Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2008

45. Η συνάντηση





- Στράτο;
- Ποιος είναι;
- Σε ξύπνησα;
- Ναι. Ποιος είναι;
- Η Μαρίνα.
- ….
- Καλύτερα να τηλεφωνήσω αργότερα.
- Τι θέλεις;
- Μάλλον είσαι από ξενύχτι. Θα σου τηλεφωνήσω αργότερα.
Η καρδιά μου κόντευε να σπάσει. Ακόμη δεν μπορώ να καταλάβω που βρήκα την απίστευτη δύναμη για να του τηλεφωνήσω. Και μάλλον δεν με είχε καταλάβει. Κοιμόταν ακόμη. Πως μπορείς να μιλήσεις σε κάποιον όταν ακούγεται στο ακουστικό ακόμη νυσταγμένος; Κοίταζα το ακουστικό και προσπαθούσα να συνέλθω. Γιατί όταν θες να ξεφύγεις από κάτι να μην μπορείς και να βρίσκεται πάντα μπροστά σου; Δεν μου ήταν εύκολο να σηκώσω το ακουστικό του τηλεφώνου και να τηλεφωνήσω στον Στράτο. Δεν είχα δικαιολογία. Αυτό που με κρατούσε όμως δέσμια ήταν η υπόσχεση που έδωσα στην μητέρα του να του μιλήσω. Γιατί με ακούει, όπως μου είπε η ίδια. Πως μπορούσα όμως να το κάνω αυτό; Πως μπορούσα να φορτώσω την ευθύνη στον Στράτο για κάτι που εγώ δεν ήξερα επειδή ήμουν μακριά του και η πληροφόρηση ερχόταν απ’ την μητέρα του; Πως ήμουν σίγουρη ότι όλα όσα μου είπε ήταν σωστά; Ποια ήμουν εγώ που θα τον έκρινα αν ήταν σωστή ή λάθος η επιλογή της Δανάης; Όσο και να με πονούσε αυτό δεν είχα το δικαίωμα να τον κρίνω. Εγώ ήμουν αυτή που του είχε αφήσει το περιθώριο και δεν είχα το δικαίωμα πια να …ζητήσω το αίμα μου πίσω. Που θα έβρισκα την δύναμη να τον συναντήσω αν τελικά δεχόταν; Τι δικαιολογία θα έπρεπε να βρω για να τον συναντήσω; Πως θα παρίστανα ότι δεν είχε συμβεί τίποτε; Πως μπορούσα να σβήσω απ’ το μυαλό μου έτσι απλά ότι ποτέ δεν του είπα το «σ’ αγαπώ»; Τι θα του έλεγα; Έτσι ξαφνικά θα με άκουγε; Αν μου αρνιόταν; Αν μου έλεγε πως δεν θέλει να έχει καμία σχέση μαζί μου, μετά από την τελευταία μας συνάντηση; Αν μου έλεγε πως τον ζήλευα και ήθελα να του χαλάσω την σχέση του; Αν έβρισκε τα λόγια να με πληγώσει;
Τόσα ανακατεμένα ερωτηματικά με βασάνιζαν και δεν ήξερα τι να μου απαντήσω. Παρηγοριόμουν στην σκέψη πως ο Στράτος δεν ήταν ο άνθρωπος που θα με έβγαζε απ’ την ζωή του οριστικά. Μας είχαν τύχει διάφορα στο παρελθόν παρά το γεγονός ότι δεν ήμασταν καν φίλοι, αλλά παρ’ όλα αυτά εκείνος δεν κράτησε την απόσταση. Όλο κι εμφανιζόταν ξαφνικά στην ζωή μου. Σαν να ήθελε να δηλώσει την παρουσία του. Αλλά αν τελικά αρνιόταν να με συναντήσει θα το έκανε μόνο και μόνο για να προστατεύσει την σχέση του με την Δανάη - αν τελικά ίσχυε αυτό που μου είχε πει πως η ίδια είχε επιστρατεύσει συγγενείς και φίλους της, να της λένε τα πάντα για τον Στράτο όπου τον πετύχαιναν. Θα εξαναγκαζόταν μόνο και μόνο για προστατευθεί απ’ την αστυνόμευση της που της προκαλούσε η ζήλια της!
