Δευτέρα, 4 Σεπτεμβρίου 2017

Δεν σε ξεπέρασα (;)...

...αυτά τα λόγια είναι ακόμη στο κεφάλι μου, όλη μέρα! Λόγια δικά μου, που τα είπα σε σένα, σε μια ιδιαίτερη  στιγμή μας... στον ύπνο μου!
Γιατί στον ξύπνιο μου, έχω ξεπεράσει την παρουσία σου. Δεν έχω ξεπεράσει όμως κάποιες όμορφες στιγμές μας, που απλά τις κρατάω κλειδωμένες σε μια τοσοδούλικη μεριά στη καρδιά μου. Μόνο αυτό και μέχρις εκεί!

Σήμερα η μέρα ξημέρωσε αλλόκοτα. Ήρθες στον ύπνο μου κι εγώ δεν ξέρω για ποιο λόγο. Δεν το ζήτησα και το μόνο μου φταίξιμο ήταν που κάποια βράδια πέρασαν απ' το μυαλό μου μερικές μικρούτσικες στιγμές από εκείνο το περασμένο καλοκαίρι, μόνο και μόνο επειδή ήταν αργά το βράδυ και που η φύση γύρω μου μύριζε όπως τότε!
Εδώ που βρίσκομαι η φύση όταν την περπατάω έτσι μυρίζει. Όπως τότε. Και ξέρεις κάτι... υπήρξε μια μικρή στιγμή που ένιωσα ένα μικρό τσίμπημα μέσα στην καρδιά. Και κάποια στιγμή ευχήθηκα να γινόταν να γύριζε ο χρόνος πίσω να ξαναζήσω αυτή την εποχή της νιότης μου, αλλά να την ζήσω όπως ακριβώς θα ήθελα κι όχι όπως τα έφερνε η στιγμή κι ο χρόνος!

Ήρθες στον ύπνο μου ενώ εγώ δεν σε αποζήτησα. Ίσως το υποσυνείδητο μου να είχε άλλη γνώμη και να μου πραγματοποίησε μια επιθυμία εκεί στο βάθος του μυαλού και της ψυχής... 

