Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2007

13. Το σύμπαν δεν συνωμοτεί!



Η ζέστη είχε γίνει αφόρητη. Μεσημέρι πλησίαζε, τι περιμέναμε να έχει; Δροσιά; Ξεκινήσαμε με τον Γιάννη για την θάλασσα. Ο Στράτος δεν μας ακολούθησε. Ήθελε λέει να μείνει λίγο μόνος. Σε όλη την διαδρομή δεν είχα βγάλει λαλιά. Εκείνη την στιγμή δεν με ενδιέφερε να μάθω τι είχε κανονίσει τελικά ο αδερφός μου με τους γονείς του Στράτου. Αυτό που με απασχολούσε εμένα τούτη την στιγμή ήταν γιατί εφόσον ήμασταν μόνοι μας επιτέλους για μια φορά δεν έκανε την παραμικρή κίνηση να με πλησιάσει, πόσο μάλλον να μου ρίξει εκείνη την ματιά που μου έκοβε τα πόδια. Να ήταν άραγε κάποιο σχέδιο του; Να πίστευε πως όσο έκανε τον αδιάφορο ακόμη παραπάνω θα τον ήθελα; Το είχε πετύχει αυτό ούτως ή άλλως. Δεν χρειαζόταν να το παίζει. Έπρεπε να γυρίσω πίσω. Ήθελα να μου δώσει μια εξήγηση. Αν είχε δηλαδή κάποια. Στην ουσία βέβαια με τρέλαινε η ιδέα ότι ήταν μόνος του και ήθελα να είμαι κι εγώ εκεί μαζί του. Μαρίνα μήπως πας γυρεύοντας; Τι καμώματα είναι αυτά; Δεν με αναγνώριζα. Εκεί που ήμουν κολλημένη με τον Γιώργο και προέκυπτε να με φλερτάρει ο Βασίλης, ξαφνικά εισέβαλε στην ζωή μου με το ‘έτσι θέλω’ ο Στράτος. Δεν τον έδιωξα από κοντά μου. Και δεν ξέρω γιατί δεν το έκανα. Σκεφτόμουν ότι εμάς τους δύο κάτι μας έδενε. Ποτέ δεν έμαθα τι ήταν, αλλά κάτι μας έδενε. Μήπως να υπήρξαμε μαζί στην προηγούμενη ζωή; Καλά! Με τον ήλιο να με χτυπά κατακούτελα παρά το καπέλο, σκεφτόμουν βλακείες. Κάτι έπρεπε να βρω για να γυρίσω πίσω. Έσκυψα το κεφάλι μπας και μου κατέβει ιδέα! Κοίταξα τα τσόκαρά μου. Αν μου κοβόταν το ένα, που ήδη ήταν στα πρόθυρα; Καλή ιδέα. Ο Γιάννης έτσι δεν θα έλεγε τίποτε, γιατί πώς να προχωρήσει ξυπόλητη η αδερφή του στον χωματόδρομο για την παραλία; Προχωρούσαμε αργά κι επέμεινα να πιέζω το πόδι στο τσόκαρο ώστε να σχιστεί το δέρμα του απ’ το καρφί του που κρατιόταν με το ζόρι! Ο Γιάννης με προσπέρασε κι εγώ εκεί. Πείσμα! Θα σε κόψω. Δεν γίνεται… Πρέπει να γυρίσω πίσω. Πρέπει να μου πει.
- Τι έπαθες; Με ρώτησε ο Γιάννης βλέποντας με να παιδεύομαι με το τσόκαρο.
- Θα μείνω ξυπόλητη. Αυτό έπαθα. Το τσόκαρο είναι έτοιμο να κοπεί. Είπα και ακριβώς εκείνη την στιγμή μου έγινε το χατίρι και κόπηκε.
- Αφού το ήξερες ότι θα κοβόταν γιατί τα έβαλες;
- Δεν ήξερα ότι θα κόβονταν, γιατί δεν το είχα προσέξει. Και τι να βάλω στην θάλασσα Γιάννη; Τα αθλητικά; Να που τώρα θα τα βάλω και δεν θέλω. Αναγκαστικά όμως…
- Κόπηκε;
- Κόπηκε. Δεν κράτησε. Φανταζόμουν ότι θα έβγαζα το καλοκαίρι με αυτά και μετά θα τα πετούσα, αλλά να που θα τα πετάξω νωρίτερα. Πάω σπίτι να βάλω τα αθλητικά.
- Καλά. Εγώ θα περιμένω. Μου είπε κι ήταν έτοιμος να κάτσει στην σκιά της συστάδας των κυπαρισσιών κατά μήκος του δρόμου. Εκεί που ο Στράτος με είχε φιλήσει. Τι βράδυ Θεέ μου κι εκείνο!
- Μην περιμένεις βρε παιδί μου. Προχώρησε εσύ κι έρχομαι. Του είπα. Ίσως έτσι δικαιολογούσα κάπως την όποια αργοπορία μου.
- Θα σε περιμένω. Επέμεινε.
- Όπως θες. Του είπα απογοητευμένη στο βάθος που δεν έλεγε να πάει στην θάλασσα μόνος του. Λες κι απείχε χιλιόμετρα η θάλασσα και ήταν στην ουσία μερικά μέτρα παρακάτω. Αλλά ποιος ξέρει τι αναλαμπή έφαγε και πείσμωσε.
