Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2007

3. Πρόκληση



Η παραλία της περιοχής είχε αρκετό τουρισμό αυτή την εποχή, σύμφωνα με τα λεγόμενα της μητέρας μου. Κι αν λάβω υπ' όψιν μου αυτά τότε αυτή την ώρα είχε πολύ ησυχία ίσως επειδή ήταν νωρίς το πρωί για τους περισσότερους κατοίκους. Τα σπίτια είχαν κάποια απόσταση μεταξύ τους, ενώ τα αυτοκίνητα που κυκλοφορούσαν αυτή την ώρα ήταν λιγοστά. Οι περισσότεροι δε από τους ντόπιους και τους επισκέπτες προτιμούσαν να μετακινούνται ή περπατώντας ή με ποδήλατο. Οι δε δρόμοι δεν ήταν όλοι σε καλή κατάσταση. Οι δυο κεντρικοί που οδηγούσαν στον οικισμό ήταν ασφαλτοστρωμένοι ενώ οι υπόλοιποι ήταν σε κατάσταση ... λίθινης εποχής προς μεγάλη απελπισία πολλών κατοίκων που έτρωγαν την σκόνη με το κουτάλι από οδηγούς που θεωρούσαν ότι συμμετείχαν στο ράλι "Ακρόπολις"!
Όλα τα καταστήματα ήταν συγκεντρωμένα στον οικισμό: ψιλικατζίδικα, μίνι μάρκετς, φούρνοι, ψησταριές, ψαροταβέρνες, πιτσαρίες, καφετέριες, ενώ τα δε κλαμπάκια βρίσκονταν κάπου πιο έξω αλλά όχι και πολύ μακριά από εκεί! Πέρα απ' το κέντρο της περιοχής όλα έδειχναν διαφορετικά όταν ακολουθούσες τον δρόμο που οδηγούσε στο κάμπινγκ και πολύ πιο πέρα. Έβλεπες να απλώνονται σε μια σειρά μεγάλα κεραμοσκέπαστα σπίτια σε μεγάλα πευκόφυτα ή καλλιεργήσιμα κτήματα. Και όσο ακολουθούσες τον δρόμο ξαφνικά διαπίστωνες ότι κάπου μέσα στο δάσος υπήρχε το κάμπινγκ που το έκανε ξεχωριστό λόγω του πλήθους του κόσμου αλλά και των απίστευτων ανέσεων που παρείχε όπως διαπίστωσα στην πορεία και το έκανε ένα απ' τα πρώτα και καλύτερα σε οργάνωση ανά την Ελλάδα! Αλλά και μόνο το σκεπτικό να έχεις την σκηνή σου κάτω από πεύκο και να ξυπνάς το πρωί απ' τα απίστευτα αρώματα των δέντρων και της βλάστησης ολόγυρα ήταν σαν να ζούσες σε όνειρο! Στο σύντομο πέρασμα μας με το αυτοκίνητο από εκεί βλέπαμε τους επισκέπτες κάθε ηλικίας να πηγαινοέρχονται πότε στην θάλασσα, πότε στις σκηνές ή τα μπακαλόους τους ή στο μπαρ για να πιουν καφέ... Ζήλεψα το πόσο χαλαροί ήταν όλοι και το πως απολάμβαναν τις διακοπές τους σε αυτό εδώ το μέρος! Περάσαμε το κάμπινγκ και ακολουθούσαμε το δρόμο πέρα από αυτό. Η περιοχή είχε ένα μοναδικό προνόμιο: δασώδες βουνό και θάλασσα! Δεν υπήρχε περίπτωση να μην περάσει κανείς καλά με την παρέα του ή να χαλαρώσει αν ήθελε μοναχικές διακοπές!