Κοίταξα το ρολόι μου. Ήταν περίπου δώδεκα το μεσημέρι και σίγουρα είχε ξενυχτήσει στην δουλειά του. Ανάμεσα στα φαξ και τις σελίδες των ειδήσεων σκεφτόμουν πως εγώ ήμουν ο …ΟΗΕ στην ζωή του Στράτου! Γέλασα στην σκέψη. Αναρωτιόμουν αν όλα όσα γίνονταν τελικά τα έκανε ο Στράτος από ένα πείσμα για τους δικούς του, αν γι’ αυτόν η Δανάη ήταν η σανίδα σωτηρίας του για να τους δείξει ότι ήταν ανεξάρτητος κι ότι μόνος του πια σαν ενήλικας μπορούσε να πάρει αποφάσεις για την ζωή του! Άραγε με αυτόν τον τρόπο να ήθελε να στείλει το δικό του μήνυμα: πως ήταν η δική του η ζωή και πως σ’ ότι την αφορούσε, αποφάσιζε αυτός; Αν όντως ήταν αυτό το σκεπτικό του τότε καλά μπορεί να τα σκέφτηκε όλα, αλλά δεν υπολόγισε ότι όσο ζούσε στο σπίτι των γονιών του, τους κανόνες τους όριζαν εκείνοι.
Ήταν πολλά τα ερωτηματικά που είχαν συσσωρευτεί στο κεφάλι μου και οι απαντήσεις που έδινα ήταν πολύ μπερδεμένες.
Μάζεψα όπως-όπως τα χαρτιά απ’ το γραφείο μου. Ο Μάνος μπήκε βιαστικός στο δημοσιογραφικό και με ρώτησε αν ήμουν έτοιμη για το μεσημεριανό δελτίο και πια ήταν τα θέματα μου. Του είπα περιληπτικά τις κύριες ειδήσεις και ποια ήταν τα ηχογραφημένα αποσπάσματα που θα έβγαιναν στον αέρα στη μία. Κούνησε το κεφάλι του ικανοποιημένος και μου έδωσε άλλα δύο θέματα που είχε ετοιμάσει, να προσθέσω στο δελτίο.
- Μαρίνα πως βλέπεις να πηγαίνουμε; Με ρώτησε εκεί μέσα στο σύννεφο του καπνού που άφηνε το τσιγάρο του, την στιγμή που καθόταν στο γραφείο του.
- Δημοσιογραφικά; Ρώτησα.
- Ναι!
- Παρά το τρέξιμο και τις εντάσεις, αντέχουμε.
- Το πρόγραμμα πως το βλέπεις;
- Καλά κρατεί όπως δείχνει. Άλλωστε φαίνεται κι απ’ τα τηλέφωνα και την συμμετοχή των ακροατών στις εκπομπές.
- Έχω στατιστικές. Μου είπε ο Μάνος και μου έδειξε ένα πάκο με χαρτιά που έβγαλε μέσα από έναν μεγάλο φάκελο.
- Και τι λένε; Ρώτησα με απορία.
- Είμαστε πρώτοι και με διαφορά απ’ τους άλλους.
- Αναμενόμενα τα αποτελέσματα.
- Ναι. Κι αποφάσισα να κάνω κάποιες αλλαγές στο πρόγραμμα.
- Να υποθέσω ότι στις αλλαγές αυτές περιλαμβάνεται και η δική μου εκπομπή;
Ήταν γνωστό ότι η εκπομπή μου ήταν συνεχώς μετακινούμενη από ζώνη σε ζώνη στο πρόγραμμα!
- Ναι. Κόβεται.
