Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2007

37. Συγγνώμη! Tέλος...



Άλλη μια βδομάδα πλησίαζε στο τέλος. Άλλος ένας μήνας έφευγε. Ευτυχώς όλα έδειχναν πιο χαλαρά. Ειδικά στη δουλειά. Τα απογεύματά μου πια ήταν ελεύθερα. Κι έτσι είχα τον χρόνο να φροντίσω και το παραμελημένο σπίτι μου, αλλά και τον εαυτό μου. Άρχισα γυμναστήριο. Ήθελα να αλλάξω λίγο, να γίνω πιο δροσερή, να πάψω να δείχνω μονίμως κουρασμένη απ’ το τρέξιμο της δουλειάς που απαιτούσε τις περισσότερες φορές. Έτσι κι ο Στράτος όταν θα έφτανε με άδεια θα με έβρισκε φρέσκια κι ανανεωμένη απ’ ότι με θυμόταν. Μόνο που δεν είχα ιδέα πότε θα έπαιρνε άδεια. Η επικοινωνία μας ήταν μηδενική. Εγώ συνέχιζα να του στέλνω γράμματα όχι βέβαια στην συχνότητα όπως γινόταν στην αρχή αλλά ήθελα να διατηρήσω την επαφή μας, πιστεύοντας πως τα γράμματα μου ήταν ένα ευχάριστο διάλλειμα στην καθημερινότητα της θητείας του. Κόντευα να διαλύσω τον τηλεφωνητή μου που δεν έλεγε να καταγράψει έστω ένα μήνυμα από αυτόν. Αλλά επέμενα να του γράφω. Απέφυγα να του γράψω για την συνάντησή μου με τον Δημήτρη. Ήθελα να το κάνω όταν θα βρισκόταν κάποια στιγμή κοντά. Το κενό της απουσίας του ήταν μεγάλο μέσα μου και αυτό άρχισε να με φοβίζει. Για να καλύπτομαι πολλές φορές έβγαζα τα γράμματά του απ’ το συρτάρι του γραφείου μου και τα διάβαζα, για να έχω την ψευδαίσθηση πως μόλις χθες μου τα είχε στείλει. Κι αυτό μου έδινε ελπίδες πως με σκεφτόταν. Ίσως τώρα ακόμη περισσότερο. Ίσως με το να μη μου στέλνει να δοκίμαζε τις δικές του αντοχές μακριά μου’ λες και δεν δοκιμαζόταν καθημερινά. Έβαζα στο κασετόφωνο πολλές φορές τις κασσέττες που ακούγαμε στις διακοπές μας κι αυτές που του είχα γράψει για να ακούει στον στρατό την ώρα που θα ξεκουραζόταν στον θάλαμό του και που αντίγραφά τους είχα κρατήσει κι εγώ για να έχω την εντύπωση πως όταν άκουγα εγώ την μουσική τους άκουγε κι εκείνος! Και πάντα ξετρύπωνα απ’ το συρτάρι εκτός απ’ τα γράμματά του και τις φωτογραφίες που είχαμε βγάλει σε κάποια στιγμή της άδειάς του… Πόσο μου έλειπε! Άραγε να του έλειπα κι εγώ;

