λες δείχνει ότι είναι κολλημένοι ο ένας στον άλλο. Δεν είναι κακό αυτό. Είπα για να την καθησυχάσω.
- Δεν είναι κακό; Τον έχει συνέχεια στα πόδια της και τον βάζει στα λόγια! Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα να σου βάζουν λόγια για να τσακώνεσαι με τους δικούς σου, με το παραμικρό. Μας ανακατεύει συνέχεια. Μιλάει σε μένα και μου κατηγορεί την Βάνα, μιλάει στην Βάνα και κατηγορεί τον Στράτο, μιλάει στον Στράτο και μας κατηγορεί όλους. Είναι σωστά πράγματα αυτά; Να πει την γνώμη της σε κάτι το καταλαβαίνω, αλλά όχι να λέει άλλα σε μας κι άλλα στον Στράτο. Κι εκείνος την πιστεύει και συνέχεια τσακώνεται μαζί μας.
Δεν ήθελα να πιστέψω όλα όσα μου έλεγε η μητέρα του Στράτου. Όμως μιλούσε τόσο αγανακτισμένα που την πίστευα. Δεν είχα τι άλλο να πω. Να της δικαιολογήσω την Δανάη πήγαινε πολύ. Δεν γινόταν γιατί κι εγώ είχα εισπράξει έναν απίστευτο αρνητισμό. Αναρωτιόμουν αν ποτέ μέσα στην όλη φασαρία της ζωής του Στράτου είχα περάσει σαν μια μικρή σκέψη του, σαν κάτι θετικό.
- Μάλλον την αγαπάει τόσο πολύ που δεν βλέπει τίποτε άλλο γύρω του.
Είπα και η λέξη ‘αγαπάει’ με τσίμπησε στην καρδιά. Αναρωτιέμαι γιατί η ζωή παίζει τέτοια παιχνίδια ώστε την αγάπη να την κερδίζουν αβίαστα άνθρωποι που δεν της φέρονται με αξιοπρέπεια;
- Στενοχωριέμαι που το λέω αυτό Μαρίνα, αλλά δυστυχώς.
Τι να περνούσε άραγε αυτή η μάνα με τον γιο της που είχε βάλει παρωπίδες για χάρη του έρωτά του; Δεν καταλάβαινα γιατί σε αυτή την περίπτωση κυβερνούσε το πείσμα τον Στράτο κι όχι η διπλωματία του; Που πήγαν οι τρόποι του, του να χειριστεί ο ίδιος την κατάσταση αναλόγως και να μην πληγώνονται όλοι απ’ τις αδέξιες συμπεριφορές τους;
- Ο Στράτος μου είχε πει όταν την γνώρισε ότι είναι κάτι ‘ξεχωριστό’. Είπα.
- Ποια είναι ξεχωριστή; Το τσουλί; Είπε θυμωμένα η κυρά Σταυρούλα.
- Γιατί την αποκαλείς έτσι τώρα; Της είπε ο Γιάννης αυτή την φορά.
- Ποια έξυπνη και λογική κοπέλα θα πήγαινε να κοιμηθεί στο σπίτι του αγοριού της με τους γονείς του μέσα; Που είναι ο σεβασμός; Και καλά πες ότι τον αγαπάει τρελά κι αυτή και δεν την νοιάζει τίποτε και κανένας. Οι γονείς της; που είναι οι γονείς της; Δεν αναρωτήθηκαν έστω μια φορά που είναι η κόρη τους; Τι ψέματα έχει αραδιάσει στους ανθρώπους ώστε να είναι όλη την μέρα με τον γιο μου;
- Αν το ξέρουν ότι κοιμάται σε σας;
- Αυτό να μου πεις, αλλά δεν νομίζω ότι ξέρουν τίποτε. Μια μέρα μου κουβάλησε στο σπίτι μια αδερφή της λέει –δεν ξέρω κι αν ήταν αδερφή της- για επίσκεψη και αυτή λέει ξέρει τα πάντα. Είμαι στο σπίτι μου και δεν ξέρω ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει. Το πιστεύεις; Τέτοιο κορίτσι νομίζεις θέλω εγώ για τον Στράτο; Εγώ θέλω μια καλή κοπέλα σαν εσένα κορίτσι μου.