Ξαφνιάστηκα. Ταράχτηκα. Δεν περίμενα να το ακούσω. Το μεγάλο μερίδιο στις ακροαματικότητες το είχαν τρεις εκπομπές στο ραδιόφωνο: η δική μου, του Γιώργου και του Θοδωρή. Με τι λογική θα έκοβε μια εκπομπή που ήταν κερδοφόρα;
- Για ποιο λόγο; Τον ρώτησα, προσπαθώντας να μην δείξω την ταραχή μου.
- Έχω κάτι στο νου, αλλά άσε να το επεξεργαστώ λιγάκι.
- Δηλαδή;
- Άσε με να το μελετήσω λίγο και θα σε ενημερώσω.
- Μάλιστα! Σήμερα δηλαδή δεν κάνω εκπομπή;
- Θα κάνεις κανονικά όλη την βδομάδα. Φρόντισε μόνο να ετοιμάσεις το πεδίο ότι είναι η τελευταία βδομάδα για την συγκεκριμένη εκπομπή. Άσε κάποιο υπονοούμενο να πλανάτε στον αέρα.
Έμεινα άφωνη. Οι κατραπακιές διαδέχονταν η μία την άλλη. Θα έπρεπε να συναντήσω τον Στράτο και να κάνω την χαρούμενη στην εκπομπή μου γιατί μου την κόβουν, χωρίς κάποια ουσιαστική δικαιολογία! Δεν ξέρω τι είχε κατά νου ο Μάνος, όμως διαισθανόμουν πια πως έφτανε και το δικό μου τέλος σε αυτό το ραδιόφωνο. Το ότι τα πράγματα κυλούσαν τρομακτικά ήρεμα, μας έκανε τους περισσότερους να μην ξέρουμε τι θα μας ξημερώσει αύριο. Θα είχαμε δουλειά ή όχι;
Εκφώνησα τις ειδήσεις στη μία, τακτοποίησα το γραφείο μου όπως κάθε φορά και τώρα στο μυαλό μου είχε καρφωθεί η σκέψη τι δικαιολογία να βρω για να συναντήσω τον Στράτο. Ο Γιώργος έλειπε και το μόνο άτομο –εκτός του Λάμπη στο κοντρόλ- που βρισκόταν τέτοια ώρα στις εγκαταστάσεις του σταθμού ήταν ο Θοδωρής στη ρεσεψιόν ο οποίος και ετοίμαζε την εκπομπή του για αργότερα. Δεν άνοιξα καμιά κουβέντα για το τι μου είπε ο Μάνος. Το σίγουρο ήταν ότι θα άρχιζε μια απίστευτη ανάκριση από μέρους του για να μάθει λεπτομέρειες που δεν ήξερα. Τον χαιρέτησα βιαστική κι έφυγα. Στην διαδρομή για το σπίτι μου είχα κολλημένο στο μυαλό μου το ερώτημα «πως πλησιάζω τον Στράτο;». Ιδέα δεν κατέβαινε. Να του τηλεφωνήσω και να του ζητήσω έτσι ξαφνικά να πάμε για κάνα καφέ σαν φίλοι; Θα ήταν εντελώς ψεύτικη η δικαιολογία και δεν ήταν κάνας χαζός να χάψει το κάλεσμα. Ήθελα να γινόταν μια συνάντηση εντελώς φυσιολογική και χωρίς ψέματα. Γινόταν αυτό;
Την στιγμή που ετοιμαζόμουν να βγάλω τα κλειδιά απ’ την τσάντα μου, κάποιος κόρναρε με το αυτοκίνητό του. Δεν έδωσα σημασία γιατί θεώρησα πως προφανώς ήταν για κάποιον άλλον. Επέμεινε και γύρισα. Ο Στράτος ήταν. Είχε πάρει το αυτοκίνητο του πατέρα του. Μου έκανε νόημα να μπω μέσα. Είναι να σε θέλει η τύχη καμιά φορά. Έτρεμα ολόκληρη. Ένοιωσα τα πόδια μου βαριά κι ασήκωτα για να κάνω έστω μισό βήμα. Ο Στράτος μου χαμογελούσε και περίμενε υπομονετικά. Μπήκα.
