18. Βραδιά καρναβαλιού!




Ξεκινήσαμε για το κάμπινγκ όταν άρχισε να πέφτει το φως της μέρας, έχοντας μαζί μας κι ένα σακ-βουαγιάζ γεμάτο με όλα τα πράγματα για τις μεταμφιέσεις μας. Το μοναδικό πράγμα που δεν μπορούσε να βολευτεί στον σάκο και που πολύ άνετα βολεύτηκε στο κεφάλι του Στράτου ήταν το σομπρέρο (ενθύμιο του αδερφού απ'την πενταήμερη με το σχολείο του στην Κέρκυρα)! Το οποίο δεν τον άφηνε να περάσει απαρατήρητος! Ο κόσμος στον δρόμο τον κοιτούσε περίεργα κι εκείνος το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να χαμογελάει κάνοντας και τις ανάλογες γκριμάτσες! Παρά την απογοήτευση που είχα πάρει νωρίτερα όταν σκέφτηκα ότι οι διακοπές μας ήταν ένα βήμα πριν το τέλος, σε αυτή την διαδρομή με έκανε να το ξεχάσω. Το απολάμβανε να κάνει καμιά φορά τον παλιάτσο και να μας διασκεδάζει. Ήταν απολαυστικός σε αυτό! Ερχόταν δίπλα μου μού τραβούσε τις κοτσίδες και με πείραζε:
- Τι έχει το κοριτσάκι μου;
«Αχ τι να σου πει το κοριτσάκι σου τι έχει; Στενοχωριέται που όλα τελειώνουν και που δεν ξέρει γυρνώντας πίσω αν θα μείνει κάτι ζωντανό από αυτό που περνάμε οι δυο μας». Χαμογελούσα και προσπαθούσα να διασκεδάσω μαζί του προσπαθώντας να διώξω αυτή την τελευταία σκέψη.
Στο κάμπινγκ επικρατούσε ο απόλυτος πανικός. Όλοι σχεδόν οι ένοικοι του είχαν επιστρατευτεί για αυτή την τρελή φιέστα. Ομολογώ ότι βγάζω το καπέλο στους δημοσιοσχεσίτες του προσωπικού! Είχαν καταφέρει το σκοπό τους τελικά κι άξιος ο μισθός τους.
Μασκαρεμένοι έτρεχαν από δω κι από κει, πηγαινοέρχονταν, έτρεχαν, πειράζονταν αστειεύονταν –λίγο έλειψε να με παρασύρει κι εμένα μια ομάδα από αγόρια που έτρεχαν να φτάσουν το φίλο τους μερικά μέτρα πιο μπροστά για να τον σφαλιαρίσουν! Όλοι μικροί – μεγάλοι ξαφνικά δεν είχαν ηλικία! Η Μαρίνα η συνονόματή μου και επικεφαλής της διοργάνωσης της βραδιάς μας είδε και ήρθε να μας υποδεχθεί. Μας συνόδευσε μέσα στον χώρο της ρεσεψιόν παραχωρώντας τον σε μας για να μεταμφιεσθούμε και να μακιγιαριστούμε με την άνεσή μας. Ευτυχώς είχα ντυθεί απ’ το σπίτι και έμενε μόνο το μακιγιάζ. Ο Γιάννης δεν χρειάστηκε κάποια ιδιαίτερη βοήθεια: απλά έριξε τα μικρά τραπεζομάντιλα στο κεφάλι του για να φτιάξει την αραβική μαντίλα και να την δέσει και έπειτα έριξε και ένα σεντόνι στους ώμους κι ήταν έτοιμος. Απέφυγε να ξυριστεί κιόλας κι έτσι μια ιδέα από μούσι στο πρόσωπό του, του έκανε καλύτερη την αμφίεση!
- Εγώ πάω στο μπαρ! Είπε σε μένα και τον Στράτο και μας άφησε μόνους στην ρεσεψιόν κάτω απ’ το διερευνητικό βλέμμα της Κλαίρης που το είχε σχεδόν όλη την ώρα επάνω μας.
- Ωραίος ε; Είπε ξαφνικά ο Στράτος ο οποίος είχε καθίσει σε μια καρέκλα και με κοιτούσε που μακιγιαριζόμουν.