Τώρα θα έπρεπε να βαδίζω προσεκτικά μιας και με κομμένο τσόκαρο ήταν σαν να προσπαθούσα να το τραβήξω και να το πάω παρά να με πάει. Κούτσαινα ώστε να μπορώ να συγκρατήσω τον πάτο του στο πόδι μου πριν βρει η πατούσα μου καμιά κοτρόνα ή κάνα αγκάθι! Τι τραβάω για σένα, γάιδαρε! Μα τόσο αναίσθητος πια; Ένα χάδι να μου έδινες εκεί που καθόμασταν μόνοι μας και θα έπεφτα. Χαλί θα γινόμουν να με πατήσεις. Ολοδική σου θα γινόμουν. Θα παραδινόμουν αμαχητί. Τι άλλο δηλαδή να περιμένει ένας άντρας από μια γυναίκα που είναι έτοιμη να τα δώσει όλα για όλα; Ήδη με είχες του χεριού σου. Δεν το έχεις καταλάβει; Τι πρέπει να κάνω ώστε να σου δείξω ότι το απόρθητο κάστρο που ήξερες το έριξες με τον τρόπο σου; Και κοίτα τώρα; Εγώ έκοψα τα πατούμενά μου για χάρη σου. Για να έρθω κοντά σου. Και να δω τι άλλη ανοησία θα σκεφτεί το χαζοκέφαλό μου για να σε πείσει ότι τρελαίνεται για την πάρτη σου! Αχ Θεέ μου τι κατάντια! Μήπως τελικά έγινα περισσότερο υπερβολική απ’ ότι ήμουν με τον Γιώργο; Ή με έχει παρασύρει τόσο πολύ η γοητεία του Στράτου; Έφτασα. Έβγαλα τα τσόκαρα και τα πήρα στα χέρια και με ένα δυνατό σπρώξιμο άνοιξα την αυλόπορτα. Πουλί έγινα και πέταξα και με δυο δρασκελιές βρέθηκα μπροστά στην πόρτα του σπιτιού. Κάνω να την ανοίξω. Είναι κλειδωμένη. Ωχ όχι! Απογοητεύτηκα! Κοίτα να δεις τώρα. Κι εδώ δεν είναι και χωρίς παπούτσια θα μείνω και ξυπόλητη θα πάω στην θάλασσα! Δεν μπορεί να έφυγε έτσι. Κοίταξα στην αυλή. Το ποδήλατο δεν έλειπε. Πρέπει να ήταν εδώ. Χτύπησα την πόρτα και φώναξα:
- Στράτο; Είσαι μέσα;
Αχ Παναγία μου και να ‘ναι! Απάντηση δεν έπαιρνα όμως κι αυτό με ανησυχούσε ακόμη περισσότερο. Ξαναχτύπησα πιο δυνατά. Αν είχε σκοπό να πάει κάπου, κάτι θα μας έλεγε. Δεν είχαμε αντικλείδι σε περίπτωση που κάτι χρειαζόμασταν απ’ το σπίτι. Ήταν σαν να είχε περάσει αρκετή ώρα. Κοίταζα πότε στην αυλή, πότε έκανα βόλτα στην βεράντα μέχρι το πηγάδι, μήπως και είχε πάει πίσω στο περιβόλι. Δεν φαινόταν πουθενά. Αυτό ήταν. Για ακόμη μια φορά η γκαντεμιά μου είχε ξεκαρδιστεί στα γέλια με το πάθημά μου! Τουλάχιστον δεν υπήρχε και κάνα μολύβι στο τραπέζι της αυλής ώστε να του αφήσω σημείωμα να μου έφερνε τα αθλητικά παπούτσια μου στην θάλασσα. Μάζεψα την απογοήτευσή μου και στράφηκα να φύγω. Μαρίνα σύνελθε. Δεν συμβαίνει απολύτως τίποτε. Παίζει μαζί σου κι εσύ χωρίς να το καταλάβεις δένεσαι μαζί του. Άσε τους συναισθηματισμούς και κάνε κι εσύ το ίδιο αν μπορείς. Ξαφνικά η πόρτα ξεκλείδωσε κι άνοιξε. Από μέσα ακουγόταν ένα τραγούδι αγαπημένο και δεν ξέρω αν έπρεπε να το εκλάβω ως απλή σύμπτωση ή σαν να επιλέχθηκε επίτηδες και που στο ρεφρέν του λέει:

Tell me how am I supposed to live without you
Now that I've been lovin' you so long
How am I supposed to live without you
How am I supposed to carry on
When all that I've been livin' for is gone

Πες μου πως υποτίθεται να ζήσω χωρίς εσένα
Που τώρα σ’ αγαπώ τόσο πολύ
Πως υποτίθεται να ζήσω χωρίς εσένα
Πως υποτίθεται να συνεχίσω
Όταν όλα αυτά που έζησα χάνονται…

Προσπάθησα να μην δώσω σημασία στο τραγούδι. Όσο μπορούσα δηλαδή. Και χάρηκα που άνοιξε την πόρτα. Όμως μου έκανε εντύπωση που στεκόταν στο κατώφλι της πόρτας με το κασσεττόφωνο στο χέρι που έπαιζε το τραγούδι και στο άλλο το βιβλίο μου. Ένοιωθα ότι είχαν περάσει αιώνες και στεκόμασταν εκεί και κοιτούσαμε ο ένας τον άλλον χωρίς να έχουμε λόγια να πούμε. Κοιταζόμασταν στα μάτια κι αυτά μιλούσαν κι έλεγαν πολλά απ’ ότι θα μπορούσαμε εμείς να ξεστομίσουμε. Πήγα να κάνω ένα βήμα κοντά του και να τον χαϊδέψω στο πρόσωπο. Ένοιωσα ότι δεν έπρεπε να το κάνω. Ίσως δεν ήταν σωστό, παρά την παθιασμένη ματιά του:
- Τι είναι; Με ρώτησε απαλά και έριξε τα μάτια του στα χείλη μου.