- Μόλις τελείωσα απ’ την δουλειά. Είπα.
- Κι εγώ τρέχω για δουλειά.
- Ωχ, συγγνώμη! Δεν το κατάλαβα. Να κατέβω τότε. Είπα με μια κρυφή απογοήτευση πως τελικά δεν ήταν το τυχερό μου σήμερα.
- Κάτσε εκεί που είσαι. Θα πάμε να παραδώσω κάποια ρούχα και μετά θα πάμε για καφέ.
- Εντάξει. Είπα με μια κρυφή χαρά.
Χαρά γιατί τελικά θα έβγαζα την υποχρέωση, αλλά και με έναν κρυφό πόνο γιατί θα του παρίστανα την φίλη και το κόστος ήταν όλο χρεωμένο σε μένα. Κι ο πόνος ήταν ακόμη πιο έντονος γιατί στο κασετόφωνο του αυτοκινήτου έπαιζε μια απ’ τις κασέτες που του είχα φτιάξει με τραγούδια που αγαπούσαμε από κοινού και που του είχα στείλει όταν ήταν φαντάρος. «Ή το κάνει για να αισθανθώ εγώ άνετα ή το κάνει για να μου δηλώσει πως νοιάζεται για μένα, ή το κάνει …από απλή σύμπτωση».
- Συγγνώμη για το τηλεφώνημα νωρίτερα. Μάλλον σε ξύπνησα.
- Δεν με ξύπνησες εσύ. Ο πατέρας μου τηλεφώνησε αμέσως μετά από σένα και με ξύπνησε ήθελα δεν ήθελα για να τρέξω για τις αγγαρείες.
- Έτσι πρέπει. Του είπα.
- Ναι έτσι πρέπει, αλλά όταν κι εγώ δουλεύω και ξέρει ότι ξενυχτάω θα πρέπει να με καταλάβει. Κάνω τον μαλάκα και τρέχω ότι ώρα του καπνίσει για τις αγγαρείες.
Έβγαλε τον θυμό του. Δεν του μίλησα γιατί ήδη είχε αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα κι αυτό με τρόμαζε. Αν και ήταν η ευκαιρία που ζητούσα για ν’ αρχίσω την κουβέντα μαζί του, το προσπέρασα ώστε να κάτσουμε κάπου για εκείνον τον καφέ και να τα πούμε χωρίς να κινδυνεύουμε να συγκρουστούμε πουθενά.



Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν ότι υπήρχε ο χρόνος από πλευράς του να βγούμε για καφέ. Μόλις κάτσαμε σε μια κεντρική καφετέρια βολεύτηκε άνετα βγάζοντας το μπουφάν του κι αφήνοντας τα τσιγάρα του στο τραπεζάκι:
- Η Δανάη; Τον ρώτησα.
- Καλά είναι! Μου απάντησε ανάβοντας τσιγάρο.
- Θα έρθει από εδώ; Ρώτησα για να λάβω τα μέτρα μου’ να φύγω πριν εμφανιστεί.
- Όχι ρε συ! Γράφει αγγλικά σήμερα και θα βρεθούμε το βραδάκι. Για πες! Τι κάνεις; Που χάθηκες;
- Εγώ… Καλά είμαι. Δουλειά! Τι άλλο; Είπα διστακτικά κοιτάζοντας ολόγυρα την καφετέρια.
- Χάθηκες όμως. Ούτε ένα τηλέφωνο.
- Ναι! Αλλά σου είχα υποσχεθεί ότι δεν θα σε ενοχλούσα ξανά.
Απέφυγε να με κοιτάξει και ξεφύσησε τον καπνό του δυνατά γιατί μάλλον θυμήθηκε πως είχε καταλήξει η τελευταία μας συνάντηση.
- Ο Γιάννης; Με ρώτησε χωρίς να σχολιάσει την απάντησή μου.