Ξεροκατάπια. Με ξάφνιασε. Δεν με ήξερε τόσο καλά πως έβγαζε ένα τέτοιο συμπέρασμα; Πως ήξερε αν δεν ήμουν κι εγώ σαν την Δανάη; Μπήκαν καχυποψίες στο μυαλό μου μήπως τελικά η οικογένεια του Στράτου ήξερε πολλά περισσότερα για μένα παρά εγώ. Μήπως ο ίδιος τους είχε μιλήσει για μένα; «Μαρίνα σύνελθε».
- Απ’ την στενοχώρια μου ανεβάζω πίεση –συνέχισε η κυρά Σταυρούλα ακάθεκτη. Θα με βρει κάνα εγκεφαλικό νέα γυναίκα. Μαρίνα γιατί δεν του μιλάς εσύ; Εσένα σε ακούει.
Γέλασα. Δεν γινόταν να μην γελάσω. Ακούς με ‘ακούει’. Αν άκουγε τις κραυγές της καρδιάς μου, σίγουρα δεν θα γίνονταν τέτοιες ανατροπές στην ζωή τους. Δεν θα υπήρχε η Δανάη στην ζωή τους. Το σίγουρο ήταν ότι δεν μπορούσα να του μιλήσω. Έπρεπε να τηρήσω την υπόσχεσή μου απέναντί του.
- Κυρά Σταυρούλα δεν μπορώ να κάνω κάτι. Πρώτον έχω να τον δω πολύ καιρό και έτσι είναι σαν να μην ξέρω τίποτε από όλα όσα μας είπες σήμερα κι έπειτα δεν έχω το δικαίωμα.
- Το ‘χεις!
- Δεν είναι έτσι απλά όπως το λες. Δεν έχω το δικαίωμα να επέμβω στην ζωή του. Δεν είναι μικρό παιδί για να τον πιάσω απ’ το αυτί και να συνειδητοποιήσει τι γίνεται. Νομίζω πως ξέρει τι γίνεται.
- Η άλλη Μαρίνα μου τότε με τι δικαίωμα μπήκε στην ζωή μας με το έτσι θέλω;
- Μπήκε απ’ την στιγμή που ο Στράτος είναι ο άνθρωπός της και ήθελε να σας γνωρίσει.
- Εσύ όμως έχεις περισσότερα δικαιώματα από εκείνη.
- Μα πως; Τι περισσότερα μπορώ να έχω εγώ; Από πού κι ως που;
- Είσαι φίλη του. Κι ο Στράτος υπολογίζει στην φιλία. Κι απ’ την άλλη στο δίνω εγώ το δικαίωμα αν εκεί κολλάς. Αρκεί να του μιλήσεις. Εσένα σε ακούει.
Αισθανόμουν άσχημα που βρισκόμουν εκεί και που θα έπρεπε ξαφνικά να γίνω ‘φίλη’ στον Στράτο μετά την τελευταία μας συνάντηση και να του μιλήσω. Πόσο ψεύτικη θα πρέπει να γίνω απέναντί του για χάρη των δικών του; Η κυρά Σταυρούλα με κοιτούσε στα μάτια με επιμονή και περίμενε να δείξω θετική ανταπόκριση. Πίσω της η Βάνα περίμενε την απάντησή μου. Γιατί θα έπρεπε να το υποστώ εγώ και δεν ζητούσε απ’ τον αδερφό μου να του μιλήσει; Αλλιώς θα μιλούσε ο Γιάννης στον Στράτο απ’ ότι εγώ και θα ήταν πολύ πιο αποτελεσματικός. Με κοιτούσαν όλοι και αισθανόμουν σαν να βρισκόμουν στην μέση μιας δύνης που θα έπρεπε να βάλω όλη μου την δύναμη για να ξεφύγω. Έτσι αισθανόμουν αυτή την στιγμή. Αντί να το βάλω στα πόδια καθόμουν εκεί καθηλωμένη κάτω απ’ το βλέμμα όλων να περιμένουν την απάντησή μου. Από εμένα. Την φίλη! Δεν είχα το δικαίωμα να παρέμβω. Του είχα υποσχεθεί πως θα μείνω μακριά του. «Τι να κάνω Θεέ μου; Γιατί θα πρέπει να βγάλω εγώ το φίδι απ’ την τρύπα; Εμένα ποιος με έσωσε απ’ τον Στράτο για να σώσω τώρα εγώ εκείνον;». Όμως πως μπορούσα να αρνηθώ; Η ‘αδυναμία’ μάνας και γιου ήταν αμοιβαία. Ο αδερφός μου μού είχε πει παλιότερα πως η σχέση τους δεν ήταν και τόσο σαν γονιός προς παιδί κι αντίστροφά, αλλά υπήρχε ένα κομμάτι φιλίας δυνατό και η εμπιστοσύνη μεταξύ τους αμοιβαία. Θυμάμαι…