Την Παρασκευή γύρισα στο σπίτι αργά το βράδυ. Όλη την ημέρα έτρεχα να καλύψω μια απίστευτη αστυνομική υπόθεση κι ο αρχισυντάκτης μου είχε ζητήσει να παρακολουθήσω κάθε εξέλιξη για να έχω αναλυτικότατο ρεπορτάζ για τα επόμενα δελτία ειδήσεων. Πρόλαβα να περάσω απ’ το ταχυδρομείο και να πάρω την αλληλογραφία μου απ’ την θυρίδα χωρίς να κοιτάξω ποιοι ήταν οι αποστολείς. Θα το έκανα το βράδυ. Γύρισα στο ραδιόφωνο εξουθενωμένη κι ευτυχώς που ο Λάμπης προθυμοποιήθηκε με την μηχανή του να με εξυπηρετήσει στα πέρα δώθε για την συγκεκριμένη υπόθεση. Άκουσα όλα τα ηχογραφημένα που είχα μαζέψει και κατάφερα να βγάλω την είδηση και το κείμενο της εκφώνησης του ρεπορτάζ που μόνταρα κάποια στιγμή με την βοήθεια του Λάμπη. Έκατσα στο γραφείο μου λίγο και προσπαθούσα να βάλω σε σειρά κάποια φαξ που είχαν φτάσει στο μεταξύ. Ο Γιώργος γυρόφερνε και μουρμούριζε τα δικά του. Δεν του έδινα σημασία, όμως εκείνος φρόντιζε να με κρατά σε υπερένταση. Τον κοίταξα που μπήκε στο δημοσιογραφικό και προσπάθησε να μου πιάσει κουβέντα. Με μισόλογα του έδωσα να καταλάβει πως δεν είχα την όρεξή του και γύρισα στα χαρτιά μου. Εκείνος με κοίταξε εκνευρισμένος που τελικά δεν έπαιρνε αυτό που προφανώς ήθελε. Με ήθελε να αναλάβω την γραμματεία του διαφημιστικού τμήματος, με ήθελε στην εκφώνηση των διαφημιστικών, με ήθελε συνεργάτιδα της εκπομπής του, με ήθελε και στο τηλεφωνικό κέντρο και συγχρόνως θα έπρεπε να έχω και την δουλειά μου σαν ρεπόρτερ και παραγωγός εκπομπής! Ήμουν σίγουρη πως προσπαθούσε να μου σπάσει τα νεύρα. Ήταν μάλλον ένα τερτίπι απ’ τους από πάνω ώστε πια να αγανακτήσω και να τους δώσω εκείνη την παραίτηση που είχα πάρει πίσω.
Ο Λάμπης είχε τελειώσει με την δουλειά που του είχα αναθέσει για κάποια ηχογραφημένα στο μοντάζ φέρνοντας μου τα δείγματα. Του ζήτησα να καθίσει που τον ήθελα. Ο Γιώργος έφυγε απ’ το δημοσιογραφικό φανερά ενοχλημένος που είχα βάλει τον Λάμπη να μείνει εκεί. Άλλωστε οι αποφάσεις που μου ανακοίνωνε κάθε φορά ήταν εμπιστευτικές. Πόσο εμπιστευτικές όμως όταν ο Λάμπης μπορούσε να μάθει τα πάντα απ’ τον αδερφό του;
Ο Λάμπης είχε γίνει πολύ οικείος απέναντί μου τον τελευταίο καιρό. Απέφευγε να ρωτήσει τι μου συνέβαινε αλλά πάντα είχε έναν καλό λόγο να πει ή να αστειευτεί αν με έβλεπε πολύ κουρασμένη και στις μαύρες μου. Με θεωρούσε πολύ καλή φίλη και μάλιστα μου το αναγνώριζε λέγοντας μου συνεχώς πως κανένας και καμία δεν τον έπαιρνε σοβαρά και μόνο εγώ ήμουν αυτή που τον άκουγα. Τον κοίταζα και τον άκουγα να μου μιλά για το πόσο μόνος ένοιωθε κι ότι τον ενδιέφερε κάποια στο ραδιόφωνο αλλά δεν έβρισκε τρόπο να της το πει γιατί δεν ήξερε πως θα αντιδρούσε. Απέφευγε να μου πει, αλλά δεν ήθελα να τον πιέσω. Θα μου το έλεγε όταν θα ήταν έτοιμος. Ήμουν τρομερά κουρασμένη για να ακούσω περισσότερα. Τον ευχαρίστησα που με βοήθησε και του υποσχέθηκα να μιλήσουμε κάποια άλλη στιγμή που να μην είμαι τόσο χάλια όσο απόψε. Μάζεψα όπως-όπως τα πράγματα μου και σηκώθηκα να φύγω. Ο Λάμπης προσφέρθηκε να με πάει μέχρι το σπίτι μου με την μηχανή του. Του είπα πως δεν ήταν απαραίτητο, ήθελα να περπατήσω για να με χτυπήσει λίγο το κρύο αεράκι της νύχτας μπας και με ξυπνούσε απ’ την εξάντληση.
Ήταν άνοιξη και μερικά βράδια ήταν πολύ όμορφα για να περπατήσεις. Και απόψε ήταν ένα από αυτά τα βράδια. Περπατούσα αποκομμένη απ’ τις σκέψεις μου και προχωρούσα μηχανικά. Η κούραση της μέρας δεν μου έδινε την δύναμη για κάποια σκέψη για την ώρα. Προχωρούσα κι ένιωθα την δροσιά να με ανατριχιάζει. Σήκωσα το κεφάλι ψηλά και κοίταξα τον ξάστερο ουρανό. Θυμήθηκα το περσινό καλοκαίρι που πάνω στο μεθύσι μου στην διαδρομή για το σπίτι έκανα το ίδιο κι ο Στράτος με κρατούσε αγκαλιά για να μην παραπατάω. Γέλασα. Η εικόνα αυτή ήταν τόσο μακρινή μα ήταν μια ανάμνηση γλυκιά.
Έφτασα στο σπίτι και το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να κάτσω στον καναπέ μου, να βγάλω τα παπούτσια και να απλώσω τα πόδια μου στο τραπεζάκι. Ο τηλεφωνητής δεν είχε καμία ένδειξη ότι κάποιος είχε τηλεφωνήσει. Έβγαλα απ’ την τσάντα μου την ατζέντα μου και είδα ότι μέσα ήταν και κάποιοι φάκελοι αλληλογραφίας. Πότε πέρασα απ’ το ταχυδρομείο; Δεν το θυμόμουν! Ήμουν πολύ κουρασμένη για να το θυμηθώ. Έβγαλα την αλληλογραφία και την κοίταξα μία-μία. Α! Να κι ένα γράμμα απ’ τον Στράτο. Ο Στράτος! Μου έστειλε γράμμα ο Στράτος! Ένα αναπάντεχο καρδιοχτύπι με έκανε να ξεχάσω την κούραση μου για την ώρα. Το κοίταζα. Κάτι μου έλεγε πως αυτό το γράμμα δεν ήταν για καλό. Περιεργαζόμουν τον φάκελο. Αυτά που μου έγραφε μάλλον ήταν πολλά. Και ίσως κι ενδιαφέροντα κι οριστικά.