- Ο Γιάννης είναι εδώ, για το Πάσχα. Γιατί δεν του τηλεφωνείς να βρεθείτε να τα πείτε;
- Αυτό θα κάνω. Θέλω να του μιλήσω.
Ήταν ψεύτης. Αποκλειόταν να τηλεφωνήσει στον αδερφό μου. Απ’ την εποχή που έφυγε με μετάθεση απ’ την Ρόδο στο πεντάγωνο δεν είχε δώσει ούτε σημείο ζωής στον φίλο του. Κι ο αδερφός μου πάντα ρωτούσε εμένα για τον Στράτο: τι έκανε, πως ήταν, πότε απολυόταν και λοιπά. Και τώρα που πέρασαν δύο μήνες απ’ το τέλος της στρατιωτικής του θητείας, δεν έκανε ούτε μισό τηλεφώνημα στον φίλο του. Κι είχε δίκιο ο αδερφός μου να εκνευρίζεται για το πόσο φίλος του ήταν τελικά ο Στράτος.
- Ξέρεις τι μου ‘χει λείψει ρε Μαρίνα; Μου είπε μετά από λίγο.
- Τι;
- Εκείνες οι διακοπές μας.
- Πάρε την Δανάη και πηγαίνετε σε εκείνο το μέρος.
- Δεν είναι το ίδιο. Άλλο με την Δανάη κι άλλο με σένα και τον Γιάννη. Καλά θα ήταν να το επαναλαμβάναμε.
- Ας έρθει το καλοκαίρι και καλώς εχόντων των πραγμάτων, το κανονίζουμε. Μπορεί να δουλεύετε εσύ κι ο Γιάννης.
Χαζογελούσα. Βαθιά μέσα μου ήθελα να το επαναλαμβάναμε, αλλά δεν ξέρω πως θα ήταν πια μεταξύ μας η σχέση έτσι όπως είχαν έρθει τα πράγματα. Δεν ξέρω αν θα ήμασταν εκδηλωτικοί ή θα κρατούσαμε για τα καλά τις αποστάσεις. Με πλήγωνε και χαιρόμουν συνάμα που εκείνες τις διακοπές τις είχε στο μυαλό του ακόμη. Εγώ απέφευγα να τις σκέφτομαι. Αν και στο βάθος ήξερα πως ήταν οι ωραιότερες της ζωής μου.
- Γιατί γελάς;
- Εσύ σκέφτεσαι τις διακοπές κι εγώ σκέφτομαι πως θα αντιδρούσε η Δανάη βλέποντας μας εδώ να κάνουμε παρέα.
- Μη μου το θυμίζεις!
- Τι πράγμα;
- Ζηλεύει. Αν μας έβλεπε μαζί τώρα…
- Το ‘χω καταλάβει ότι ζηλεύει, αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί.
- Εσένα ειδικά σε ζηλεύει πολύ περισσότερο.
- Γιατί ειδικά εμένα;
- Άσε μην το ψάχνεις!
Ο σερβιτόρος μας έφερε τους καφέδες που παραγγείλαμε λίγο πριν κι όταν πια μείναμε ξανά οι δυο μας ήθελα να μάθω περισσότερα. Η αλήθεια είναι ότι την ζήλεια της Δανάης την είχα ζήσει στο …πετσί μου στην τελευταία συνάντηση που είχαμε όλοι μαζί. Κι επιπλέον η κουβέντα είχε έρθει εκεί που έπρεπε να έρθει, αβίαστα και χωρίς να μεσολαβούν δικαιολογίες και ψέματα δικά μου.
- Λοιπόν; Θα μου πεις γιατί ειδικά εμένα ζηλεύει η Δανάη;
Με κοιτούσε στα μάτια για πρώτη φορά και ήδη μου απαντούσε. Ήθελα όμως να το ακούσω.
- Ξέρει για μας. Είπε έπειτα από μερικά λεπτά σιωπής μεταξύ μας.