Ένα βράδυ που επέστρεφα από μια έξοδο με την φίλη μου τη Βούλα χωρίσαμε όταν κάποιος γείτονας της μας πέτυχε στον δρόμο και προθυμοποιήθηκε να την πάει με το αυτοκίνητό του μέχρι το σπίτι της. Αν και μου ζήτησε ο άνθρωπος να κάνει το ίδιο και για μένα, τον ευχαρίστησα, είπα στην Βούλα να πάει μαζί του κι ότι εγώ ήθελα να κοιτάξω για λίγο τις βιτρίνες μιας και είχα σκοπό να πάω σπίτι περπατώντας. Όταν πια έμεινα μόνη και κοντοστάθηκα στην πρώτη βιτρίνα άκουσα πίσω απ’ την πλάτη μου να μου σφυρίζει κάποιος:
- Αν είναι ακριβό αυτό που κοιτάς δεν έχω την δυνατότητα να στο χαρίσω. Κοίτα κάτι φθηνότερο…
Έτοιμη ήμουν να τον διαολοστείλω μιας και πολλές φορές οι άγνωστοι βρίσκουν διάφορους τρόπους να πειράξουν μια κοπέλα μόνη της. Αποφάσισα να μην δώσω σημασία και συνέχισα να περπατώ κοιτώντας την επόμενη βιτρίνα. Εκείνος επέμενε στα ίδια. Γύρισα έτοιμη να πετάξω ‘κεραυνούς’. Ήταν ο Στράτος. «Τώρα μάλιστα, εσύ μας έλειπες» σκέφτηκα, αλλά χαμογέλασα από ευγένεια:
- Α! Εσύ είσαι; Του είπα.
- Τι κάνεις; Με ρώτησε.
- Μια χαρά. Του ανταπόδωσα και γύρισα πάλι στην βιτρίνα με την εντύπωση ότι θα τσακιζόταν να φύγει.
- Σπίτι πας; Με ρώτησε προς απογοήτευση δική μου.
- Ναι! Είπα και δεν έκανα τον κόπο να γυρίσω.
- Έλα να σε πάω.
- Όχι ευχαριστώ. Προτιμώ να περπατήσω. Του είπα και γύρισα.
Στεκόταν στην άκρη του δρόμου επάνω σε ένα ‘παπάκι’ που έκανε απίστευτο θόρυβο και κάθε φορά γύριζε το γκάζι για να μην σβήσει!
- Γιατί να κουραστείς αφού έχουμε το όχημα! Είπε περήφανα.
Χαμογέλασα και δεν απάντησα. Συνέχισα να προχωράω στην διπλανή βιτρίνα. Ήθελα να τον αποφύγω διάολε! Αυτός όμως δεν ήθελε. Με ακολουθούσε σέρνοντας το δίκυκλο με τον απίστευτο θόρυβο. Περνούσα από βιτρίνα σε βιτρίνα κι εκείνος με ακολουθούσε βήμα το βήμα. «Κοίτα που δεν θα με αφήσει σε ησυχία» σκέφτηκα. Ήμασταν σε έναν πολυσύχναστο δρόμο και ήταν πολύ πιθανό να περνούσε από εκεί ο Γιώργος και δεν ήθελα να με δει να μιλάω με τον Στράτο. Δεν ήθελα να δίνω δικαιώματα.
- Στράτο σου είπα πως θέλω να περπατήσω. Του είπα για να το καταλάβει και να σηκωθεί να με αφήσει ήσυχη!
- Ωραία προχώρα. Πειράζει να σου κάνω παρέα;
«Πίσω μου σε έχω σατανά» σκέφτηκα. Δεν υπήρχε περίπτωση να με αφήσει μόνη μου.