«Σε θέλω. Αυτό είναι» ήθελα τόσο πολύ να του πω. Ήθελα τόσο να πέσω στην αγκαλιά του και να τον φιλήσω και να τον χαϊδέψω και να του μιλήσω με το σώμα μου, όσα δεν μπορούσαν να πουν τα χείλη μου. Με κοίταζε και τώρα αυτή του η ματιά, μου έφερνε ρίγη σε όλο το σώμα κι εγώ ένοιωθα αδύναμη να κάνω το οτιδήποτε. Φοβόμουν πως αν τολμούσα δεν θα μου ήταν εύκολο να τον ακούω να αρνείται την κάθε μου κίνηση. Δεν θα ήθελα με τίποτε στον κόσμο να ακούσω το «Μαρίνα με παρεξήγησες». Δεν είχα κάτι να σιγουρέψει τις επιθυμίες μου κι εκείνος δεν έκανε κάτι να διευκολύνει την κατάστασή μας. Και παρά το γεγονός ότι η διαίσθησή μου έλεγε ότι νοιαζόταν εξίσου το ίδιο, δεν τολμούσα να κάνω το οτιδήποτε. «Αγάπησέ με» του έλεγα με τα μάτια. Δεν ξέρω τι είχα πάθει και ζητιάνευα την αγάπη του και δεν ξέρω αν ποτέ θα μου την έδινε. Συνέχιζε να με κοιτά και να μην αντιδρά.
- Ήρθα να βάλω τα αθλητικά μου γιατί τα τσόκαρα κόπηκαν. Είπα για να σπάσω την αμηχανία και των δυο μας.
Δεν είπε τίποτε. Παρά μόνο παραμέρισε να περάσω κοιτώντας με συνέχεια. Με ακολούθησε και με κοιτούσε που έβαζα στα πόδια μου τα αθλητικά μου. «Σε παρακαλώ μη με κοιτάς έτσι. Κάνε κάτι. Βγάλε μας απ’ το αδιέξοδο». Δεν έκανε τίποτε. Η μουσική στο κασσεττόφωνο άλλαξε και τώρα. Σηκώθηκα και στεκόταν στο πλάι της πόρτας του υπνοδωματίου μου. Κοιταζόμασταν. «Γιατί δεν αντιδράς γαμώτο; Μη με κάνεις να υποφέρω. Δώσε μου ένα σημάδι του πόσο νοιάζεσαι για μένα. Μη με αφήνεις με ερωτηματικά δεν το αντέχω». Επέμενε να με κοιτά και δεν έλεγε να αφήσει ούτε το κασσεττόφωνο ούτε το βιβλίο έστω. «Βάλε με στη αγκαλιά σου πανάθεμά σε και φίλησέ με. Αγάπησε με έστω για λίγο» του έλεγα με τα μάτια και το φώναζα. Τώρα με κοίταζε στα χείλη. «Άρπαξέ τα στο στόμα σου και παίξε μαζί τους. Νοιώθω ανήμπορη να κάνω κάτι. Βοήθησε με. Ένα νεύμα σου και είμαι αμέσως δική σου. Γίνε κι εσύ δικός μου. Μη με αφήνεις έτσι. Κάνε κάτι…». Και παραμέρισε να περάσω. Τον προσπέρασα κλείνοντας τα μάτια απ’ την απογοήτευση. Δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό. Κοίταζα το τασάκι στο τραπέζι. Το έπιασα και το χάιδεψα δίνοντας του τον χρόνο να πει κάτι, πριν του το εκσφενδονίσω στο κεφάλι. Και δεν έκανε απολύτως τίποτε.
- Θα ‘ρθεις στην θάλασσα; Κατάφερα να τον ρωτήσω την στιγμή που έβγαινα στην βεράντα. Κάτι χαζό έπρεπε να πω.
- Σε λίγο. Μου είπε που με είχε ακολουθήσει κατά πόδας και επέμεινε να με κοιτά στα χείλη.
- Εντάξει. Είπα με απάθεια κι αποφεύγοντας να δείξω τον θυμό μου.
- Θέλω να διαβάσω λίγο. Να τελειώσω ένα κεφάλαιο.
- Καλά! Είπα και κατέβηκα τα σκαλάκια της βεράντας.
Προχώρησα αργά, αρνούμενη να βλέπω αυτή την εικόνα που αυτός δεν κάνει κάτι. Κάτι λίγο. Κάτι μικρό. Να φανεί αν έστω τον ενδιαφέρω λιγάκι. Αναρωτιόμουν αν τα πέντε χρόνια διαφοράς που είχαμε δημιουργούσαν αυτό το χάσμα μεταξύ μας. Και ρε γαμώτο τίποτε δεν υπάρχει που να το γεφυρώνει; Τα συναισθήματα που μπορεί να τρέφει ο ένας για τον άλλον δεν είναι αρκετά για κάτι τέτοιο; Γύρισα το κεφάλι μου και τον είδα να στέκεται στο κατώφλι της πόρτας όπως την στιγμή που μου άνοιξε.