Η περιοχή εξελισσόταν και γενικώς οι κάτοικοι έχτιζαν τα σπίτια τους με βάση τις νέες αρχιτεκτονικές τάσεις! Κατά κάποιο τρόπο… Μιας και οποιοδήποτε σχέδιο κι αν είχε κάποια νεόκτιστη οικοδομή θα έπρεπε να καταλήξει στην κεραμοσκεπή, έτσι αυτό πρόσδιδε μια πιο παραδοσιακή εικόνα στην περιοχή. Πάντως από την τελευταία φορά που είχα έρθει εδώ, όλα είχαν αλλάξει: οι καλύβες μετατράπηκαν σε νεοκλασικές μεζονέτες, τα περισσότερα κτήματα είχαν περιφραχτεί και γενικώς υπήρχε έντονο το στοιχείο της ανάπτυξης και της εξέλιξης! Ο Στράτος έδειχνε ενθουσιασμένος. Δεν ξέρω αν αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι ερχόταν πρώτη φορά στην περιοχή και του άρεσε πάρα πολύ ή είχε ξανάρθει στο παρελθόν και τον ενθουσίαζαν οι αλλαγές. Δεν ξέρω, αλλά ποτέ δεν ενθουσιαζόμουν με κάποια πόλη ή χωριό αμέσως με το πρώτο πέρασμα. Κι αυτό γιατί ήξερα πως οι ομορφιές κρύβονταν σε μη εμφανή σημεία. Αλλά και πάλι όλοι οι άνθρωποι δεν είμαστε το ίδιο και δεν αντιδρούμε το ίδιο σε κάτι!
Ο αδερφός μου κοιτούσε και ξανακοιτούσε τον φίλο του κι απορούσε, τι ήταν αυτό που τον είχε ενθουσιάσει τόοοοοσο πολύ στην περιοχή που τώρα αναπτυσσόταν και που ακόμη το μεγαλύτερο μέρος παρέμενε ένας μεγάλος κάμπος με ελιές και χωράφια! Δεν του μίλησε ούτε τον ενόχλησε και τον άφησε να ‘χει το στόμα ανοιχτό για πολύ ακόμη. Η μητέρα μου βλέποντας την εικόνα του Στράτου κι αποφεύγοντας από ευγένεια να μην γελάσει, άφησε αυτόν και τον αδερφό μου στο κάμπινγκ. Σίγουρα εκεί ο Στράτος θα έβρισκε πιο ενδιαφέροντα πράγματα για να ενθουσιαστεί… Εγώ δεν τους ακολούθησα παρά την επιμονή της μητέρας μου και τον απελπιστικά κουραστικό τρόπο του Στράτου να με πείσει κι αυτός. Και που τελικά ήταν το τελευταίο πράγμα που θα σκεφτόμουν γενικώς… Προτίμησα να βοηθήσω την μητέρα μου να σουλουπώσουμε λίγο το σπίτι να το καθαρίσουμε να φτιάξουμε τα κρεβάτια μας, να τακτοποιήσω τα πράγματα. Είχα πράγματα να κάνω κι αυτό το ήθελα για μένα. Με βοηθούσε να σκέπτομαι λιγότερο…

Η αλήθεια είναι ότι πλησίαζε πια μεσημέρι. Καθόμουν κάτω απ’ την παχιά σκιά της συκιάς στην αυλή και αναρωτιόμουν αν ήταν προτιμότερο να πάω για κάνα μπανάκι ή να μαγειρέψω. Οι δυο συγκάτοικοι μου απολάμβαναν τον καφέ τους κι εγώ αυτή την στιγμή σκεφτόμουν αν θα έπρεπε να φερθώ σαν νοικοκυρά… Οι διακοπές ήταν κοινές. Άρα δεν γινόταν να είμαι η δούλα της παρέας κι οι άλλοι να περνάνε καλά διασκεδάζοντας με διάφορους τρόπους όλη μέρα. Η μητέρα μου είχε προθυμοποιηθεί να μαγειρέψει αλλά δεν της το επέτρεψα. Ήταν αρκετό το γεγονός ότι προσφέρθηκε να μας φέρει εδώ πάνω και η ίδια να επιστρέψει πάλι πίσω σχεδόν αμέσως, αφού πρώτα πότισε τα λουλούδια στην αυλή. Εγώ είχα φροντίσει να κάνω όλα τα υπόλοιπα: σκούπισα, σφουγγάρισα, έπλυνα κουφώματα, έστρωσα τα κρεβάτια μας, έβγαλα σε αναμονή κεριά και λάμπες πετρελαίου για το βράδυ (μιας και το σπίτι ακόμη δεν είχε ηλεκτροδοτηθεί) κι εφόσον όλα τελείωσαν ήμουν σε δίλλημα. Ο Γιάννης κι ο Στράτος δεν έλεγαν να φανούν παρά το γεγονός ότι είχε περάσει πάρα πολύ ώρα απ’ την στιγμή που τους αφήσαμε στο κάμπινγκ. Το θέμα ήταν αν εγώ έφευγα, πως θα έμπαιναν στο σπίτι; Χωρίς την δούλα, τι θα έτρωγαν; Αποφάσισα λοιπόν και τους μαγείρεψα κάτι πρόχειρο και γρήγορο και τους άφησα και σημείωμα: «Είμαι στην θάλασσα». Τίποτε λιγότερο, τίποτε περισσότερο. Ίσως επιστρέφοντας να μην τους έβρισκα στο σπίτι ή ο Γιάννης να ‘χε δικό του κλειδί και να βόλευαν κάπως την όλη κατάσταση ή τελικά να έρχονταν κι αυτοί για μπάνιο! Πήρα το ποδήλατό μου κι έφυγα!



