Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2007

27. Ξαφνική επίσκεψη!


Έστειλα το γράμμα στον Στράτο και του εξηγούσα ότι δεν ήταν μόνος του. Τα ίδια ερωτηματικά βασάνιζαν κι εμένα κι ότι για όλα υπάρχει λύση αν υπάρχει θέληση. Ότι εγώ ήθελα να προχωρήσουμε μαζί και όπου έβγαινε. Αν τελικά δεν τραβούσε το όλο πράγμα μεταξύ μας δεν υπήρχε λόγος να ψυχρανθούμε. Είμαστε αρκετά λογικοί άνθρωποι για να δούμε μαζί τι τελικά δεν πάει καλά με μας και να σταματήσουμε και να παραμείνουμε δύο πολύ καλοί φίλοι. Του είπα ότι δεν χρειαζόταν ο αδερφός μου να μάθει κάτι, ήταν ένα θέμα που αφορούσε εμάς τους δύο. Του έγραψα και για τον Δημήτρη. Ήθελα να μαθαίνει για μένα και το τι έκανα πίσω. Του είπα ότι ο Δημήτρης ήταν απλά μια γνωριμία και τίποτε άλλο. Άλλωστε πως μπορούσα να τολμήσω να του γράψω ότι όταν εκείνος αργούσε να μου απαντήσει ο Δημήτρης συμπτωματικά με ένα τηλεφώνημα ή κάποια επιστολή στο ραδιόφωνο μου έφτιαχνε την διάθεση. Πώς να τολμήσω να του γράψω ότι ο Δημήτρης ήξερε να γράφει όμορφα κι ότι δεν χόρταινα να διαβάζω τα γράμματά του. Δεν ήθελα να του γράψω αρκετά για αυτόν, ήταν ήδη χωμένος μέσα στις σκέψεις για το πώς να αντιμετωπίσει τον αδερφό μου αν τυχόν και διαπίστωνε ο Γιάννης ότι εγώ κι ο Στράτος ήμασταν μαζί πια.
Έπρεπε κάτι να κάνω με τον Δημήτρη. Ο κλοιός όλο κι έσφιγγε. Είχε βρει ένα μοναδικό τρόπο να με πλησιάσει χωρίς να αντιδρώ. Ήξερε ότι τηλεφωνώντας μου θα κατέβαζα αμέσως το ακουστικό. Ενώ με ένα γράμμα; Αυτός ήταν ο τρόπος του. Κατέφθαναν τα γράμματα του στο ραδιόφωνο και πολλές φορές ενώ ήθελα να τα πετάξω δεν το έκανα. Η περιέργειά μου ήταν μεγάλη για να διαβάσω το περιεχόμενό τους. Και τα άνοιγα. Και τα διάβαζα. Κι όσα διάβαζα άγγιζαν την ψυχή μου. Ίσως επειδή όσα έγραφε ήθελα να τα ζήσω, με τον Στράτο όμως.
Καιρό τραβούσε αυτή η ιστορία με τις επιστολές. Μου έκανε εντύπωση που δεν ερχόταν στο ραδιόφωνο να τον γνωρίσω. Ίσως να το έκανε κι επίτηδες προκειμένου με τις επιστολές του να σχηματίσω στο μυαλό μου το πώς μπορεί να είναι το πρόσωπό του και να με κάνει να πιστέψω σε αυτόν. Είχε καταφέρει πάντως να δημιουργήσει ένα μυστήριο γύρω απ’ την παρουσία του. Και μια μέρα…
- Μαρίνα κάποιος κύριος σε ζητάει. Άκουσα στην ενδοεπικοινωνία την Κατερίνα.
- Ποιος είναι;
- Μου είπε ότι θέλει να σε δει αμέσως. Δεν μου λέει παρά το ότι σου είναι γνωστός.
- Εντάξει. Στείλ’ τον να δούμε ποιος είναι!
Δεν μπορούσα να επιμείνω περισσότερο και να φέρω σε δύσκολη θέση την Κατερίνα με το να της πω να τον διώξει ή να περιμένει.