- Στράτο;
- Ναι;
Έκανα να τον ρωτήσω αν όλα αυτά που συμβαίνουν σημαίνουν το ίδιο και γι’ αυτόν όπως και σε μένα. Αν αισθανόταν κάτι για μένα.
- Εμ! Να… Μπα βλακεία είναι. Ας το καλύτερα.
Είπα τελικά. Δεν ήμουν δυνατή. Δεν ήθελα να ακούσω αρνητική απάντηση. Δεν ήμουν σε θέση να την ακούσω. Δεν θα το άντεχα. Και δεν είχα δύναμη να τον διεκδικήσω. Δεν ήθελα να του δημιουργήσω πρόβλημα, με τις δικές μου ερμηνείες. Απ’ την στιγμή που δεν φαινόταν διαθέσιμος να κάνει ένα βήμα για να το ξεκαθαρίσουμε το τοπίο μεταξύ μας, δεν μπορούσα να κάνω κάτι άλλο. Ήθελα τόσο πολύ εκείνη την στιγμή να τρέξω και να βρεθώ στην αγκαλιά του για λίγο και να χαθώ μέσα της, αλλά προτίμησα να βάλω όλη μου την δύναμη τρέχοντας για να χαθώ απ’ τα μάτια του.
Όσο έτρεχα ένοιωθα στα μάτια μου τα δάκρυα να με καίνε. Γιατί αφέθηκα να επηρεαστώ από αυτόν; Γιατί δεν κρατούσα την απόσταση όπως την είχα κρατήσει εδώ και χρόνια και δεν με ενοχλούσε; Τώρα τι σκατά γύρευα από αυτόν; Τι σκατοπερήφανη νόμιζα ότι ήμουν; Και γιατί καθόμουν κι έκλαιγα και πάλι; Και για ποιον έκλαιγα ρε γαμώτο; Για τον Στράτο; Είμαστε σοβαροί; Κάνει παιχνίδι και το απολαμβάνει κι εγώ το ζώον σέρνομαι στα πατώματα γι’ αυτόν; Θέλει σπάσιμο το κεφάλι μου που πίστεψα σε αυτόν. Που νόμιζα πως υπάρχει κάποιος που με θέλει στην ζωή του και που ήθελα τόσο πολύ όλα αυτά να συνεχίζονταν και μετά τις διακοπές μας.
Στα μισά της διαδρομής πρόσεξα ότι ο Γιάννης παρέμενε στην θέση που τον είχα αφήσει και με περίμενε. Κοντοστάθηκα και τάχα μου σκούπισα με το μπλουζάκι τον ιδρώτα, αλλά τα δάκρυα μου ήταν που σκούπισα. Για να μην προδοθώ. Μακάρι να μπορούσα να του μιλήσω. Δεν το τολμούσα. Πάντα για τον Στράτο είχε μια αμφίβολη γνώμη και ίσως να μου έλεγε πως δεν θα άξιζε να του δώσω και πολύ σημασία γιατί πάντα δεν υπήρχε κάτι μόνιμο και σταθερό στην ζωή του και ίσως ποτέ να μην είχε με τα μυαλά που κουβαλούσε. Μάλλον εγώ δεν είχα το μυαλό. Γιατί ο Στράτος κοίταζε να περάσει καλά κι εγώ κοίταζα σαν πνιγμένη να πιαστώ απ’ τα μαλλιά του!
Προχώρησα μέχρι τον Γιάννη που μάλλον είχε βαρεθεί να περιμένει:
- Εντάξει;
- Όπως βλέπεις. Του είπα και του έδειξα τα αθλητικά μου. Δεν σε ρώτησα. Τι κανόνισες με τους γονείς του Στράτου;
Ρώτησα αμέσως, αποφεύγοντας το ελάχιστο ενδεχόμενο να με ρωτήσει το οτιδήποτε που θα με έφερνε σε δύσκολη θέση.
- Θα έρθουν τελικά. Ήθελαν να μαζευτούν όλη η παρέα τους για να έρθουν σαν εκδρομή και τελικά το κατάφεραν. Τους είπα με δυο λόγια από πού θα στρίψουν για την παραλία για να μην ανέβουν στο χωριό και ότι θα τους περιμένουμε στην καφετέρια στον οικισμό. Είναι πιο εύκολο να ρωτήσουν που είναι η καφετέρια παρά να ψάχνουν για το σπίτι μας.
- Πως δεν τους είπες να έρθουν στο κάμπινγκ; Απόρησα εγώ.
- Εντάξει. Δεν γίνεται να τους πάμε εκεί. Θα έρθουν θα πιούμε κάνα καφέ και μετά ίσως τους φέρουμε στο σπίτι για να το γιορτάσουμε.
- Ρε Γιάννη; Σε ποιο σπίτι; Αφού βλέπεις ότι δεν είναι για πολλές επισκέψεις, είναι ακόμη υπό κατασκευή. Κι απ’ την άλλη δεν θα έπρεπε να κάνουμε ψώνια για να κάνουμε καμιά ετοιμασία;
- Μην αγχώνεσαι γι’ αυτό. Η κυρά Σταυρούλα θα κάνει ετοιμασία και θα φέρει. Καλά και το είπες, γιατί ζήτησε να μην κάνουμε το παραμικρό. Θα τα φέρει όλα αυτή.