- Ποιος; Τον ρώτησα, γιατί δεν νομίζω ότι αναφερόταν στον Γιάννη.
- Δεν τον είδες τον Βασίλη; Έχει ντυθεί κάπταιν-Μόργκαν!
Προσπάθησα να τον δω εκεί ανάμεσα απ’ τους ώμους των πελατών που είχαν κατακλείσει την μπάρα για ένα ποτό. Με το ζόρι κατάφερα και είδα το καπέλο του!
- Αυτή εκεί που μιλά στο τηλέφωνο είναι η Κλαίρη. Μου είπε σιγανά ο Στράτος που την κοίταξε στιγμιαία και μετά γύρισε σε μένα.
Περίμενε υπομονετικά και με κοιτούσε που έβγαζα κι ότι άλλα πράγματα είχα μέσα στον σάκο, εκτός απ’ τα ρούχα μου που θα έβαζα μετά το τέλος του πάρτυ.
- Είναι όμορφη. Παραδέχθηκα κι άρχισα να ασχολούμαι με το πρόσωπό του.
Είχε κάνει το κεφάλι του πίσω και περίμενε να τελειοποιήσω το μουστάκι του για να δείχνει παραδοσιακός μεξικάνος.
Το ρολόι στον τοίχο της ρεσεψιόν έδειχνε δέκα. Δέκα; Πότε είχε πάει κιόλας; Δεν είχα δώσει και ιδιαίτερη σημασία αλλά ο πανζουρλισμός τώρα άρχισε να παίρνει φόρα κι εκεί μέσα. Πολλά αξεσουάρ υπήρχαν διαθέσιμα για όποιον του έλειπε κάτι κι έρχονταν και έπαιρναν αυτό που είχαν ζητήσει απ’ τους διοργανωτές για να συμπληρώσουν την εικόνα τους. Και να που τελικά ο χώρος αποδείχθηκε χώρος προετοιμασίας για αρκετούς. Οι ρεσεψιονίστ δούλευαν πυρετωδώς κι είχαν τα μάτια τους δεκατέσσερα ολόγυρα μη τυχόν και γίνει καμιά κλοπή από κάναν περίεργο. Η δε Κλαίρη όλο και κοιτούσε κατά μας. Δεν ξέρω αν την ενοχλούσε που ο ‘κολλιτσίδας’ της, ήταν απασχολημένος με μένα και την θύμωνε. Κι εκείνος ούτε που την καλησπέρισε.
- Μας κοιτάζει. Του ψιθύρισα.
Βασικά δεν με ενοχλούσε που μας κοίταζε, αντιθέτως αυτό μου έδειχνε πως ίσως είχε συνειδητοποιήσει πως αυτό που εκείνη απαρνήθηκε το είχε βρει κάποια άλλη και το γεγονός αυτό ίσως την θύμωνε. Πως αλλιώς να εξηγήσω που δεν υπήρχε στιγμή που να μη μας κοιτάξει με ενοχλημένο βλέμμα.
- Μη δίνεις σημασία. Ζηλεύει. Είπε ο Στράτος σχεδόν δυνατά.
- Σ’ ακούει. Του είπα ενοχλημένη για το καρφί που της πέταξε. Και που δεν ήθελα να ακούσει εκείνη.
- Χέστηκα. Εσύ εδώ, συνέχισε. Μου πρότεινε να συνεχίσω με το μακιγιάζ του.
Η αλήθεια είναι ότι χάρηκα που ήθελε να ασχοληθώ με αυτόν κι όχι με την Κλαίρη. Αν και στην ουσία βιαζόταν να πάει να πιει τα ποτά του! Το χέρι μου άρχισε να τρέμει. Προσπαθούσα να του ζωγραφίσω το μουστάκι και τα χείλη του ήταν σκέτη πρόκληση.
- Τι έπαθες;
- Κουράστηκε το χέρι μου.