Ο άνθρωπος που μπήκε στο δημοσιογραφικό δεν μου ήταν γνωστός. Ήταν ψηλός, με δυνατή κορμοστασιά –μάλλον γυμνασμένος κι αυτό που έκανε την εμφάνισή του περισσότερο εντυπωσιακή ήταν τα γαλανά του μάτια.
- Καλησπέρα! Είσαι η Μαρίνα; Με ρώτησε κι η φωνή του, μου ήταν γνώριμη.
- Η ίδια. Εσύ;
Αισθανόμουν ηλίθια να έχω απέναντί μου έναν άγνωστο και να μην ξέρω αν πρέπει να του μιλήσω στον ενικό ή τον πληθυντικό. Αλλά με διευκόλυνε ο ίδιος κι έτσι ο τυπικός πληθυντικός αποφεύχθηκε.
- Δεν με γνωρίζεις ε; Με ρώτησε χαμογελώντας δείχνοντάς μου ένα υπέροχο κατάλευκο χαμόγελο.
- Λυπάμαι, όχι. Συνέχισα και σηκώθηκα απ’ το γραφείο μου για να γίνουν οι συστάσεις. Ώρα ήταν!
- Είμαι ο Δημήτρης. Που σου τηλεφωνώ, που σου στέλνω γράμματα…
- Α! Εσύ είσαι; Μάλιστα! Έλα κάθισε! Του πρότεινα, χωρίς καν να κάνω τον κόπο να του δώσω το χέρι για το γνωστό ‘χάρηκα’. Απλά του έδειξα το κάθισμα απέναντι στο γραφείο μου.
Του χαμογέλασα. «Εσύ λοιπόν είσαι ο κακός μπελάς που με έχει βρει εδώ και τόσο καιρό» σκέφτηκα.
- Εδώ είναι ο χώρος που εργάζεσαι; Με ρώτησε και περιεργαζόταν το δημοσιογραφικό.
- Ναι εδώ είναι. Είμαστε μες την ακαταστασία όπως βλέπεις αλλά δεν γίνεται να την αποφύγουμε!
Προσπάθησα να δικαιολογήσω το μαύρο χάλι των γραφείων των άλλων συναδέλφων, που ποτέ δεν καθάριζαν και που μονίμως γκρίνιαζαν που έβρισκαν το γραφείο τους έτσι! Κι η δε καθαρίστρια αγανακτούσε απ’ τις συνεχής παρατηρήσεις τους γιατί να τους τακτοποιήσει το χάος.
- Και που κάνεις το μοντάζ, που σε ακούω πολλές φορές να λες στο τηλέφωνο;
- Είναι ένας χώρος στρίβοντας στον διάδρομο. Θες να τον δεις;
Δεν ξέρω αλλά η επίσκεψη του έπαιζε μάλλον αναγνωριστικό ρόλο της τοποθεσίας μιας και άκουγε να του λέω συνεχώς για γράψιμο, μοντάζ, ηχογραφήσεις κλπ..
- Όχι δεν πειράζει. Εσένα θέλω!
- Εμένα;
Ένοιωσα έκπληκτη αλλά περίμενα ακριβώς τι θα μου έλεγε:
- Σκέφτηκες πότε θα τον πιούμε εκείνον τον καφέ;
Με ρώτησε και κάρφωσε το καταγάλανο βλέμμα του στα μάτια μου. Του χαμογέλασα γιατί πια καταλάβαινα ότι η επίσκεψή του ήταν πια μια επίσκεψη αιφνιδιασμού.
- Να σου παραγγείλω καφέ; Είπα αμέσως.
- Όχι δεν θέλω, θα φύγω άλλωστε. Απλά πέρασα για να κανονίσουμε. Θέλω να μιλήσουμε.
Δεν ξέρω αν ήταν η τακτική του αυτή να προσκολλά το βλέμμα του στο βλέμμα του συνομιλητή του για να πετυχαίνει τον στόχο του…
- Σου είχα πει ότι έχω πολύ δουλειά και δεν έχω τον χρόνο.