Η ακτή ήταν σχεδόν απέραντη! Η θάλασσα γαλήνια κι εγώ στεκόμουν και την κοιτούσα κι αναρωτιόμουν αν μπορούσε να με πάρει μακριά, σε άλλα μέρη! Όλα ήταν μπερδεμένα στο μυαλό μου αυτή την στιγμή. Συνειδητοποιούσα ότι αυτό το δεκαήμερο ήταν η προσωρινή μου λύση στον να μην τον βλέπω και να μην πονώ. Επιστρέφοντας όμως πάλι πίσω, πως θα τον αντιμετώπιζα; Με τι τρόπο θα έπρεπε να καταπνίξω τα συναισθήματά μου και να συμπεριφερθώ όπως αρμόζει; Βημάτισα στην καυτή άμμο και πλησίασα στην ακτή. Έβγαλα την ψάθα και την άπλωσα και κάθισα. Πετούσα μικρά βοτσαλάκια στην θάλασσα από αμηχανία και κοίταζα πέρα μακριά. Ένοιωθα την απόγνωση μου και πονούσα. Είναι απίστευτο το πώς πονά κανείς όταν την συνειδητοποιεί κι αρχίζει να σκέφτεται κάπως πιο ψύχραιμα! Άπλωσα λάδι στο δέρμα μου και ξάπλωσα πριν πέσω για μπάνιο. Εικόνες ξένοιαστες περνούσαν απ’ το μυαλό μου και το πρόσωπο του Γιώργου ήταν λες και είχε καρφωθεί εκεί. Θυμήθηκα πως όταν ξεκίνησα στην δουλειά με ήθελε βασική συνεργάτιδα στην εκπομπή του και τελικά το μόνο που έκανα ήταν να κρατώ τα πολλά τηλέφωνα στο στούντιο μιας κι εκείνος δεν είχε τον χρόνο να το κάνει κι αυτό αν και στην ουσία δεν ήταν τίποτε, εμένα με ευχαριστούσε και μου άρεσε που με είχε προτιμήσει. Θυμήθηκα πόσο πολύ είχε ενδιαφερθεί να με στείλει σε ένα επιδοτούμενο σεμινάριο για το ραδιόφωνο και πόσο είχε στενοχωρηθεί όταν τελικά από παρεξήγηση δεν με δέχθηκαν. Θυμήθηκα πως καμιά φορά πρόσεχε τις λεπτομέρειες της εμφάνισης μου κι αν κάτι του άρεσε το σχολίαζε με ευχαρίστηση. Θυμήθηκα πόσο χαιρόταν που η εκπομπή μου μέρα με τη μέρα κέρδιζε σε ακροαματικότητα και ήταν αυτός που δεν ήθελε να αλλαχτεί η ώρα μετάδοσής της στις αλλαγές προγράμματος που γίνονταν καμιά φορά. Θυμήθηκα… και τι δεν θυμήθηκα! Και με πήραν τα κλάματα. Έκανα μια προσπάθεια να τα καταπνίξω, όμως δεν άντεξα και ξέσπασα. Ίσως επειδή το χρειαζόμουν βαθιά μέσα μου. Το θέμα είναι ότι αφέθηκα στον ενθουσιασμό κι αυτός με συνεπήρε και μέσα μου δημιουργήθηκαν συναισθήματα που δεν έπρεπε να αφήσω να εξελιχθούν σε έναν μονόπλευρο έρωτα που εκείνος απλά είχε υποψιαστεί και που δεν τολμούσα να του εξομολογηθώ… Σηκώθηκα και έπεσα στην θάλασσα αμέσως και κολύμπησα αρκετή ώρα. Ήθελα τόσο πολύ να τα διαγράψω όλα αυτά απ’ το μυαλό μου, όμως κάπου στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου ήξερα πως δεν θα το κατάφερνα γιατί υπήρχε πάντα η επιστροφή.