Ήταν ψέμα. Δεν μπορεί. Γι’ αυτό εκείνη μου έδειχνε ανοιχτά ότι της ήμουνα ανεπιθύμητη. Τώρα καταλάβαινα την επιμονή της να μη με συνοδεύσει ο Στράτος μέχρι τα ταξί στην τελευταία μας συνάντηση. Τώρα καταλάβαινα. Άκουσα καλά όμως;
- Ξέρει για μας; Ρώτησα για να βεβαιωθώ.
- Ναι!
- Γιατί το έκανες;
- Ήθελα να την δοκιμάσω. Να δω αν ζηλεύει.
- Και τελικά είσαι ικανοποιημένος έτσι όπως τα κατάφερες;
- Καθόλου. Πίστεψέ με καθόλου. Στην αρχή ικανοποιήθηκα, αλλά μετά κατάλαβα ότι έκανα μεγάλη μαλακία.
Στο κεφάλι μου περνούσαν όλες οι βρισιές που μπορεί να ξεστομίσει ένας άνθρωπος σε έναν άλλον όντας αγανακτισμένος. Συγκρατήθηκα και προσπαθούσα να χωνέψω το μαντάτο. Τουλάχιστον η Δανάη του έδινε αυτό που εγώ απέφευγα να κάνω αυτή την στιγμή. Τον τιμωρούσε. Και δεν ήταν στον χαρακτήρα μου να τον τιμωρήσω κάπως. Με τι τρόπο άλλωστε; Το ότι προσπαθούσα να μείνω μακριά του ήταν για δικό μου καλό και τελικά πολύ καλά έκανα. Ο ίδιος προφανώς δεν είχε αντιληφθεί το μέγεθος της τιμωρίας. Για να νοιώσει αποκλειστικά δικός της τον απομάκρυνε με τον τρόπο της απ’ τους φίλους του και την οικογένειά του. Έτσι θα ένοιωθε προστατευμένη. Ήταν όμως αγάπη αυτή; Μια επιπολαιότητα του, τον έκανε να πληρώνει τα σπασμένα κι αυτός να ξεσπά στην οικογένειά του. Εκείνοι έβλεπαν τι συνέβαινε, εκείνος απλώς απέφευγε να το επιβεβαιώσει.
- Είμαι μαλάκας! Είπε μετά από λίγο.
- Καταλαβαίνεις τι ακριβώς έχεις δημιουργήσει με αυτό;
- Την έκανα να ζηλέψει.
- Τόσο που σου κάνει την ζωή δύσκολη κι ακόμη περισσότερο των δικών σου. Γιατί μη μου πεις ότι τα πράγματα στο σπίτι είναι καλά!
Δεν μίλησε. Τι να πει; Πώς να δικαιολογηθεί; Η τιμωρία του ήταν η Δανάη και την υπόμενε. Υπόμενε την συμπεριφορά της γιατί ο ίδιος της την είχε προκαλέσει.
- Καταλαβαίνω ότι ήθελες να είσαι ξεκάθαρος μαζί της. Ήθελες να ξέρει τα πάντα για σένα. Όπως πιστεύω ότι έκανε κι εκείνη. Αλλά τη δική μας την περίπτωση, άξιζε να της την αναφέρεις;
Το πώς κρατούσα την ψυχραιμία μου, αναρωτιόμουν κι η ίδια. Αν ήταν άλλη στην θέση μου θα τον είχε λούσει με τον φραπέ του και θα σηκωνόταν να φύγει!
- Και που το ξέρεις εσύ;
Η ερώτησή του αυτή με κοκάλωσε. Τι ήταν αυτό τώρα;
- Ήμουν μια απ’ τις μεγάλες σου εμπειρίες;
Ήθελα να δω με ποια θα μπορούσε να με συγκρίνει.
- Και είσαι!