Άφησα το φάκελο στο τραπεζάκι και τον κοιτούσα: «Δεν γίνεται να μην το διαβάσεις. Πρέπει να το διαβάσεις. Είτε είναι για καλό είτε για κακό», αναστέναξα. Η διαίσθηση μου ήταν δυνατή. Δεν ήταν για καλό. Ήμουν βέβαιη. Σηκώθηκα. Πήγα κι έκανα ένα ντους γρήγορα, για να μου φύγει η σωματική κούραση. Έβαλα τις πιζάμες μου κι λίγο ουίσκι σε ένα ποτήρι. Κάθισα και πάλι στον καναπέ μου αναπαυτικά. Τα μάτια μου είχαν καρφωθεί στο κενό. Φοβόμουν να κάνω την οποιαδήποτε κίνηση. Με τρόμαζαν αυτά που θα διάβαζα. Διαισθανόμουν το τέλος της ιστορίας μου μαζί του. Κοίταζα τον φάκελο στο τραπεζάκι κι αναρωτιόμουν αν έπρεπε να τον ανοίξω: «Εδώ υπάρχουν οι απαντήσεις Μαρίνα σε όλες τις απορίες σου. Μην τις αποφεύγεις όποιες κι αν είναι». Άνοιξα τον φάκελο αργά και με έκπληξη μου διαπίστωσα πως το γράμμα του ήταν μεγάλο. Είχε γράψει τέσσερις σελίδες. Αναρωτιόμουν πόσο καιρό του πήρε για να μου γράψει αυτά που ήδη μου έγραφε. Κάτι δεν μου άρεσε.


Αγαπημένη Μαρίνα γεια σου. Τι κάνεις;
Περιμένω ακόμη απάντηση στο γράμμα μου. Αλλά δεν πειράζει, μου κάνεις αντίποινα για τα πρώτα γράμματα σου, που δεν σου έγραφα εγώ.
Μαρίνα θέλω να μιλήσουμε σοβαρά και χωρίς ενδοιασμούς, μιας και είμαστε στο ανώτερο σημείο μιας φιλίας. Θα σου τα γράψω όλα έξω απ’ τα δόντια, αλλά υπό έναν όρο’ ότι δεν θα μου θυμώσεις, δεν θα στεναχωρεθείς και προπάντων ΔΕΝ θα κλάψεις. Και ξεκινάμε.
Στις αρχές Απριλίου ήρθε το σχολείο μου 5ήμερη! Έτυχε και ήμουν Σαββατοκύριακο εξοδούχος. Πήγα στο λιμάνι και περίμενα το πλοίο. Ήρθε και πήγα μαζί με το σχολείο μου στο ξενοδοχείο τους. Έκανα χαβαλέ με τα παιδιά και το βράδυ ετοιμαστήκαμε να πάμε στο Λα Σκάλα. Εκεί και μετά από δύο ποτά μπόμπα, άρχισα τον ερωτικό χορό με κάποια, έχοντας το 65-70% όλες τις αισθήσεις και το μυαλό μου. Ο χορός έγινε ακόμη πιο ερωτικός και τέλος ήρθε ο έρωτας σε καρέκλα. Μαζεύτηκε το σχολείο κατά τις 3:30 και πήγαμε στο ξενοδοχείο. Εκεί πήγα στο δωμάτιό της και η «μάχη» συνεχίστηκε στο κρεβάτι. Το πρωί κι αφού ξαναγύρισα στο στρατόπεδο έκανα κάποιες αγγαρίες και μετά πήγα και την βρήκα. Εδώ όμως, είναι όλο το ζουμί της υπόθεσης.