Κοίταξα στην ακτή: ούτε Γιάννης, ούτε Στράτος είχαν φανεί. Είπα μήπως και έκαναν κάνα πέρασμα στην θάλασσα, αλλά μια εικόνα είχε κολλήσει αυτή την στιγμή στο μυαλό μου: ο αδερφός μου διάβαζε αθλητική εφημερίδα κι ο Στράτος καταπιανόταν στο δικό του σπορ, το φλερτ! Τόσο σίγουρη ήμουν που επιστρέφοντας στο σπίτι θα μου εξηγούσε το «πόσα απίδια μπάζει ο σάκος»! Τρομάρα του!
Τελικά όσο κι αν νομίζω ότι τον απεχθάνομαι πρέπει να παραδεχθώ ότι υπήρχαν στιγμές που είχε καταφέρει να με πλησιάσει και ίσως ο τρόπος που είχε έρθει κοντά μου να με είχε ενοχλήσει… Ίσως και πάλι όχι. Δεν το είχα ψάξει μέσα μου, άλλωστε την παρουσία του επισκίαζε ο Γιώργος. Ομολογώ όμως ότι υπήρχαν στιγμές που ενώ περίμενα να με πλησιάσει ο Γιώργος το έκανε ο Στράτος. Και ποτέ δεν μπόρεσα να εξηγήσω αυτές τις περίεργες συμπτώσεις στις οποίες ποτέ δεν έδωσα σημασία, γιατί απλά θεώρησα ότι δεν άξιζαν.
Κολύμπησα προς την ακτή και βγήκα. Άπλωσα και πάλι λάδι στο σώμα μου και ξάπλωσα στην ψάθα μου. Ο Στράτος ήταν διαφορετικός και «χτυπούσε» πάντα όταν δεν το περίμενες. Θυμήθηκα σε μια απ’ τις δεκάδες επισκέψεις του στο ραδιόφωνο, ήρθε να μου πλασάρει καλλυντικά. Ήταν μια εποχή που έκανε τον πλασιέ, προκειμένου να κερδίσει κάποιο ποσοστό για χαρτζιλίκι, μιας και το καθαριστήριο του πατέρα του συνήθως ήταν κάτι σαν εξαναγκαστική εργασία, άσχετα αν οι επιδρομές του στην ταμειακή μηχανή ήταν συχνές! Όταν τον είδα να στέκεται μπροστά στο γραφείο μου μ’ εκείνο το ηλίθιο χαμόγελό του κολυμπώντας μέσα σ’ εκείνο το τεράστιο κοστούμι του, μου είχε φανεί τόσο αστείος που μετά βίας κρατούσα τον εαυτό μου να μην ξεσπάσει σε γέλια. Κι ο Γιώργος εκείνη την ημέρα παραδόξως έλειπε. Καλλυντικά τελικά παράγγειλα, αλλά δεν σήμαινε κι ότι αν τον ξανασυναντούσα θα υπέκυπτα στα κίνητρά του που μέχρι εκείνη την στιγμή έδειχναν αγαθά. Μου έφερε τα καλλυντικά και εκείνη την ημέρα ο Γιώργος ήταν στο ραδιόφωνο. Στο πρόσωπο του Στράτου παραδόξως διέκρινα μιαν απογοήτευση. Δεν ξέρω που οφειλόταν αλλά κι ούτε που μπήκα στον κόπο να τον ρωτήσω. Δεν ήθελα να μάθω. Δεν με ενδιέφερε άλλωστε. Με ενδιέφερε να μην δίνω αφορμές στον Γιώργο. Η ζωή μου όλη ήταν ο Γιώργος. Η πρώτη σκέψη το πρωί κι η τελευταία το βράδυ. Πάντα ήθελα τα πρωινά στο ραδιόφωνο ο πρώτος που να συναντήσω να’ ναι ο Γιώργος κι όχι η Λίτσα ή ο Λάμπης. Κάτι που γινόταν μόνο στην αχαλίνωτη φαντασία μου. Ο Γιώργος και μόνο αυτός. Που γι’ αυτόν έκλαιγα, που γι’ αυτόν γινόμουν χαλί να με πατήσει, που γι’ αυτόν ζούσα κι ανέπνεα. Και που τελικά μου έκοψε την αναπνοή με την είδηση του «αρραβώνα» του. Μια είδηση που γκρεμοτσάκισε την ζωή μου. Και που τώρα αυτό που ήθελα ήταν να τον αποβάλω οριστικά απ’ το μυαλό μου και την σκέψη μου. Δεν ήθελα να υπάρχει εκεί. Θα ήταν στην ζωή μου αλλά δεν ήθελα να συνεχίσει να ‘ναι στο μυαλό μου. Ήθελα να σταματήσει. Οριστικά.