- Πάλι καλά –είπα ανακουφισμένη- και τι ώρα θα φτάσουν;
- Κατά τις οχτώ το απόγευμα. Είναι το καθαριστήριο στην μέση διαφορετικά αν ήταν Κυριακή θα ερχόντουσαν απ’ το πρωί. Πάλι καλά όμως που έρχονται για χατίρι του Στράτου.
- Ε! Ρε γλέντια… Είπα προσπαθώντας να διασκεδάσω την εικόνα του Στράτου βλέποντας τους δικούς του ξαφνικά μπροστά του.



- Ήρθα!
Είχα ξαπλώσει μπρούμυτα κι έκανα ηλιοθεραπεία όσο ο Γιάννης είχε ανοιχτεί στα βαθιά και ξαφνικά πετάχτηκα όταν άκουσα πάνω απ’ τον κεφάλι μου τον Στράτο να ξελαρυγγιάζεται, δηλώνοντας την άφιξή του! «Το σηκώνει ο οργανισμός σου το σκυλοβρίσιμο, άλλα έχε χάρη» σκέφτηκα κι ανασήκωσα το κεφάλι και του χαμογέλασα με το χαμόγελο καρφιτσωμένο στα χείλη. Εκείνος είχε βολευτεί δίπλα μου και φούσκωνε το στρώμα της θάλασσας που είχε φέρει μαζί του. Εγώ γιατί δεν μπορώ να γίνω τόσο αναίσθητη όσο κι αυτός; Τον κοίταζα που φούσκωνε επίμονα το στρώμα και καμιά φορά σφύριζε στον Γιάννη να βγει προς τα έξω, να παίξουν ρακέτες ή βόλεϊ. Τον κοίταζα και ξαφνικά δεν είχα κάτι να σκεφτώ για αυτόν. Ίσως επειδή καθόταν δίπλα μου και η παρουσία του με γέμιζε. Έστρεψα τον κεφάλι μου να μην τον βλέπω και έκλεισα τα μάτια ευχαριστημένη. Ευχαριστημένη γιατί αν δεν ήταν αυτός δεν ξέρω πως θα ήμουν μέχρι τώρα. Ή θα ήμουν το ίδιο χάλι που ήρθαμε εδώ διακοπές ή θα γινόμουν ακόμη χειρότερα, συνειδητοποιώντας μέρα με τη μέρα ότι τα περιθώρια στένευαν επικίνδυνα κι η επιστροφή στην δουλειά θα είχε δύσκολη προσαρμογή υπομένοντας την παρουσία του Γιώργου. Τώρα ένοιωθα δυνατή και πανέτοιμη να αντιμετωπίσω τον Γιώργο και τις έξτρα εργασιακές απαιτήσεις που είχε πολλές φορές από μένα εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι ήμουν ερωτευμένη μαζί του. Γιατί αυτό το ήξερε και αναλόγως των αναγκών με χρησιμοποιούσε! Τώρα πια θα έδινα ένα τέλος σε όλο αυτό το παιχνίδι. Θα κοίταζα την δουλειά μου και μόνο και τίποτε άλλο. ‘Ερωτευμένη μαζί του’; Μάλλον τώρα αρχίζω να καταλαβαίνω ότι όλο αυτόν τον καιρό, αυτό που ένοιωθα για κείνον δεν ήταν έρωτας. Κόλλημα σίγουρα!
- Δεν θα βουτήξεις; Έκοψε τις σκέψεις μου ο Στράτος καθώς είχε τελειώσει με το φούσκωμα του στρώματος.
- Πριν λίγο βγήκα απ’ την θάλασσα. Του απάντησα γυρνώντας το κεφάλι μου στο μέρος του.
- Να ξαναπέσεις. Μου είπε σκύβοντας στο αυτί μου.
Με ξάφνιασε πολύ η κίνησή του αυτή και πριν προλάβω να γυρίσω ήδη είχε εξαφανιστεί τρέχοντας προς την θάλασσα με το στρώμα επάνω στο κεφάλι του. Γύρισα κι ανακάθισα στην ψάθα μου αφού πρώτα τίναξα κάθε βοτσαλάκι που είχε πέσει απ’ την φόρα του Στράτου. Εκείνος με ένα μακροβούτι χάθηκε στο βάθος της θάλασσας και τον έχασα. Το στρώμα για μια στιγμή επέπλεε μερικά μέτρα μέσα ενώ ο Στράτος δεν έλεγε να εμφανιστεί. Ο Γιάννης είχε ανοιχτεί και κολυμπούσε αρκετή ώρα. Δυο ξένοιαστοι φίλοι. Απολάμβαναν έτσι τις τελευταίες μέρες των διακοπών και που επιστρέφοντας ο καθένας μας θα χανόταν στις δικές του υποχρεώσεις και ποιος ξέρει πότε θα ξανασμίγαμε έτσι όλοι μαζί. Δυο φίλοι ξεχωριστοί και μια φιλία κάπως παράξενη. Δεν ήταν κολλητοί, μα ποτέ δεν έκρυβαν τις γνώμες τους για το οτιδήποτε. Μιλούσαν ανοιχτά και δεν κρατούσαν χαρτιά κρυμμένα. Υπήρχαν διαστήματα μεγάλα που χάνονταν μέχρι να ξανασυναντηθούν και να τα ξαναπούν, αλλά πάντα ήταν σαν ήταν χθες η τελευταία φορά που τα είπαν. Ο Στράτος καρδιοκατακτητής, φιλότιμος, ευγενικός κι επιπόλαιος κι ο Γιάννης σοβαρός, μετρημένος, ευγενικός