Έμεινα για κάμποση ώρα να τον κοιτάζω σαν χαζή προσπαθώντας να βρω τις κατάλληλες λέξεις. Τι ‘εμπειρία’ του πρόσφερα εγώ;
- Στράτο δεν είναι αστεία πράγματα αυτά. Ότι και να είμαι για σένα, ότι και να σημαίνω, σε παρακαλώ να μην αναφέρεις ξανά καν το τι έγινε με μας. Πάει πέρασε. Έληξε. Κι έληξε πριν καν αρχίσει. Και η ζωή συνεχίζεται και εσύ θα πρέπει να ισορροπήσεις λίγο τα πράγματα. Να κάνεις κάτι με τους δικούς σου. Αυτή σου η επιπολαιότητα έχει δημιουργήσει πρόβλημα στο σπίτι σου και νομίζεις ότι αποφεύγεις να το δεις για χάρη της Δανάης.
- Μαρίνα δεν το αποφεύγω. Ξέρω τι γίνεται.
- Ξέρεις; Και τότε τι κάνεις για να φύγει όλη η ένταση; Τις προάλλες περάσαμε με τον Γιάννη απ’ το καθαριστήριο και η μάνα σου ήταν χάλια. Αδυνατισμένη, ταλαιπωρημένη, εξασθενημένη απ’ την αλλεργία που της έχει δημιουργήσει το άγχος για σένα. Κι απογοητευμένη!
- Μαρίνα το όλο θέμα ξεκινά απ’ το γεγονός ότι δεν δέχονται πως έχω μια σχέση με κάποια κοπέλα και θέλουν να είμαι στα πόδια τους συνέχεια και να τρέχω μονίμως για αγγαρείες. Εδώ δεν μπορώ να ζω έτσι. Έχω την κοπέλα μου, έχω την δουλειά μου! Δεν θέλω τίποτε άλλο.
Αν και ήθελα να τον προκαλέσω και να μου πει γιατί μόνο με την συγκεκριμένη κοπέλα είναι αρνητικοί οι δικοί του, τελικά το προσπέρασα γιατί δεν ήθελα να τον εκνευρίσω. Ήταν ένα πολύ λεπτό και προσωπικό του ζήτημα. Η περιπέτειά μας ήταν μόνο η αφορμή για την Δανάη μάλλον για να μπορέσει να διασφαλίσει την σχέση της, του γινόταν αποπνικτική.
- Και η οικογένειά σου; Τον ρώτησα.
- Θα τους δεχθώ αν δεχθούν την Δανάη!
- Μήπως οι δικοί σου έχουν κάνει πίσω αλλά όχι η Δανάη;
Δεν μου απάντησε. Έσκυψε κι έπαιζε με το κουτί των τσιγάρων του. Απέφευγε να με κοιτάξει στα μάτια. Τι να πει; Ήξερε ότι όλη αναστάτωση θα έφευγε αν υποχωρούσε ο ίδιος. Τον κοίταζα και ένοιωθα πως τρόμαζε πως θα έχανε την ανεξαρτησία του.
- Αν όντως ισχύουν αυτά που είπες –συνέχισα τελικά εγώ- πρέπει να κάνεις μερικές υποχωρήσεις. Ζεις με την οικογένειά σου μαζί, δεν είσαι μόνος. Όποτε επιστρέφουν απ’ το μαγαζί εσύ λείπεις στην Δανάη. Επιστρέφεις το απόγευμα, έχοντας χρόνο μόνο για να ετοιμαστείς για την δουλειά. Τελειώνεις το πρωί, επιστρέφεις και πέφτεις για ύπνο, ξυπνάς και λείπεις πάλι στην Δανάη. Γυρίζεις το μεσημέρι τρως και ξαναφεύγεις με την Δανάη. Κι εκείνοι δεν προλαβαίνουν να σε δουν. Έτσι δεν είναι τα πράγματα;
Με άκουγε κι έπαιζε με τον αναπτήρα του και μη μπορώντας να αρθρώσει μια λέξη έστω σαν δικαιολογία.
- Ναι! Μου απάντησε τελικά επιβεβαιώνοντας την σκέψη μου.