Ο ήλιος έκαιγε το σώμα μου και το μυαλό μου μαζί.




Γύρισα στο σπίτι κατακόκκινη απ’ τον ήλιο. Κοιτάχτηκα στον καθρέπτη του δωματίου μου και ξαφνιάστηκα βλέποντας ότι μαύριζα επάνω στο μαύρισμα μου, το χρώμα που είχα αποκτήσει τις τελευταίες ημέρες απ’ τα συνεχή μπάνια στην θάλασσα. Ο Γιάννης κι ο Στράτος είχαν τελειώσει το φαγητό και το ‘χαν στρώσει στο χαρτάκι. Είχαν τραβήξει τα πιάτα στην μέση του τραπεζιού, ένδειξη πως βαρέθηκαν να κάνουν δύο βήματα πίσω τους και να αφήσουν τα πιάτα στον νεροχύτη:
- Πως ήταν η θάλασσα; Με ρώτησε ο Στράτος μόλις κάθισα κι εγώ για να πάρω μια μικρή ανάσα απ’ την ποδηλασία.
- Τέλεια! Γιατί δεν ήρθατε; Ρώτησα με την σειρά μου.
Απάντηση δεν πήρα. Εισέπραξα μόνο το πονηρό χαμόγελο του Στράτου. Ένοιωσα ένα ρίγος στην πλάτη. Δεν ξέρω γιατί με ανατρίχιασε το χαμόγελο του… Καλύτερα που δεν ήρθατε όμως, γιατί θα πνιγόμουν από όλα όσα είχα μέσα μου και τα ξέσπασα εκεί στην ακτή. Σηκώθηκα να κάνω ένα ντους στο πίσω μέρος του σπιτιού για να φύγουν τα αλάτια από επάνω μου και λίγο πριν ανοίξω την πόρτα άκουσα τον αδερφό μου:
- Από αύριο. Άλλωστε αργότερα θα πάμε για καφέ και στην συνέχεια για ποτό. Να φροντίσεις να ‘σαι έτοιμη εγκαίρως.
Βγήκα στην αυλή κι ένοιωσα κάπως θυμωμένη. Σαν δούλα έπρεπε να υπακούσω πιστά και να κάνω ότι μου λένε κάθε φορά! Τι σκατά παρέα ήμασταν και τελικά κανόνιζαν από μόνοι τους το που θα πάμε και τι θα κάνουμε; Εγώ δεν είχα λόγο; Αλλά μάλλον δεν είχα την προκειμένη στιγμή! Κι οι δούλες δεν έχουν λόγο, απλώς υπακούνε τα αφεντικά τους! Ό,τι πεις αφέντη! Μάλιστα αφέντη! Θα το φροντίσω αφέντη! Και δώσ’ του υποκλίσεις! Έτσι για να συμπληρωθεί η εικόνα να μην έχει κενά! Τέλος πάντων, ήδη αισθανόμουν κάπως και η πραγματικότητα με έκανε να αισθάνομαι ακόμη πιο χάλια όταν θα τελείωνε αυτό το δεκαήμερο. Τα πλαστικά βαρέλια που είχαμε στο πίσω μέρος του σπιτιού ήταν ήδη γεμάτα με νερό απ’ το πηγάδι και είχαν ζεσταθεί μιας κι ο ήλιος τα χτυπούσε όλη την ημέρα. Ευτυχώς βρήκαν κάτι να κάνουν και οι κύριοι! Αυτά τα βαρέλια μας πρόσφεραν ένα πρωτόγονο ντους με κάποιο κανάτι, μιας και στο σπίτι ακόμη τα υδραυλικά δεν είχαν συνδεθεί. Τι να προλάβουν να κάνουν οι γονείς μου, όταν τους προλάβαμε εμείς με τις διακοπές αυτές; Ούτως ή άλλως δεν μας αρνήθηκαν αφού ο υδραυλικός αυτή την εποχή στην περιοχή ήταν δυσεύρετος καθώς έπρεπε να καλύψει τις ανάγκες πολλών κατοίκων των γύρω χωριών! Έριξα μπόλικο νερό επάνω μου και μαζί με εμένα ξεπλενόταν και το μαγιό μου το