και προσγειωμένος. Μόνο στην ευγένεια ξεχώριζαν, ενώ κατά τα άλλα ήταν λίγο αντίθετοι. Ίσως εκεί να τα έβρισκαν. Όπου αδυνατούσε ο ένας συμπλήρωνε ο άλλος. Ο Στράτος ήταν κοινωνικός απ’ την φύση του κι ο αδερφός μου συνεσταλμένος. Το ότι γνώρισαν το μισό προσωπικό σχεδόν του κάμπινγκ αυτό οφειλόταν στον Στράτο. Κάτι που εκτίμησε ο Γιάννης και που αυτό ήταν και η μαγιά στο να κάνει νέες γνωριμίες και φίλους αργότερα. Ένοιωθα μια μικρή πικρία. Κι αυτό γιατί τελικά ήταν δυο καλοί φίλοι που σέβονταν ο ένας τον άλλον στο βάθος και που εγώ αισθανόμουν ότι τους δημιουργούσα πρόβλημα. Ένας λόγος που μπορούσα να δικαιολογήσω τον δισταγμό του Στράτου απέναντί μου είναι ότι, σεβόταν τον φίλο του. Μακάρι να μπορούσα να δικαιολογήσω την στάση μας. Μακάρι να μπορούσα να ισορροπήσω την φιλία τους έτσι ώστε να μπορέσουμε με τον Στράτο να κάνουμε ένα βήμα παραπάνω οι δυο μας σε αυτό που συμβαίνει μεταξύ μας. Αλλά γνωρίζοντας τον αδερφό μου, μάλλον δεν θα δεχόταν –τουλάχιστον από εμένα- να δείξω τέτοια συμπεριφορά. Δεν μπορούσα να σκεφτώ κάτι ώστε να καταφέρω αυτή η αδερφική φιλία τους να μην διαλυθεί εξαιτίας μου. Ο Στράτος συνέχισε τα μακροβούτια και έπαιζε με το στρώμα. Κάποια στιγμή με τον Γιάννη άρχισαν να παραβγαίνουν στις απλωτές. Ναι καλά! Ο Γιάννης πάλευε να τον φτάσει κι ο Στράτος είχε φύγει μερικά μέτρα παραπάνω κερδίζοντάς τον! Ήταν κάτι που το περίμενα. Ο Στράτος για ένα φεγγάρι – μάλλον για μερικά φεγγάρια, είχε ασχοληθεί με την κολύμβηση. Όμως κάποια στιγμή λόγω κατάγματος στο πόδι, την παράτησε. Τουλάχιστον από αυτή του την εμπειρία έχει να θυμάται την συμμετοχή του σε φιλικούς κολυμβητικούς αγώνες στην πρώην Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας απ’ τους οποίους έφερε πίσω μια τιμητική διάκριση για την συμμετοχή του. Έτσι μου είχε πει ο Γιάννης. Το γιατί δεν συνέχισε με την κολύμβηση ο ίδιος το ξέρει!
Ζήλεψα το παιχνίδι τους αλλά κι απ’ την άλλη ο ήλιος με είχε κατακάψει. Μπήκα κι εγώ στην θάλασσα. Πήρα το στρώμα όσο οι άλλοι συνέχιζαν αυτή την φορά με ύπτιο και αργά – αργά πήγα στα βαθιά. Χάζευα στο βάθος του ορίζοντα. Ήταν τόσο σκοτεινή η θάλασσα που σε κάποια στιγμή με έπιασε μια φοβία πως κάποιο σκυλόψαρο θα με ξάφνιαζε. Ποτέ δεν είχε ακουστεί ότι στην περιοχή αυτή είχαν κάνει την εμφάνιση τους σκυλόψαρα, αλλά και ποτέ δεν ξέρεις. Κοίταξα στα δεξιά μου στο βάθος εκεί που απλωνόταν η ακτή και διέκρινα ότι στην παραλία του κάμπινγκ υπήρχε αρκετός κόσμος. Το σημείο ξεχώριζε απ’ το πόσο πυκνά ήταν τοποθετημένες οι ομπρέλες των λουόμενων, λες και η παραλία ήταν μικρή και περιορισμένη. Στα αριστερά μου ήταν πιο χαλαρά τα πράγματα κι αυτό γιατί ο καθένας δεν στρίμωχνε την ομπρέλα του στον άλλον δίπλα!
Γλίστρησα απ’ το στρώμα στο νερό και αφέθηκα να κολυμπήσω λίγο. Ο Γιάννης κι ο Στράτος είχαν βγει κι έπαιζαν βόλεϊ. Το οποίο παιχνίδι το ‘χαν μετατρέψει και σε πόλο… όταν δηλαδή η μπάλα έπεφτε στο νερό, αμέσως βουτούσαν κι οι δυο μαζί κι όποιος κατάφερνε να την πιάσει έβγαζε και μια κραυγή πεισματικής χαράς! Το απολάμβαναν το παιχνίδι τους. Ήταν δυο νέοι χωρίς πολλές υποχρεώσεις. Έδειχναν ξένοιαστοι απ’ το οτιδήποτε. Ο Γιάννης επιστρέφοντας απ’ τις διακοπές θα προετοιμαζόταν για τα της σχολής κι ο Στράτος θα εργαζόταν στο καθαριστήριο, παίζοντας κυνήγι με τον πατέρα του, όταν θα διαπίστωνε ο τελευταίος ότι έλειπε ένα πεντακοσάρικο απ’ τις εισπράξεις της ημέρας.