Δικαιολογήθηκα κι απέφυγα την διεισδυτική ματιά του, κοιτάζοντας προς το μπαρ μπας και δω τον αδερφό μου και που τελικά τον είδα να μιλά με τον Βασίλη. Αρκετοί είχαν παραμερίσει απ’ το μπαρ καθώς τριγυρνούσαν από δω κι από κει κι έτσι μπόρεσα να διακρίνω και τους δυο. Ο Στράτος χαμογέλασε γιατί είχε καταλάβει την ζαβολιά μου. Προσπάθησα και πάλι να συνεχίσω με χέρι που έτρεμε λιγότερο τώρα και που τελικά κατάφερα να δώσω ένα ικανοποιητικό αποτέλεσμα στο πρόσωπό του Στράτου! Έδειχνε σωστός μεξικάνος τώρα. Ήθελα να του σκάσω ένα δυνατό φιλί στο μάγουλο, αλλά το απέφυγα: «έτοιμος» του είπα κι εκείνος σηκώθηκε. Έριξε το χαλάκι στους ώμους, έβαλε και πάλι το σομπρέρο στο κεφάλι και πήρε την κιθάρα που του έφεραν πριν λίγο κι αποχώρισε για τις τεκίλες του! Η Κλαίρη δεν έπαψε να μας αγριοκοιτά. «Σιγά ρε κοπέλα μου δεν σου κάναμε κατάληψη στο σπίτι» σκέφτηκα καθώς την κοίταξα την στιγμή που τελείωνα και με το δικό μου μακιγιάζ προσθέτοντας επιπλέον φακίδες στην μύτη. Πήγα να βρω τους συνοδούς μου και την άφησα να βράζει στο ζουμί της. Πρώτη φορά έβλεπα τόση κακία σε ένα βλέμμα!
Το πάρτυ πια είχε αρχίσει κι όλος ο κόσμος είχε μαζευτεί. Δεν υπήρχε να σταθείς κάπου να ακουμπήσεις να πιεις το ποτό σου. Είχαν στριμωχθεί όλοι μασκαρεμένοι και μη, για να δουν τους μασκαρεμένους που θα συμμετείχαν στον διαγωνισμό φορεσιάς. Κι επειδή το να πουν «δηλώστε συμμετοχή στον διαγωνισμό φορεσιάς» δεν θα πετύχαινε, οι διοργανωτές σκέφτηκαν να βάλουν όλους τους μασκαρεμένους σε αυτόν ανά ομάδες κι απροειδοποίητα. Έτσι ήθελες δεν ήθελες, σου άρεσε δεν σου άρεσε, αφού μπήκες στον χορό… θα χορέψεις αναγκαστικά! Άρχισαν λοιπόν να διαχωρίζουν τον κόσμο ανά φορεσιά και κανένας δεν ήξερε σε τι αποσκοπούσε. Ίσως να φαντάζονταν ότι θα ήταν κάποιο αποκριάτικο διασκεδαστικό παιχνίδι: «Παρακαλούνται τα «μωρά» να περάσουν στην πίστα», άκουσα την φωνή της Μαρίνας που στεκόταν μερικά μέτρα πιο μπροστά από εμάς:
- Άντε τράβα! Άκουσα τον Στράτο που καθόταν δίπλα στον Γιάννη στον μπαρ.
- Αποκλείεται. Είπα και στεκόμουν πίσω τους κοιτάζοντας προς την πίστα.
- Όπως θες.
Με εκνεύριζε που στα χέρια μου κρατούσα μια κούκλα που μου δώσανε στην ρεσεψιόν και το θεωρούσα εντελώς έξω απ’ τα νερά μου το μασκάρεμά μου ώστε να συμμετέχω και στον διαγωνισμό. Και το άσχημο ήταν ότι όλοι σχεδόν με κοιτούσαν περίεργα σαν να με κάρφωναν με τα μάτια και να φώναζαν: «ένα «μωρό» κρύβεται εδώ πέρα». Και χωρίς να το καταλάβω η Μαρίνα με είχε τραβήξει με όλη της την δύναμη στην πίστα:
- Στην πίστα γρήγορα. Μου φώναξε αστειευόμενη.
- Μα δεν θέλω να συμμετέχω στον διαγωνισμό φορεσιάς.
- Δεν έχει σημασία. Άντε να χορέψεις τώρα.