- Πέρασε πολύς καιρός από τότε που στο είχα προτείνει, αλλά δεν πάει άλλο. Θέλω να μιλήσουμε. Σήμερα ή αύριο. Πότε μπορείς. Σε παρακαλώ!
Αχ! Θεέ μου! Ο άνθρωπος ή τρελός είναι ή θεόμουρλος! Δεν ξέρω τι τον έπιασε ξαφνικά:
- Δημήτρη. Σου είπα κι απ’ το τηλέφωνο ότι δεν έχω χρόνο και τρέχω συνεχώς.
- Καθόλου-καθόλου;
Το γαλάζιο του βλέμμα ξαφνικά σκοτείνιασε από απογοήτευση, αλλά δεν μπορούσα να του κάνω την χάρη. Κάτι με εμπόδιζε.
- Δημήτρη;
- Εντάξει! Άσ’το! Ξέχασ’ το! Θα έρθει η κατάλληλη ώρα. Απλά πέρασα να σε γνωρίσω από κοντά. Αυτό μόνο.
- Θέλω τον χρόνο μου. Δεν μου είναι εύκολο απ’ την μια στιγμή στην άλλη να βγαίνω για καφέ με τον οποιοδήποτε μου το ζητάει. Πες το περιέργεια, πες το όπως θες… αλλά έτσι είμαι. Του είπα για να καθαρίσω την θέση μου.
- Εντάξει, δεκτό. Εγώ πάντως δεν θα παραιτηθώ!
Να κι η απειλή! Δεν τον γλιτώνω τον καφέ δηλαδή. Δεν ξέρω τι πολλά είχαμε να πούμε όπως ο ίδιος επέμενε, αλλά προκειμένου να γλιτώσω απ’ την συνεχή πίεση του θα ήταν προτιμότερο να υποκύψω στην επιμονή του για να γλυτώσω και να δώσω ένα τέλος σε όλη αυτή την ιστορία. Δεν κάθισε άλλο. Πέρασε για πέντε λεπτά να με γνωρίσει μόνο και να φύγει. Τον συνόδευσα μέχρι την έξοδο. Όλοι ήταν παρόντες στο σαλόνι της εισόδου. Απέναντι στα γραφεία τους και στις θέσεις τους ο Γιώργος κι η Λίτσα και στην ρεσεψιόν η Κατερίνα, μαζί με τον Θοδωρή που περίμενε να αναλάβει βάρδια. Ο Δημήτρης με αποχαιρέτησε, μπήκε στο αυτοκίνητό του και έφυγε.
- Ο Δημήτρης ήταν αυτός; Ρώτησε η Κατερίνα για να πάρουν απάντηση όλοι οι περίεργοι του σαλονιού.
- Αυτός ήταν! Της είπα.
- Έχει ωραία μάτια. Εκφραστικά. Συνέχισε η Κατερίνα.
- Είσαι για κατάσταση μαζί του; την πείραξα
Ευτυχώς ο Θοδωρής ήταν χωμένος στην δισκοθήκη κι έτσι δεν έκανε τον κόπο να βγει και να μας πειράξει ακούγοντας να μιλάμε για τον Δημήτρη.
- Αν δεν ήμουν παντρεμένη δεν θα έλεγα ‘όχι’, απάντησε η Κατερίνα.
Δεν το συνέχισα. Ο Γιώργος μόλις είχε στήσει αυτί να παρακολουθήσει τι ακριβώς έλεγα στην Κατερίνα. Του χαμογέλασα και μου ανταπέδωσε. «Σας βαρέθηκα εδώ μέσα, να ασχολείστε με το τι κάνει ο καθένας στην ζωή του» σκέφτηκα και προσπέρασα για το γραφείο μου. Με θύμωνε που ήθελαν να τα μαθαίνουν όλα και να βγαίνει η ζωή σου παράρτημα στους διαδρόμους του ραδιοφώνου. Απέφευγα πολύ καιρό να δώσω τροφή, αλλά μετά την αποψινή επίσκεψη του Δημήτρη, θα ήμουν για καιρό το θέμα συζήτησής τους.




Κεφάλαιο 28

Δεν υπάρχουν σχόλια :