Άρχισα να κολυμπώ προς τα έξω, σπρώχνοντας και το στρώμα μαζί. Το βόλεϊ μεταλλάχθηκε σε ρακέτες. Τόσο ακούραστοι ήταν ήθελα να ήξερα; Ο Στράτος έβλεπε ότι πλησίαζα την ακτή και φώναζε συνεχώς να έρθω να παίξουμε παρέα. Και πήγα κι έπαιξα μαζί τους. Αλλά δεν μπορούσα να συμμετάσχω και πολύ. Η θερμοκρασία είχε ανέβει αρκετά. Η άμμος μου τσουρούφλιζε τις πατούσες και δυστυχώς το νερό της θάλασσας έγλυφε την ακτή όλη την ημέρα και δημιουργούσε ανάχωμα εμποδίζοντας τον οποιοδήποτε να περπατήσει στην ακτή βρέχοντας τα πόδια του έστω. Αν ήταν χειμώνας κι είχε χιόνι, θα ήταν σαν να προσπαθούσες να παίξεις ρακέτες με το χιόνι να φτάνει στο γόνα! Και το χειρότερο απ’ όλα να προσπαθώ να πιάσω τις ψηλοκρεμαστές τους πάσες. Πέταξα την ρακέτα μου νευριασμένη και μη έχοντας άλλες αντοχές για παιχνίδι και προτίμησα την ψάθα μου και τον ίσκιο της ομπρέλας μας. Συνέχισαν οι δυο φίλοι, αλλά και οι δυο ήταν μες την διαμαρτυρία απ’ το κάψιμο που ένοιωθαν στις πατούσες. Ο ήλιος ήταν ήδη πολύ ψηλά κι όλα τα έκαιγε.
Δεν τους ένοιαζε. Ξαναμπήκαν στο νερό παίζοντας πόλο ρίχνοντας πάσες ο ένας στον άλλον και κυνηγώντας την μπάλα που είχε βρεθεί εκτός της ακτίνας του παιχνιδιού τους! Τόσο ακούραστοι ήταν πια;
Είχα πιάσει το αντηλιακό μου και έβαζα λάδι στο καμένο δέρμα μου και ένοιωθα μια απίστευτη ανακούφιση. Η πλάτη μου ήταν το μόνο σημείο που με δυσκολία έβαζα λάδι. Αχ και να ερχόταν ο Στράτος και να με βοηθούσε. Ξάπλωσα στην ψάθα μου κι άπλωσα λάδι και στο πρόσωπο μου. Ο ήλιος πρέπει να με είχε κάψει για τα καλά μιας και ένοιωθα να απορροφά το λάδι σαν να ‘ταν νερό.
- Θα βάλεις και σε μένα;
Με ξάφνιασε ο Στράτος ο οποίος είχε πέσει στα γόνατα μπροστά μου, έχοντας εκείνο το παρακαλετό βλέμμα που δεν μπορείς να του αρνηθείς.
- Γιατί όχι; Γύρνα! Του είπα κι εκείνος αμέσως έκατσε γυρνώντας μου την πλάτη του.
Έριξα λάδι στο δέρμα του κι άρχισα την επάλειψη σε όλη την πλάτη. Δεν τον πίεζα, παρά με μαλακές κινήσεις οδηγούσα το χέρι μου όπου έπρεπε το δέρμα του να καλυφθεί με λάδι. Μου άρεσε που τον άγγιζα, αλλά δεν ήταν αυτός ο τρόπος που ήθελα να τον αγγίξω. Ήθελα να ήμασταν οι δυο μας, μακριά απ’ το βλέμμα του Γιάννη και να γίνονταν όλα σωστά. Τον χάιδευα απαλά και το χέρι μου γλιστρούσε σαν να του έκανα μασάζ απ’ την πλάτη μέχρι τα πλευρά κάτω απ’ την μασχάλη φθάνοντας μέχρι πριν απ’ το στήθος του. Είχε αφήσει το κεφάλι του να πέσει πίσω και άκουγα τα βογγητά του. Με αναστάτωνε το να τον ακούω γιατί μάλλον κάπου τον είχα παρασύρει. Τον κοίταξα καλύτερα και οι γραμμές του προσώπου του μου πρόδιναν ότι το ευχαριστιόταν πραγματικά. Τι εικόνες να περνούσαν μπροστά απ’ τα κλειστά μάτια του; Ανέβασα και τις δυο παλάμες μου αυτή την φορά στους ώμους του αφήνοντας τα χέρια να γλιστρούν πότε στον σβέρκο και πότε στους ώμους…
- Σ’ αρέσει; Τον ρώτησα ψιθυριστά στο αυτί.
- Μμμ! Ναι. Μου είπε με βραχνή φωνή.