Ένοιωσα μια μικρή απογοήτευση που δεν μπόρεσα να την πείσω και προφανώς να βρω μια καλή δικαιολογία για να αποφύγω όλο αυτό το σκηνικό. Ήμουν στην μέση της πίστας μαζί με πολλά κοριτσάκια ντυμένα «μωρά» κι αισθανόμουν εντελώς έξω απ’ τα νερά μου και παρείσακτη. Τι δουλειά είχα εγώ εδώ μέσα; Υπήρχαν κάνα δυο άλλες κοπέλες που ήταν πολύ καλύτερα ντυμένες από μένα, εγώ δεν ταίριαζα εδώ. Με χορευτικές κινήσεις έκανα αργά-αργά πίσω και στάθηκα τελικά στην άκρη της πίστας τάχαμου χορεύοντας.
- Γιατί δεν χορεύεις;
Κοίταξα γύρω μου να δω από πού ερχόταν η ερώτηση. Ένοιωσα ένα δυνατό τράβηγμα στο μπλουζάκι μου. Μια πιτσιρίκα μου χαμογελούσε:
- Τι είναι; την ρώτησα.
- Γιατί δεν χορεύεις εσύ; Μου φώναξε.
- Δεν είμαι λίγο μεγάλη; Την ρώτησα.
- Και η μαμά μου είναι αλλά χορεύει.
- Και που είναι η μαμά σου;
- Θα την δεις σε λίγο. Έχει ντυθεί Πατουλίδου!
Χαμογέλασα στην μικρή. Η ολυμπιονίκης είχε χαρίσει ένα χρυσό μετάλλιο δύο μέρες πριν και επειδή το όνομά της αναφερόταν τακτικά στις συζητήσεις, να που έγινε και θέμα για μεταμφίεση σε μασκέ πάρτυ! Για την Ελλάδα ρε γαμώτο!
Κοίταξα προς το μπαρ. Κανείς απ’ τους συνοδούς μου δεν κοίταζε προς τα μένα. Είχαν αφοσιωθεί σε μια συζήτηση και μακάρι να μπορούσα να μαντέψω για τι πράγμα μιλούσαν. Δεν ήξερα τι να κάνω για να ξεφύγω απ’ την πίστα. Άφησα την μικρή να χορεύει με τις φίλες της και έκανα ακόμη πιο πίσω. Σχεδόν κρύφτηκα πια. Δεν ταίριαζα ρε γαμώτο με όλο αυτό εγώ. Δεν είχα μασκαρευτεί άλλη φορά και όλο αυτό μου φαινόταν εντελώς ξένο.
- Ρούφα! Άκουσα ξαφνικά τον Στράτο στο αυτί μου δίπλα.
- Τι; Είπα και γύρισα και τον είδα που στεκόταν κοντά μου.
- Δεν θες αυτή την στιγμή μια τζούρα;
- Που το κατάλαβες;
- Έχει σημασία; Ρούφα πριν αρχίσει ο Γιάννης να μας ψάχνει.
Πήρα το τσιγάρο του και ρούφηξα στα πνευμόνια μου μια γερή δόση καπνού. Ήταν ότι χρειαζόμουν εκείνη την στιγμή. Έδωσα το τσιγάρο στον Στράτο.
- Δεν θέλεις άλλο;
- Όχι μου φτάνει.
Και χάθηκε από δίπλα μου σαν καπνός. Δεν μπορούσα να καταλάβω το τι ακριβώς έγινε. Ήρθε και μοιράστηκε το τσιγάρο του μαζί μου και χάθηκε. Η παράσταση με τα «μωρά» τελείωσε και προσπαθούσαν όλα τους να συμμαζευτούν κάπου, μιας κι έπρεπε να αδειάσουν την πίστα και να την παραχωρήσουν στους επόμενους μεταμφιεσμένους. Εγώ αφού ένιωσα πιο ανάλαφρη απ’ την …υποχρέωση, πήγα στο μπαρ κοντά στους συνοδούς μου. Πήρα το ποτό του Στράτου εντελώς τυχαία και ήπια λίγο. Ξαφνικά βλέπω πάλι την Μαρίνα να μας πλησιάζει: «όχι ρε γαμώτο, τι έγινε τώρα;». Μόνο που η Μαρίνα δεν ερχόταν για μένα τελικά κι αυτό με ανακούφισε. Τράβηξε απ’ τα σκαμπό τους τον αδερφό μου και τον Στράτο και τους έσπρωξε με όση δύναμη είχε στην πίστα. Έτσι έκανε και με όλους τους υπόλοιπους που προσπαθούσαν να κρυφτούν. Ανά ομάδες και πάλι άρχισαν να χορεύουν οι διαφορετικές μεταμφιέσεις. Κάθισα στο σκαμπό του Στράτου και περίμενα να δω την εμφάνισή τους.