Πριν συνεχίσω να διαβάζω όλο του ‘ζουμί’ κατέβασα στον λαιμό μου μονομιάς κι αυτό που περιείχε το ποτήρι μου και πήγα και το ξαναγέμισα. Κενό. Κοιτούσα το κενό. Αυτό ήμουν αυτή την στιγμή. Ένα άδειο σακί. Μου είχε πάρει τον αέρα, την ύπαρξη μου και την πέταξε σαν μην ήταν τίποτε, σαν να μην άξιζε τίποτε. Κενό. Το βλέμμα μου παρέμενε στο κενό και στο ένα χέρι κρατούσα το γράμμα του κι ένοιωθα να με πυρακτώνει η κάθε περιγραφή του. Όχι, δεν με ενδιέφερε τι ήταν η άλλη ή τι της έκανε της άλλης. Εγώ τελικά τι ακριβώς ήμουν στην ζωή του; "Δεν ήσουν τίποτε. Αυτό ήσουν" σκέφτηκα. Εκείνη την στιγμή δεν μπορούσα να σκεφτώ κάτι άλλο. Με το ζόρι ανέπνεα και προσπαθούσα να κρατήσω τον αέρα μέσα μου. Με έπνιγε. Ήταν σαν να είχε βάλει θηλιά στον λαιμό μου και με έπνιγε. Κρατήθηκα. Ανάσανα βαθιά και συνέχισα το διάβασμα:

Δεν πήγα γιατί ήθελα να ξανακάνουμε έρωτα, αλλά γιατί ένοιωθα την ανάγκη να την ξαναδώ και να της μιλήσω. Βρεθήκαμε και πήγαμε στο καφέ του ξενοδοχείου. Καθήσαμε ο ένας απέναντι στον άλλον και συζητήσαμε για όλα και για όλους. Μια συζήτηση που δεν είχα κάνει με καμία άλλη ποτέ στην ζωή μου. Αυτό ήταν που με ώθισε να την ρωτήσω αν το προηγούμενο βράδυ αυτό που κάναμε το ήθελε ή όχι. Και μου απάντησε ότι δεν το ήθελε, αλλά το έκανε μόνο και μόνο για να έρθουμε πιο κοντά και για να μπορέσουμε να φτάσουμε στο παρόν σημείο της συζήτησης. Τότε κλαίγοντας μου ζήτησε συγγνώμη που το έκανε από αγγαρία κι έσκυψε και με φίλησε στο στόμα. Ήταν ένα φιλί με νόημα, ένα φιλί με πάθος, ένα φιλί με δόσεις στοργής…

Το γράμμα του Στράτου συνέχιζε με περιγραφές απ’ τις τέσσερις ημέρες που πέρασαν μαζί όσο εκείνη και το Λύκειο της παρέμειναν στην Ρόδο Ένοιωθα τον εαυτό μου να κομματιάζεται… Τα δάκρυα μου στα μάτια με εμπόδιζαν πια να διαβάσω. Έβλεπα το γράμμα του παραμορφωμένο, όπως ήμουν εγώ αυτή την στιγμή. Το άφησα στο τραπεζάκι και σηκώθηκα και πήγα στην μπαλκονόπορτα. Άνοιξα να ανασάνω αέρα. Δεν μπορούσα. Ήμουν ένα ράκος που απλά σερνόταν. "Γιατί;" αναρωτιόμουν. 