Βρίσκομαι σε ένα άγνωστο μέρος. Σε ένα κτίριο γεμάτο ατσάλι, με τεράστιες βιτρίνες και γυάλινες σκάλες. Δεν είναι κανείς εκεί. Είμαι μόνη μου και χαμένη, ψάχνοντας να βρω την έξοδο. Ξαφνικά η παρουσία μιας γηραιάς ηθοποιού με ξαφνιάζει! Η "Μάχη" απ' τα "Εγκλήματα" φανερώνεται σε αυτό το περίεργο γυάλινο κτίριο ζητώντας μου να την βοηθήσω να βγει από αυτό και να πάει στη δουλειά της. Της χαμογελάω κι ενώ είμαι έτοιμη να της δώσω μια απάντηση, βλέπω εσένα να με προσπερνάς έχοντας στον δεξί ώμο μια σκάλα αλουμινίου και στο αριστερό χέρι να κρατάς ορισμένα εργαλεία.
Δεν ξέρω... για τεχνίτης μου έμοιαζες  κι απόρησα από που κι ως που εσύ να κάνεις τέτοια ασχολία.
- Στράτο; Εσύ είσαι; σου λέω.
Με κοιτάς με αδιάφορο βλέμμα και συνεχίζεις προχωρώντας προς τις γυάλινες σκάλες που κατέβαζαν στον από κάτω όροφο. Θύμωσα! Ενώ σου μίλησα εσύ αδιαφόρησες δείχνοντας μου πόσο θυμωμένος ήσουν! Που στην ουσία ο "θυμωμένος" της υπόθεσης ήμουν εγώ. Το προσπερνάω κι αποφασίζω να δράσω. Να σου δείξω την παρουσία μου... Τρέχω και σε προλαβαίνω. Επίτηδες αφήνω να πέσουν τα χαρτιά μου και τα σημειωματάρια που είχα μαζί μου μπροστά σου και να πέσω κι εγώ μαζί κάνοντας πως ένας ξαφνικός πόνος στα πόδια με "λύγισε". Η σκέψη πως κάποτε πληγώθηκα μου έφερε ένα δάκρυ κι έκανε την έκφραση μου πιο πειστική. Υποκρινόμουν για να σου αποσπάσω την προσοχή! Και το κατάφερα... Παρατάς την σκάλα και τα εργαλεία και με πλησίασες:
- Είσαι εντάξει; Πονάς κάπου; 
Με ρωτάς συνεχίζοντας να έχεις την ίδια σκληρή όψη όπως και προηγουμένως κι αυτό με θύμωσε περισσότερο:
- Ναι... Ένας ξαφνικός πόνος στο γόνατο με λύγισε.
- Έλα σήκω, πάμε!
Μου λες ξαφνικά. Συμμαζεύεις όλα τα χαρτιά μου, με πιάνεις απ' τον αγκώνα και με σηκώνεις. Κατεβαίνουμε τις γυάλινες σκάλες και μπαίνουμε σε ένα μεγάλο διαμέρισμα με μεγάλες τζαμαρίες να κοιτάνε το άπειρο. Δεν υπήρχε θέα, λες και ήμασταν πάνω απ' τα σύννεφα! Με σπρώχνεις απαλά στον τεράστιο καναπέ και κάθεσαι δίπλα μου.
Σε κοιτάζω προσεχτικά και δεν είσαι αυτός που ήσουν κάποτε. Είχε φύγει η γοητεία, η δροσάδα, η νιότη... και στη θέση τους υπήρχε η κούραση, ο θυμός, οι ρυτίδες και οι γκρίζοι κρόταφοι! 
Ένα μικρό χαμόγελο διέκρινα στις γωνίες των χειλιών σου κι αυτό έβγαινε μετά βίας. Με κοιτούσες λες και προσπαθούσες να θυμηθείς το ποια ήμουν και δεν μιλούσες...
Με πλησίασες περισσότερο, άπλωσες το χέρι σου και μ' αγκάλιασες και τράβηξες το πρόσωπο μου στο πρόσωπο σου. Με φίλησες!
Δεν ήταν το φιλί που με αναστάτωνε. Γεμάτο φιλί μεν, άδειο από συναίσθημα δε... Σε άφησα. Με ξαναφίλησες και άρχισες να με χαιδεύεις και δεχόμουν τα χάδια σου. Μέχρι που σήκωσες την μπλούζα μου, τράβηξες τον στηθόδεσμο κι απελευθέρωσες το στήθος μου... Το φίλησες με πάθος! Τόσο αστείο ήταν που απόρησα πόσο νεανικό ήταν το στήθος μου! Κι άφησα να το χαρείς κι εγώ προσπαθούσα να το χαρώ μαζί σου. Δεν ξέρω όμως γιατί ήμουν τόσο συγκρατημένη... Με κοιτούσες και με φιλούσες στο πρόσωπο χωρίς να λες τίποτε...
- Δεν σε ξεπέρασα! Είπα αναπάντεχα.
Στάθηκες για λίγο κοιτώντας με και μετά βίας έβγαλες ένα χαμόγελο.
- Ας μην το αφήσουμε έτσι! Είπες και σηκώθηκες... Μια συρταριέρα βρισκόταν ακριβώς δίπλα στον καναπέ στο σημείο που καθόμουν εγώ. Άνοιξες ένα συρτάρι και πέταξες δίπλα μου ένα προφυλακτικό.
- Δεν γίνεται αυτό που σκέφτεσαι. Αν μας δει η κόρη σου;
Είπα και σκέπασα το στήθος μου με την μπλούζα μου. Δεν πέρασε καν απ' το μυαλό μου πως εκείνη την κάπως ιδιαίτερη στιγμή την έκανες να μοιάζει τόσο φθηνή!
Σκεφτόμουν την κόρη σου, που αμέσως εμφανίστηκε! Ένα ψιλόλιγνο κορίτσι με αλογοουρά, που όταν με είδε ήρθε και με σφιχταγκάλιασε!
Όλα κυλούσαν τόσο γρήγορα. Η κόρη σου δεν έλεγε να με αφήσει απ' την αγκαλιά της... Ήθελα να φύγω, αλλά δεν με άφηνε...

Τελικά όλο αυτό τελείωσε ξαφνικά. Ούτε που πρόλαβα να σε αποχαιρετήσω και να σου ξεδιαλύνω... πως σε ξεπέρασα, αλλά δεν ξεπέρασα εκείνες τις μικρές στιγμές που μου είχες χαρίσει πριν πολλά χρόνια και που φυλάω πολύ προσεκτικά σε μια μικρή μεριά του μυαλού μου. 
Και ξύπνησα...