- Γεια σου μικρή τι να σου φέρω; Αστειεύτηκε μαζί μου ο Βασίλης.
- Πάντως όχι γάλα! Ένα ουίσκι με πάγο.
Ο Βασίλης σαν σίφουνας βάλθηκε να μου ετοιμάσει το ποτό σε χρόνο ρεκόρ. Δεν κατάλαβα για πότε μου το είχε αφήσει μπροστά μου. Άλλωστε ήμουν αφοσιωμένη στην παρουσίαση του Στράτου και του Γιάννη που χόρευαν τώρα μαζί με τους υπόλοιπους. Δεν ξέρω αν θα μπορούσαν να πείσουν την επιτροπή με το χορό τους. Πάντως όπως έδειχνε το πράγμα η επιλογή θα γινόταν μεν, αλλά σίγουρα κάτι άλλο θα έκρυβε, ώστε να έχει περισσότερο σασπένς ο διαγωνισμός. «Παρακαλώ αδειάστε την πίστα και μην απομακρύνεστε. Η επιτροπή έχει επιλέξει τις πρωτότυπες μεταμφιέσεις της βραδιάς. Κάθε επιλεγμένος παρακαλείται να προσέρχεται στην πίστα». Ακούστηκε η Μαρίνα απ’ το μικρόφωνο που βρισκόταν κοντά στο μπαρ. Άρχισε να ονοματίζει μία μία τις φορεσιές: κατ-γούμαν, σπατουλίδου (η μετάλλαξη του ονόματος της Πατουλίδου χάριν μασκαρέματος), δίδυμα, πειραχτήρια, μεξικάνος…
Μεξικάνος; Είπε μεξικάνος ή παράκουσα; Ο Στράτος κρυβόταν πίσω απ’ το σομπρέρο του και απ’ την αντίδραση του αδερφού μου που τον φασκέλωσε διάβασα τα χείλη του να λέει στον φίλο του: «Να μαλάκα! Που δεν σ’ άρεσε κιόλας!». Ο Στράτος έβαλε το σομπρέρο και γύρισε και με κοίταξε κάνοντας πως έπαιζε κιθάρα! Του χαμογέλασα και έκλεισα το μάτι δείχνοντας του ότι ήμουν χαρούμενη για την επιλογή του. Όποια κι αν ήταν η τελική απόφαση τουλάχιστον εγώ θα ήμουν ικανοποιημένη που η εμφάνιση του Στράτου έπεισε την επιτροπή για τον ημιτελικό του διαγωνισμού και που πια τα πράγματα γίνονταν πιο δύσκολα. Ο κάθε μεταμφιεσμένος περνούσε μπροστά απ’ την επιτροπή και θα έπρεπε και να αυτοσχεδιάσει και να απαντήσει στις ερωτήσεις που του έκαναν. Όταν ήρθε η σειρά του Στράτου, είχε βαλθεί με τον τρόπο του να σπάσει τα νεύρα της επιτροπής ή μάλλον να γλυτώσει μια ώρα αρχύτερα απ’ το πανηγύρι! Για την ώρα στάθηκε στην σειρά με τους επιλεγμένους και περίμενε. Σαν μεξικάνος… καραδοκούσε! «Η προκριματική φάση του διαγωνισμού πρωτότυπης φορεσιάς της βραδιάς τελείωσε. Όσοι επιλεχτήκατε μην απομακρυνθείτε απ’ την πίστα, η επιτροπή θα πρέπει να σας δει και να επιλέξει ανάμεσα σε σας τις τρεις καλύτερες φορεσιές της βραδιάς». Ανακοίνωσε και πάλι η Μαρίνα. Σηκώθηκα απ’ το σκαμπό μου και πλησίασα στην πίστα. Στριμώχτηκα