…όχι δεν την ΑΓΑΠΩ είναι νωρίς ακόμα, αλλά δεν είναι κι ένας ενθουσιασμός. Είναι αυτή η αναζήτηση που έψαχνα για να γεμίσει το κενό που υπάρχει μέσα μου, στην ψυχή μου’ το κενό που άφησε η Τόνια φεύγοντας. Και τώρα ξέρω τι θα με ρωτήσεις «εγώ δεν μπορώ να καλύψω αυτά τα κενά μιας και με ξέρεις τόσα χρόνια»; Μα ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΔΕΝ μπορείς να καλύψεις αυτά τα κενά. Σε βλέπω σαν μια δεύτερη αδερφή μου. Όσο κι αν προσπάθησα, όσο κι αν πίεσα τον εαυτό μου, όσο κι αν προσπάθησα να δω τη ΜΑΡΙΝΑ σα γυναίκα, δεν τα κατάφερα. Ίσως αυτό το αίσθημα της βαθύτατης φιλίας, ίσως η αδυναμία του χαρακτήρα μου, ίσως κι ο μικρός φόβος μου προς το Γιάννη, να με οδηγήσαν σ’ αυτό το αποτέλεσμα. ΚΑΤΑΛΑΒΕ ΜΕ, ΕΧΩ ΓΙΝΕΙ ΕΝΑ ΡΑΚΟΣ. Έχω να κοιμηθώ σαν άνθρωπος από την ημέρα που έφυγε. Με παίρνει ο ύπνος και ξυπνάω ανάστατος από εφιάλτες με πρωταγωνιστές εμάς τους τρεις. Στην εκπαίδευση δε, δεν μπορώ να συγκεντρωθώ, σκέφτομαι συνέχεια τι θα κάνω με εσάς με αποτέλεσμα να έχω γίνει ο χειρότερος στρατιώτης της Μοίρας.
Σου είχα γράψει σε ένα γράμμα μου, Σ’ ΑΓΑΠΩ. Δεν το εννοούσα, με όλη την κυριολεξία του. Σ’ αγαπώ μεν, αλλά σαν φίλη κι αδερφή μου.
Ελπίζω να κάνεις πέτρα την καρδιά σου και να ξεχάσεις τον Στράτο που τον βλέπεις σαν άντρα, σαν εραστή. Θέλω να με βλέπεις σαν φίλο κι αδερφό σου. Τέλος θέλω να σου πω, πως δεν έχω το θάρρος για να στα πω, πρόσωπο με πρόσωπο και γι’ αυτό άλλωστε στα γράφω. Συγγνώμη που αναστάτωσα την καρδιά και την ζωή σου, αλλά δεν είμαι εγώ για σένα. Με φιλία

Ο Στράτος ο «αδερφός σου»

Υ.Γ. Θέλω να συνεχίσουμε σαν δυο καλοί φίλοι. ΣΥΓΓΝΩΜΗ.