- Κάνω πάρτυ… Μου είπε μετά από λίγο, όταν είδε ότι δεν του έδινα καμία σημασία.
- Αλήθεια; Πότε; Τον ρώτησα συνεχίζοντας να του έχω την πλάτη γυρισμένη και να κοιτάζω ρούχα και παπούτσια στις βιτρίνες.
- Τώρα!
«Ποιος ήρθε;». Γύρισα και τον κοίταξα, περιμένοντας να μου εξηγήσει γιατί στεκόταν εκεί και δεν ήταν στο πάρτυ του:
- Βγήκα να αγοράσω μπύρες, αλλά βρέθηκες στον δρόμο μου!
- Α! Μάλιστα!
- Είσαι καλεσμένη μου και θέλω να έρθεις μαζί μου. Είναι κι ο αδερφός σου στο σπίτι.
- Δεν μου είπε τίποτε για κανένα πάρτυ.
- Δεν πειράζει, κάλλιο αργά παρά ποτέ. Δεν φεύγω αν δεν έρθεις μαζί μου.
Δεν υπήρχε περίπτωση να γλιτώσω. Ήταν ικανός να με ακολουθεί μέχρι το σπίτι, να μπει μέσα να κάτσει και να περιμένει μέχρι να του πω το ‘εντάξει’! Πέραν αυτού η παρουσία μου λόγω της δουλειάς μου θα έδινε άλλον αέρα στο πάρτυ του. Ήμουν βέβαιη πως ήθελε να φάνει ότι ήταν ‘κάποιος’ στους φίλους και γνωστούς του.
- Άστο ρε Στράτο. Κάποια άλλη φορά ίσως. Είπα τελικά.
- Σου είπα, δεν φεύγω. Ανέβα να φύγουμε.
Ήθελα δεν ήθελα τελικά ανέβηκα στο παπί και φύγαμε. Δεν θυμάμαι για πότε φτάσαμε στο σπίτι του, αλλά θα μου μείνει αξέχαστος ο εκκωφαντικός θόρυβος του οχήματος του! Η απόφασή μου να τον ακολουθήσω βγήκε μετά την σκέψη πως όσο πιο πολύ παρέμενα στον δρόμο μαζί με τον Στράτο τόσο και μεγάλωναν οι πιθανότητες να περάσει με το αυτοκίνητό του ο Γιώργος και δεν ήθελα να δώσω αφορμή για ειρωνικά σχόλια την άλλη μέρα στην δουλειά. Κι ο δε Στράτος, δεν σταμάτησε πουθενά για μπύρες. Φτάσαμε στο σπίτι του και με συνόδευσε ευγενικά μέσα. Ο αδερφός μου μόλις με είδε ξαφνιάστηκε:
- Μπα! Τι δουλειά έχεις εσύ εδώ;
- Τα παράπονά σου στον φίλο σου, όχι σε μένα. Με βρήκε στον δρόμο και με έφερε!
- Το ‘χει αυτός ο Στράτος! Ότι βρίσκει στον δρόμο να το μαζεύει!
Έβγαλα την γλώσσα μου στον αδερφό μου για το πείραγμά του και τον άφησα να χορεύει με την παρέα του και πήγα κι έκατσα σε μια πολυθρόνα όμορφα κι ωραία μιας και δεν ήξερα κανέναν από όλα αυτά τα πιτσιρίκια που ‘χτυπιόντουσαν’ με την δυνατή μουσική! Ο Στράτος μετά από λίγο με πλησίασε:
- Γιατί κάθεσαι εδώ μόνη σου; Έλα να σε γνωρίσω στην μητέρα μου.
Χωρίς να φέρω αντίρρηση σηκώθηκα και τον ακολούθησα. Η μητέρα του ήταν πολύ ευγενική κι έδειχνε το πόσο χαιρόταν που με γνώριζε, μα πάνω απ’ όλα μετρούσε ότι ήμουν αδερφή του Γιάννη κι όχι γιατί εργαζόμουν στο ραδιόφωνο όπως της είπε ο Στράτος –κάτι που ήταν αναμενόμενο!