Δεν ξέρω γιατί είχε αφεθεί έτσι. Απ’ την μια σκεφτόμουν πως δεν ήταν τίποτε άλλο από μια επάλειψη με αντηλιακό κι απ’ την άλλη η στάση του Στράτου αυτή την στιγμή μου έδειχνε πόσο πολύ το απολάμβανε σαν να ‘ταν ερωτικό μασάζ. Συνέχισα τις μαλάξεις στον σβέρκο και ήδη είχε ρίξει το κεφάλι μπροστά. Άφησα τα χέρια μου να γλιστράνε σε όλη του την πλάτη, τσιμπώντας, μαλάζοντας και χαϊδεύοντας. Ήταν και η δική μου η σειρά να το χαρώ. Δεν ξέρω αν θα ξανα ‘χα ποτέ την ευκαιρία να τον χαϊδέψω έτσι. Ήθελα με αυτό τον τρόπο να του δείξω πόσο πολύ με ενδιαφέρει κι ότι τον ήθελα για τα καλά στην ζωή μου. Τα χέρια μου γλίστρησαν απ’ τον σβέρκο στα αυτιά του κι άρχισα να παίζω με τους λοβούς των αυτιών του. Δεν ξέρω πως μου ήρθε. Ήταν κάτι εντελώς αυθόρμητο.
- Αν συνεχίσεις έτσι δεν ξέρω τι θα γίνει… Μου είπε απαλά.
- Σίγουρα δεν ξέρεις τι μπορεί να γίνει; Τον προκάλεσα ψιθυρίζοντας του στο αυτί.
- Μας βλέπω να το κάνουμε επιτόπου… Απάντησε με βραχνή φωνή.
Χαμογέλασα. Δεν με έβλεπε αλλά μου φάνηκε αστείο να δίνει απαντήσεις πάντα όταν το μέρος και η στιγμή δεν μας επέτρεπαν το οτιδήποτε. Μόνο στην σκέψη του ήταν κι απλά την έκανε φανερά. Όσο συνέχιζα να παίζω με τους λοβούς των αυτιών του και με το σβέρκο του, το βογκητό του ήταν ένδειξη στο ότι οι αισθήσεις του αυτή την στιγμή είχαν χτυπήσει κόκκινο. Τον είχα ερεθίσει. Μια απλή επάλειψη η οποία προχώρησε σε μια – δυο μαλάξεις χαλαρωτικές ήταν αρκετές ώστε να τον ερεθίσουν. Έκανε κύκλους με το κεφάλι ώστε να χαλαρώσει περισσότερο ο λαιμός του και μετά στράφηκε εμπρός μου. Το βλέμμα του μου πρόδινε ότι καιγόταν απ’ τον πόθο. Τα χείλη του ήταν μισάνοιχτα και το πρόσωπό του αναψοκοκκινισμένο. Κοιταζόμασταν στα μάτια. Ένοιωθα κι εγώ το ίδιο ξαφνικά. Αυτό το ασίγαστο πάθος μας άραγε θα ολοκληρωνόταν ποτέ; Έβαλα λίγο λάδι στην παλάμη μου και άρχισα να τον αλείβω και στο στήθος. Εκείνη την στιγμή δεν ήθελα να τον κοιτάζω στα μάτια. Έβαζα λάδι παντού απ’ το στήθος στον λαιμό, στους ώμους στα μπράτσα και έχοντας το βλέμμα μου καρφωμένο στις κινήσεις μου. Με τις γωνίες των ματιών μου έβλεπα ότι το βλέμμα του ήταν καρφωμένο επάνω μου και φανέρωνε εκείνο το «σε θέλω». «Μόνο που κι εγώ σε θέλω, αλλά γιατί όταν είμαστε μόνοι μας δεν κάνεις κάτι»; Καμιά φορά κοίταζα και στον Γιάννη που κολυμπούσε ή άφηνε την θάλασσα να σηκώσει το σώμα του στην επιφάνειά της. Προφανώς από εκεί να φαινόταν ότι απλά εγώ έβαζα λάδι στον Στράτο, αλλά που να ήξερε τι παιζόταν αυτή την στιγμή!
- Είσαι έτοιμη να το κάνουμε; Ψιθύρισε.
Τον κοίταξα και δεν μίλησα. Ήταν σαν περνούσαν οι ώρες στο γρήγορο και εμείς είχαμε μείνει εκεί κολλημένοι να κοιταζόμαστε. Αχ, να ‘ξερε πόσο τον ήθελα. Γιατί καρδιά μου βρίσκεις πάντα τις πιο ακατάλληλες στιγμές να ξυπνήσεις τις αισθήσεις μου; Με ξάφνιασαν τα λόγια του, αλλά με γοήτευσαν. Δεν τα έβρισκα πρόστυχα, αλλά αντίθετα ήταν λόγια πάθους που μάλλον είχε την ανάγκη να εξωτερικεύσει. Κρατήθηκα και δεν αντέδρασα. Αν και ήθελα τόσο πολύ να πέσω επάνω του και να γίνει ότι είναι να γίνει, αλλά κρατήθηκα γιατί δεν έπρεπε. Δεν ήταν σωστό. Και δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή και το κατάλληλο μέρος.
- Εγώ τελείωσα. Τώρα μπορείς να χαθείς από μπροστά μου να συνεχίσω την ηλιοθεραπεία μου;
Του είπα απαλά και τον χτύπησα φιλικά στο μπράτσο. Πετάχτηκε. Ήταν σαν τα λόγια μου να ήταν ένας κουβάς με παγάκια και συνήλθε ξαφνικά. Χαμογέλασε κι έφυγε τρέχοντας στην θάλασσα. Στο βάθος είχα στενοχωρηθεί γιατί το σύμπαν δεν έλεγε να συνωμοτήσει για χάρη μας!


Κεφάλαιο 14

Δεν υπάρχουν σχόλια :