οποίο κι έβγαλα αμέσως με το που τύλιξα το σώμα μου με μια μεγάλη πετσέτα μπάνιου. Μπήκα στο σπίτι γρήγορα κι αμέσως έκλεισα την πόρτα του δωματίου μου. Δεν ήθελα να με δει έτσι ο Στράτος. Ντύθηκα γρήγορα και πήγα για φαγητό. Έβαλα λίγο σε ένα πιάτο κι έκατσα έχοντας τον αδερφό μου απέναντί μου και τον Στράτο δίπλα, στην άλλη πλευρά του τραπεζιού. Χάζευα που έπαιζαν χαρτιά και δεν μιλούσα. Ένοιωθα κούραση. Ήδη μου έβγαινε απ’ την πρωινή φασίνα, απ’ το κολύμπι στην θάλασσα κι απ’ την ανησυχία μου για το πώς θα αντιμετωπίσω τον Γιώργο επιστρέφοντας στην δουλειά μου. Είχα σκύψει στο πιάτο μου κι έτρωγα μικρές μπουκιές, παίζοντας που και που το φαγητό με το πιρούνι. Δεν είχα και πολύ όρεξη τελικά. Με το φαγητό τον τελευταίο καιρό δεν τα πήγαινα και πολύ καλά. Αν ο αδερφός μου παρατηρούσε πως δεν έτρωγα, θα υποψιαζόταν πως κάτι δεν πήγαινε καλά με μένα και σίγουρα θα με ρωτούσε και δεν ήθελα. Προ καιρού είχε κάνει την παρατήρηση και του δικαιολογήθηκα πως ευθυνόταν το τρέξιμο της δουλειάς και δεν είχα χρόνο για φαγητό κι ότι έτρωγα σχεδόν στο πόδι κι αυτό όταν το θυμόμουν. Ήξερε πόσο λάτρευα το φαγητό και τα επιδόρπια! Όμως ήταν ξεχασμένα αυτά για μένα μιας και τελευταία έτρωγα από αγγαρεία. Ίσα-ίσα για να αντέξει ο οργανισμός μου, το ατελείωτο πρόγραμμα που ακολουθούσα στην άδειά μου, με συνεχή μπάνια άρα κολύμβηση και συνεχή ποδηλασία! Μια θεία μου στο χωριό του πατέρα μου, μου είχε δώσει μια σαφή εικόνα για το πόσο είχα αδυνατίσει: «λες και βλέπω ακτινογραφία, έχεις γίνει». Ξαφνικά είχε χαθεί η Μαρίνα με τα πιασίματά της που άλλοι τα έβρισκαν περιττά και έπρεπε να τα εξαφανίσω κι άλλοι θεωρούσαν ότι το ‘χα παρακάνει εξαφανίζοντάς τα εντελώς! Έβαλα άλλη μια μπουκιά στο στόμα μου κι ένοιωσα τα μάτια του Στράτου επάνω μου. Ένοιωσα ότι με περιεργαζόταν. Σήκωσα το κεφάλι και τον κοίταξα κι εγώ. Μου χαμογέλασε. Νευρίασα. Δεν ξέρω γιατί αλλά νευρίασα και με μια απότομη κίνηση κάρφωσα μια μπουκιά απ’ το φαγητό. Το πιάτο τραντάχτηκε, το πιρούνι έτριξε στην πορσελάνη κι απ’ το ποτήρι χύθηκε λίγο νερό.
- Πω-πω ανατριχίλα! Πρόσεχε ρε Μαρίνα. Διαμαρτυρήθηκε ο Γιάννης.
- Της ξέφυγε το πιρούνι! Πετάχτηκε ο Στράτος συνεχίζοντας να με κοιτά με εκείνον τον ενοχλητικό τρόπο. Του χαμογέλασα με απέχθεια.
- Κάτι σκεφτόμουν… είπα.
- Θα μας πεις; -με ρώτησε ο Στράτος. Ξερή!
Είπε απότομα στον αδερφό μου και πήρε το τραπουλόχαρτο που μόλις κέρδισε. Τι φοβερός παίχτης!
- Τον κωλόφαρδο! Είπε ο Γιάννης αγανακτισμένος που έχανε.