ανάμεσα στον κόσμο. Ήθελα να είμαι παρούσα στην παρουσίαση του Στράτου. Δεν ξέρω αλλά κάτι ετοίμαζε αυτός. Ο Στράτος είχε πιάσει κουβέντα με τους άλλους επιλεγμένους και δεν είχε προσέξει ότι ήμουν εκεί μπροστά για να τον δω. Ο αδερφός μου στεκόταν στην αντίθετη πλευρά κοντά στο μπαρ, αλλά ούτε κι αυτός με είχε προσέξει. Η παρουσίαση είχε αρχίσει: η κατ-γούμαν κρατώντας ένα μαστίγιο προσπαθούσε σκαρφαλωμένη στην πίστα να επιβάλει τους δικούς της νόμους και να χορεύει αισθησιακά και συνάμα να χτυπά δυνατά το μαστίγιο. Η Σπατουλίδου με τα αθλητικά της είπε πως ήταν η αδερφή του θείου του παππού του ξάδερφου και δεν συμμαζεύεται ξαδέρφη και ήθελε κι αυτή να δηλώσει ότι δεν ήταν μόνο η Βούλα η νικήτρια αλλά και η ξαδέρφη, του δεν συμμαζεύεται σογιού! Πέρασαν και τα δίδυμα κάνοντας απλώς φασαρία με τις διαφωνίες τους και τα πειραχτήρια απλώς πείραζαν την επιτροπή επαναλαμβάνοντας αυτά που άκουγαν. Και ήρθε η σειρά του μεξικάνου. Ήμουν σίγουρη ότι στο μυαλό του είχε πλάσει το σενάριο του για την παρουσίαση. Αγωνιούσα κι ευχόμουν να ήταν στην τυχερή τριάδα. Πήρε την κιθάρα. Έκανε έναν κύκλο στην πίστα έχοντας το ένα το μάτι μισόκλειστο, με γκριμάτσα ξινισμένη, είχε βάλει ένα τσιγάρο στην μια γωνία των χειλιών του, είχε καμπουριάσει και βημάτιζε έχοντας το ένα χέρι έτοιμο να αρπάξει το ανύπαρκτο όπλο του λες και περίμενε καυγά! Ήταν απίστευτος! Έκατσε στην μέση της πίστας, έβαλε τα πόδια οκλαδόν κι έριξε το σομπρέρο μπροστά του και σχεδόν έκρυψε τα μάτια. Άρχισε να γρατζουνά την κιθάρα. Τα μέλη της επιτροπής άρχισαν της ερωτήσεις. Ο Στράτος ή θα έδινε άστοχες απαντήσεις ή θα έλεγε τα δικά του πάντα γρατζουνώντας την κιθάρα. Αφού είδαν κι απόειδαν οι της επιτροπής ότι απάντηση δεν θα έπαιρναν, του ζήτησαν να αποχωρίσει. Ο ‘μεξικάνος’ σηκώθηκε κάνοντας μιαν υπόκλιση ως καλός θεατρίνος και πήγε και βρήκε τον φίλο του τον ‘άραβα’! Ο διαγωνισμός έληξε κι η Μαρίνα ανακοίνωσε ότι σε λίγο θα ανακοίνωναν και τις οριστικές αποφάσεις της επιτροπής για τους νικητές της βραδιάς. Μετά από αυτό πλησίασα την παρέα μου. Οι φίλοι το χαίρονταν μιας και ποτέ δεν φαντάζονταν ότι θα μπορούσαν να συμμετέχουν σε κάτι τέτοιο.
- Ήταν που δεν ήθελες να ντυθείς μεξικάνος! Είπα στον Στράτο.
- Εντάξει μωρέ, σιγά το πράγμα. Ο μοναδικός ήμουν!