"Και για να καλύψεις τα δικά σου κενά, έπρεπε να αδειάσεις εμένα. Έτσι... Για μιας βραδιάς πήδημα άδειασες εμένα... Γιατί;". Ένοιωθα τον εαυτό μου, να’ χει γίνει χιλιάδες κομμάτια, το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια μου να χάνεται, ενώ δεν είχα δύναμη να κλάψω. Είχαν στερέψει τα δάκρυα μου. Τα συναισθήματά μου τσαλαπατήθηκαν κι η  ύπαρξη μου πετάχθηκε στα σκουπίδια της καρδιάς του. Εκεί με είχε ρίξει. Ξαφνικά με είδε σαν αδελφή του... Γιατί τόσο καιρό δεν το είχες δει και με άφηνες να κάθομαι να γράφω τις αλήθειες μου σε σένα περιμένοντας σε με λαχτάρα να σε ξαναδώ, ή να σε ακούσω στο τηλέφωνο; Τότε γιατί δεν σκέφτηκες ότι ήμουν 'αδερφή' σου και με το που εμφανίστηκε η άλλη, για να απαλλαχθείς μου πέταξες το 'σε βλέπω σαν αδερφή μου'; Είναι άδικο. Εγώ εδώ πάνω να αγωνιώ και να σε περιμένω κι εσύ εκεί κάτω, να μου γράφεις ψέματα, γιατί ήσουν ένα ψέμα, καλά παραλλαγμένο για να μην σε καταλάβω. Και σε πίστεψα. Διάβασα και ξαναδιάβασα το γράμμα του, για να συνειδητοποιήσω πως ήταν αλήθεια. Δεν μπορούσα να το πιστέψω αυτό που συνέβαινε. Σηκώθηκα και άνοιξα την μπαλκονόπορτα. Βγήκα στο μικροσκοπικό μπαλκόνι και κοίταζα τον ξάστερο ουρανό. Μήπως ήταν όνειρο; Μήπως δεν ήταν αλήθεια; Μήπως ήμουν πολύ κουρασμένη κι έβλεπα εφιάλτη και ήταν σαν να τον ζούσα; Πλησίασα το τραπεζάκι. Το γράμμα ήταν εκεί. Δεν ήταν ψέμα. Δεν γινόταν να πιστέψω ότι ήταν ψέμα. Ήταν αλήθεια. Και την είχα γραπτή. Ένοιωθα πως δεν υπήρχα, το μυαλό μου ήταν άδειο, δεν είχα συναίσθηση του που βρισκόμουν. Κρατούσα τον φάκελο απ’ το γράμμα στο ένα χέρι και στο άλλο το σχεδόν γεμάτο ποτήρι απ’ το ουίσκι. Έπινα και ξανα-έπινα, γουλιά-γουλιά απ’ το ποτό. Το μόνο που καταλάβαινα ήταν έναν δυνατό πονοκέφαλο να φέρνει γύρω απ’ το κεφάλι μου. Είχα ζαλιστεί. Μου άρεσε. Δεν ήθελα να σκέφτομαι. "Πρέπει να μου κάνει φάρσα. Μάλλον με δοκιμάζει. Με σκληρό τρόπο, αλλά με δοκιμάζει"! Το τηλέφωνο χτύπησε. Πετάχτηκα. Συνήλθα απ' τις σκέψεις μου. Κοίταξα την συσκευή που επέμενε να κουδουνίζει. Δεν είχα καμιά διάθεση να το σηκώσω. Δούλεψε ο τηλεφωνητής έπειτα από αρκετές φορές που κουδούνισε το τηλέφωνο. Δεν ακούστηκε κανείς. Ένα κενό επικρατούσε’ δεν ξέρω πόση ώρα, ώσπου άκουσα τον ήχο που το τηλέφωνο έκλεισε. Ένοιωθα παγιδευμένη. Και τίποτα. Ήμουν ένα τίποτα. Δεν είχα δικαίωμα στην αγάπη, ούτε καν να έχω κάποιον να σκέφτομαι. Και τα τίποτα, είναι άνευ σημασίας. Γιατί αν είχα κάποια σημασία μάλλον δεν θα ζούσα αυτό που ζω τώρα. Το κενό. Το μυαλό μου ξαφνικά ήταν κενό, το σώμα μου κενό... και το ποτήρι μου κενό! Η σχεδόν παγωμένη νύχτα άρχισε να με τυλίγει απ’ τους ώμους. Ένα ρίγος πέρασε όλο μου το σώμα κι αποφάσισα να μπω πάλι μέσα. Άφησα το ποτήρι στο τραπέζι και ξαναδιάβασα το γράμμα, κάνοντας βόλτες πάνω-κάτω εκεί μπροστά στον καναπέ. Αυτός ήταν που φοβόταν να μη με χάσει; Αυτός που μου έλεγε πως θα το μετάνιωνα πικρά; Που μου ζητούσε να μετράω τις μέρες να φανεί με άδεια, που πάλευε για μια μετάθεση και μετά θα τον έβλεπα συχνά, που ήθελε να κάνουμε τους μελλοντικούς λοκατζήδες! "Μόνο στον ύπνο σου" σκέφτηκα για λογαριασμό μου. Μόνο στον ύπνο μου θα συνέβαιναν τα ωραία πράγματα και που αποφάσισε να τα μοιραστεί με κάποια άλλη. Η προδοσία σε όλο της το μεγαλείο. Πήρα πάλι το ποτήρι κι έριξα κι άλλο ουίσκι και κατέβασα μια μεγάλη γουλιά. Το ένοιωσα να κυλά καυτό και πικρό στο λαιμό μου. Δεν μπορούσα να πιω άλλο. Ήταν φαρμάκι. Δεν άντεχα να πιω και τρίτο. Ο Γιώργος ήταν το πρώτο, ο Στράτος το δεύτερο και το ουίσκι το… τρίτο! "Όχι! Όχι! Όχι...". Πέταξα το ποτήρι με όλη μου την δύναμη στον τοίχο. Στα κομμάτια του ποτηριού που έπεσαν σε διάφορα σημεία στο πάτωμα έβλεπα το εαυτό μου. Όλα για εκείνον τελείωναν έτσι απλά. Με ένα ‘συγγνώμη’. Σαν να μου έλεγε: ‘συγγνώμη που σε πάτησα’ ή ‘συγγνώμη για την ενόχληση’ ή ‘συγγνώμη δεν θα μπορέσω’. Συγγνώμη, συγγνώμη, συγγνώμη…


Κεφάλαιο 38

Δεν υπάρχουν σχόλια :