Δεν έδωσα παραπάνω σημασία κι έριξα ξανά το βλέμμα μου στο πιάτο μου. Τώρα έπρεπε να φάω κι άλλη μπουκιά; Το κοίταζα και φάνταζε σαν εχθρός μου. Ένοιωθα ήδη το στομάχι μου βαρύ, λες και είχα κατεβάσει ολόκληρο καζάνι με φαγητό.
- Θα μας πεις τι σκεφτόσουν; Επέμενε ο Στράτος.
- Δεν χρειάζεται. Είπα και τελικά την έβαλα την μπουκιά στο στόμα.
Επέμενε να με κοιτά με εκείνον τον προκλητικό του τρόπο, που εμένα με εκνεύριζε. Κοίταζε πότε τα φύλλα του και πότε εμένα, τάχα μου περιστασιακά… Για φαντάσου ο «αρραβώνας» του Γιώργου να ήταν απλά μια φάρσα μόνο και μόνο για να με πικράνει επειδή ο Στράτος ήταν τακτικός επισκέπτης στο ραδιόφωνο! Για φαντάσου να παιζόταν κάνα τέτοιο σενάριο! Γέλασα στην σκέψη και στην ιδέα που έδινα για τον εαυτό μου! Ο Στράτος με ξανακοίταξε. Σήκωσα τα μάτια μου και τον κοίταξα κι εγώ. Το βλέμμα του ήταν διεισδυτικό, λες και προσπαθούσε να με διαβάσει: «Κάτι θες εσύ, αλλά τι;». Η όρεξη μου κόπηκε και ξαναέριξα το βλέμμα μου στο πιάτο κάνοντας το δικό μου παιχνίδι. Έκανα με το πιρούνι κύκλους στο πιάτο, γύρω απ’ το φαγητό. Περίμενα την στιγμή που κάποιο άλλο πιρούνι εμφανιζόταν να πάρει μια μπουκιά απ’ το πιάτο μου κι εγώ να τρυπήσω με το δικό μου πιρούνι το χέρι αυτού που θα το έκανε. Θα ένοιωθα απίστευτη ευχαρίστηση! Θα το ευχαριστιόμουν ακόμη περισσότερο αν αυτό ήταν το χέρι του Γιώργου. Πιστεύω ότι αν μου μιλούσε για τον εαυτό του απ’ την πρώτη στιγμή που γνωριστήκαμε, ίσως τα πράγματα να ήταν πιο ξεκάθαρα και θα ήξερα κι εγώ που βάδιζα. Και φυσικά δεν θα άφηνα τον εαυτό μου να τον ερωτευτεί και δεν θα έκανα διάφορες παιδιάστικες ανοησίες για να του κεντρίζω το ενδιαφέρον: πότε φτιάχνοντάς του καφέ, πότε τηλεφωνώντας του για να τον ακούω, πότε κλείνοντας το τηλέφωνο όταν τον άκουγα να απαντά και διάφορα τέτοια ροζ κορδελάκια!!!
- Μια παρέα δεν είμαστε βρε Μαρίνα; Γιατί δεν λες τι σκέφτεσαι; Επέμεινε ο Στράτος.
Κοίτα να δεις που με βρήκε και δεύτερος μπελάς κι αυτός ήταν κι επίμονος!
- Ότι και να σκέφτομαι δεν σε αφορά. Είναι θέμα δικό μου! Του ξεκαθάρισα.
- Συγγνώμη έχεις δίκιο. Μου απάντησε ενοχλημένος προφανώς.
- Θα κόψετε τις μαλακίες κι οι δύο; Διαμαρτυρήθηκε εκνευρισμένος ο Γιάννης
ρίχνοντας μου ένα θυμωμένο βλέμμα, λες κι εγώ ήμουν αυτή που έκανα τις ενοχλητικές ερωτήσεις! Ο Γιάννης δεν γνώριζε τι γινόταν μέσα μου. Δεν ήξερε τίποτε. Δεν του είχα μιλήσει. Δεν ήθελα να ακούσω την γνωστή φράση: «εγώ δεν στα ‘λεγα;». Θα ήταν ότι χειρότερο για μένα.