- Γιατί δεν τους δίνεις λοιπόν την ευκαιρία να σε βλέπουν κι αυτοί; Γύρισες από φαντάρος και δεν σε έχουν χαρεί. Αν είναι αντίθετοι με την Δανάη είναι επειδή δεν σε βλέπουν. Αν αρχίσεις να τους βλέπεις να δεις που θα φτιάξουν τα πράγματα. Τώρα όσο για μένα’ αφού κατάφερες να τα κάνεις σαν τα μούτρα σου θα παραμείνω μακριά. Δεν θέλω η παρουσία μου να σου δημιουργεί περισσότερα προβλήματα με την Δανάη. Κάνε μου όμως την χάρη να κάνεις ένα βήμα πίσω τον εγωισμό σου και να τα βρεις με την οικογένειά σου. Να σε βλέπουν λίγο παραπάνω θέλουν.
- Θα προσπαθήσω.
Μου είπε σιγά με το κεφάλι σκυφτό. Δεν ξέρω αν τελικά θα έκανε την υποχώρηση, αλλά ήθελα να πιστεύω πως θα το έκανε μόνο και μόνο για χάρη μου.
- Συγγνώμη για την ένταση πριν. Παρασύρθηκα.
Δεν είχα λόγια να δικαιολογήσω ότι μου είπε λίγο πριν. Μόνο και μόνο για να δει αν ζηλεύει η κοπέλα του, πρόδωσε εμένα. Τον κοιτούσα:
- Δεν πειράζει. Μου άξιζε. Όπως και να αντιδρούσες θα το καταλάβαινα. Και να έφευγες θα σε καταλάβαινα. Και να με έφτυνες θα το δεχόμουν. Και κλωτσιά στ’ αρχίδια να μου έριχνες θα το δεχόμουν κι αυτό. Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι ζηλεύει τόσο πολύ η Δανάη.
- Τέλος πάντων. Η ζήλεια της είναι παράφορη όπως και να το κάνουμε. Τώρα πια δεν γίνεται να πάρεις πίσω όλα όσα της είπες για μένα. Πρέπει να φύγω. Πρέπει να επιστρέψω στο σπίτι γιατί έχω δουλειά.
- Κάτσε λίγο ακόμη να μου κάνεις παρέα.
- Θα καθόμουν, αλλά δεν θέλω να σου δημιουργήσω μεγαλύτερο πρόβλημα σε περίπτωση που μας πετύχει τυχαία η Δανάη και δεν θέλω κάτι τέτοιο.
Σηκώθηκα απ’ το κάθισμά μου φανερά ενοχλημένη απ’ τις αποκαλύψεις του. Με πονούσαν πολύ. Ένοιωθα πως είχε τσαλαπατήσει κάθε στιγμή μας, μόνο και μόνο για ένα καπρίτσιο!
- Σε αφήνω! Να προσέχεις!
Του είπα έχοντας στο μυαλό μου πως δεν θα τον ξανάβλεπα πια. Ήμουν ανακουφισμένη που έβγαλα την υποχρέωση μου απέναντι στην οικογένειά του, αλλά όλα πια εξαρτιόνταν απ’ τον ίδιο.
- Μαρίνα! Τον άκουσα όταν απομακρύνθηκα από κοντά του.
Γύρισα το κεφάλι μου και μου έκανε νόημα να τον πλησιάσω. Τι να ήθελε τώρα να μου πει;
- Τι είναι; Ρώτησα απορημένη.
- Δεν θέλω να χαθείς πάλι. Παίρνε κάνα τηλέφωνο.
Τον κοίταζα αμίλητη και δεν ήξερα τι να του πω. Δεν ξέρω αν αισθανόταν το παραμικρό για μένα ή το έκανε μόνο και μόνο από υποχρέωση που είχε παίξει την ύπαρξή μου για την ζήλια της Δανάης. Όμως όσο και να ήθελα να είμαι στην ζωή του δεν το έβρισκα σωστό και πρέπον να είμαι. Δεν του υποσχέθηκα τίποτε. Του χαμογέλασα κι έφυγα.




Κεφάλαιο 46

Δεν υπάρχουν σχόλια :