Γενικά εκείνο το βράδυ φρόντιζε να περνάω καλά και να μην μένω μόνη μου κι αποξενωμένη. Είχα πλέον βεβαιωθεί γι’ αυτό που έλεγε ο αδερφός μου για την κυρά Σταυρούλα: ήταν φίλη και με τους φίλους του Στράτου κι αυτό ήταν κάτι που η ίδια είχε με την συμπεριφορά της και την ευγένειά της και κανένας φίλος του ποτέ δεν του είχε πει αν στο πάρτυ ή σε οποιοδήποτε συγκέντρωση φίλων θα έλειπαν οι γονείς του. Το αντίθετο ήταν μεγάλη χαρά να βρίσκονται κι αυτοί εκεί μιας και ήξεραν να συμμετέχουν και να κάνουν τους μικρούς τους επισκέπτες να αισθάνονται άνετα! Εκείνο το βράδυ η κυρά Σταυρούλα έδειξε στον γιο της πως με είχε συμπαθήσει πολύ. Μόνο που εκείνη δεν ήξερε πως εγώ δεν είχα την ίδια συμπάθεια τότε για τον γιο της τον ‘βαρόνο Μινχάουζεν’!

Και να που τώρα αυτή η ‘φιλία’ μεταξύ τους κλονιζόταν, επειδή η μεν δεν άντεχαν την Δανάη κι επειδή ο δε προσπαθούσε να τους επιβάλει την παρουσία της!
- Αν και δεν έχω το δικαίωμα να επέμβω στα προσωπικά του, θα το κάνω όμως για σένα. Θα του μιλήσω, αλλά είναι καθαρά δική του η απόφαση για το πώς να χειριστεί την κατάσταση
Η ίδια χαμογέλασε ανακουφισμένη για την απόφασή μου. Αλλά δεν μπορούσε να ξέρει τι είχε η καρδιά μου. Δεν το έκανα για εκείνη τελικά. Με πονούσε που ο Στράτος βρισκόταν στην μέση του κυκλώνα και ήθελα να τον βοηθήσω να ξεφύγει. Τον αγαπούσα κι έπρεπε να του δώσω το χέρι μου.
- Μαρίνα σε ακούω τόση ώρα κι επιμένεις ότι δεν έχεις το δικαίωμα να επέμβεις. Ο ίδιος μέχρι τώρα λέει ότι ήσουν και είσαι η μοναδική που τον άκουσε σε ότι κι αν τον απασχολούσε. Αυτό και μόνο σου δίνει το δικαίωμα να του μιλήσεις. Ο ίδιος μας λέει συνέχεια πως είσαι η καλύτερή του φίλη. Αφού δεν έχει τον Γιάννη κοντά έχει εσένα. Δεν έχει άλλον να εμπιστευτεί. Κι αν θες να μάθεις απ’ την τελευταία φορά που τον είδες, όσοι νόμιζε ότι ήταν φίλοι του τον έκαναν πέρα. Τους χάνει όλους εξαιτίας της Δανάης. Είναι άδικο Μαρίνα. Εμάς δεν μας ακούει, ενώ εσύ έχεις τον τρόπο να σε ακούσει. Δεν ξέρω, αλλά σου έχει εμπιστοσύνη.
Τα λόγια της Βάνας ήταν σαν να με έστησαν στον τοίχο. Αφού είχε λόγο κι η Βάνα σε αυτή την ιστορία τότε μάλλον η κατάσταση ήταν όντως άσχημη.
- Δεν υπόσχομαι τίποτε, αλλά θα κάνω μια προσπάθεια.
Τώρα πια θα έπρεπε και πάλι να ξαναμπώ στην ζωή του Στράτου και να βοηθήσω όσο μπορούσα τον ίδιο. Αν η Δανάη ήταν αυτή που μου περιέγραψαν, δεν έφταιγε η Δανάη για τα προβλήματα’ αλλά ο ίδιος ο Στράτος που τα άφηνε να διοχετεύονται.
Ο Γιάννης στεκόταν άφωνος μην ξέροντας πια τι να σκεφτεί και τι να πει. Τέτοιο πείσμα ήταν απίστευτο απ’ τον Στράτο. Σκούντησα τον Γιάννη να φύγουμε. Δεν μπορούσα πια να ακούσω περισσότερα:
- Μαρίνα να μην χαθούμε –μου είπε η Βάνα. Έλα καμιά μέρα απ’ το σπίτι για καφέ. Θα περιμένω.





Κεφάλαιο 45

Δεν υπάρχουν σχόλια :