Όλα έδειχναν υπέροχα! Συμπερασματικά μέσα σε μια μέρα διαπιστώσαμε ότι όλα ήταν υπέροχα: η περιοχή, ο κόσμος, η θάλασσα, ακόμη και το σπίτι που δεν παρείχε κι όλες τις ανέσεις, όπως και το γεγονός ότι ήμασταν μια …μοναδική παρέα, όλοι μας! Και τι παρέα! A! Και το κάμπινγκ ήταν υπέροχο! Μόνο που η δική μου διάθεση δεν ήταν υπέροχη. Ούτε στο ελάχιστο. Κι εγώ έπρεπε να προσποιηθώ ότι περνούσα καλά. Για πρώτη φορά ένοιωθα ανασφαλής. Δεν το είχα συνειδητοποιήσει μέχρι που πήρε το μάτι μου στην παραλία νωρίτερα κάποια ζευγάρια που έδειχναν ευτυχισμένα και ξένοιαστα που απολάμβαναν τις διακοπές τους. Και το να βλέπεις αυτή την εικόνα νοιώθεις τον εαυτό σου να γίνεται κομμάτια λες κι εσύ δεν έχεις αυτό το δικαίωμα να ζήσεις τέτοιες στιγμές. Αχ πως ονειρευόμουν κάτι τέτοιο μαζί με τον Γιώργο! Κι έτσι έμεινε τελικά. Όνειρο!
- Θες να παίξεις κι εσύ; Μου απέσπασε την προσοχή ο Στράτος.
Ένοιωσα ενοχλημένη, αλλά τελικά καλά έκανε και μου το πρότεινε κι απάντησα καταφατικά.
- Make my day! Μου είπε καθώς μοίραζε χαρτιά και με κοίταζε έντονα στα μάτια.
Γέλασα μετά βίας, γιατί απλά ένοιωθα ότι δεν ήμουν το κατάλληλο πρόσωπο για να του φτιάξω την μέρα, αλλά ένοιωσα και λίγο άβολα. Ο Γιάννης έπαιρνε τα φύλλα και έδειχνε να αδιαφορεί στο τι έκανε ο φίλος του. Ακόμη κι ένας ηλίθιος θα καταλάβαινε ότι ο Στράτος έπαιζε ανοιχτά μαζί μου έχοντας κολλήσει τα μάτια του επάνω μου! «Χέσ’ τον» σκέφτηκα και μάζεψα όπως-όπως τα πιάτα στην άκρη, για να παίζω ξερή, μαζί τους. Παίζαμε χαρτιά και απέφευγα να κοιτάζω τον Στράτο. Δεν ήθελα να τον κοιτάξω. Άλλωστε τα μάτια του έφευγαν από επάνω μου μόνο όταν ήθελε να ρίξει κάποιο φύλλο. Κι απ’ την άλλη με έκανε να απορώ ποιος ο λόγος που με κάρφωνε με τα μάτια και εκείνος μιλούσε για το πόσο όμορφο ήταν το κάμπινγκ και το πόσο ωραίο κόσμο έχει. Με έκανε να δυσανασχετήσω, αλλά απέφυγα να το δείξω: «Μαρίνα συγκρατήσου, δεν αξίζει». Κι εκείνος συνέχιζε το βιολί-βιολάκι! Προσπαθούσα να καταλάβω που το πήγαινε. Τον άφηνα να λέει διάφορα και περίμενα υπομονετικά να καταλήξει κάπου. Γιατί σίγουρα κάπου θα κατέληγε. Αλλά που; Αναρωτιόμουν τι ήταν το τόσο όμορφο σε αυτό το κάμπινγκ. Ο αδερφός μου απλά χαμογελούσε. Μάλλον ήξερε! Άλλωστε σχεδόν όλο τους το πρωί το πέρασαν εκεί, πώς να μην ήξερε ο Γιάννης; «Make my day» μου έλεγε ο Στράτος με καρφωμένο το βλέμμα του επάνω μου και καμιά φορά σιγοτραγουδούσε κάτι μες το κέφι. Το γεγονός ότι συμμετείχα στην παρτίδα τους, τον έκανε να χαρεί. Αλλά η τελευταία του κουβέντα δεν έκανε εμένα να χαρώ: η ομορφιά του κάμπινγκ, ονομαζόταν Κλαίρη!
- Δεν παίζω άλλο, βαρέθηκα. Είπα όταν πια τελείωσε η παρτίδα.
Ένοιωθα ενοχλημένη. Πολύ ενοχλημένη. Και δεν ξέρω γιατί. Συγκράτησα την ψυχραιμία μου και προσπάθησα να μην δείξω ότι με είχε ενοχλήσει αυτό που μόλις εξομολογήθηκε. Όμως, εγώ γιατί ενοχλήθηκα με τα καμώματα του Στράτου;


Κεφάλαιο 4

Δεν υπάρχουν σχόλια :