Μοναδικός και μη εξαιρετέος δίνοντας μια παράσταση για γερά νεύρα! Ο Βασίλης πλησίασε και άρχισε να λέει τα καλύτερα στον Στράτο για το σόου του και πήρε τις παραγγελίες μας για ποτά. Σήμερα είχε πάρα πολύ κόσμο η μπάρα κι ο Βασίλης δεν είχε το ελάχιστο δευτερόλεπτο να μου ρίξει έστω ένα φευγαλέο χαμόγελο. Οι τεκίλες για τους συνοδούς μου ότι είχαν καταφτάσει και για μένα το ουίσκι. Το στριμωξίδι στην μπάρα ήταν απίστευτο… όπως και στην πίστα που οι περισσότεροι χόρευαν. Τα αποτελέσματα δεν άργησαν να έρθουν: «Η επιτροπή μόλις μας έδωσε τα τελικά αποτελέσματα. Κατ’ αρχήν να σας ευχαριστήσουμε όλους θερμά για την συμμετοχή σας στον διαγωνισμό. Όλες οι φορεσιές ήταν φανταστικές και χαρήκαμε που βάλατε την φαντασία σας να δουλέψει. Πριν πω ποιες φορεσιές κέρδισαν την εκτίμηση της επιτροπής μας, να σας ενημερώσω ότι το πάρτυ μας δεν τελείωσε εδώ, τώρα αρχίζει. Οι φορεσιές που κέρδισαν είναι: στην πρώτη θέση, η ξαδέρφη Σπατουλιδου, στην δεύτερη θέση η κατ-γούμαν και στην τρίτη θέση ο μεξικάνος. Συγχαρητήρια στους νικητές και παρακαλείστε να περάσετε απ’ την επιτροπή μας για την παραλαβή των δώρων σας. Μην φύγει κανείς σας, είπαμε το πάρτυ τώρα αρχίζει. Καλή διασκέδαση σε όλους»!
- Τι κωλοφαρδία είναι αυτή ρε συ; Άκουσα τον αδερφό μου να λέει στον Στράτο μετά το τέλος της ανακοίνωσης.
Ο Στράτος έκανε την ίδια ξινισμένη γκριμάτσα του πολλά βαρύ μεξικάνου και κατευθύνθηκε στην πίστα. Όλοι του έδιναν συγχαρητήρια και τον χτυπούσαν φιλικά στην πλάτη.
- Δεν τον πιστεύω. Κοίτα στυλάκι ο άνθρωπος. Είπε έκπληκτος ο αδερφός μου απ’ την αναπάντεχη νίκη του φίλου του.
Δεν μίλησα. Όπως και να ‘χε το στυλάκι του εμένα μου άρεσε κι αγαπούσα τον πολλά βαρύ μεξικάνο. Γιατί αν δεν έτρεμε το φυλλοκάρδι μου την ώρα που τον μακιγιάριζα, τότε το μουστάκι του δεν θα ‘ταν τόσο πετυχημένο! Κι αισθανόμουν κι εγώ μια μικρή περηφάνια που η ιδέα μου βραβεύθηκε κι ας μη μου το αναγνώρισαν. Ο Στράτος παρέλαβε το δώρο του απ’ τον ιδιοκτήτη του κάμπινγκ. Ήταν μια εβδομαδιαία δωρεάν παραμονή στο κάμπινγκ για το επόμενο καλοκαίρι. Χάρηκα που είχε κερδίσει ένα τέτοιο δώρο. Ούτως ή άλλως το κάμπινγκ αυτό του άρεσε, όπως και το δώρο. Που να το φανταζόταν ότι μέσα σε ένα δεκαήμερο θα είχε τόσο όμορφες εκπλήξεις; Την επίσκεψη των δικών του στα γενέθλιά του και την νίκη του στο διαγωνισμό φορεσιάς του μασκέ πάρτυ στο κάμπινγκ. Ήθελα πάρα πολύ εκείνη την στιγμή να τον αγκαλιάσω και να τον φιλήσω για να τον συγχαρώ για την νίκη του, αλλά δεν τόλμησα. Μια πικρία ένοιωσα γιατί δεν έπρεπε να υπερβώ τα όρια τώρα στο τέλος. Κράτησα την απόσταση αν και υπερβολική, μόνο και μόνο για να μην δώσω αφορμές για …παρανοήσεις απ’ τον αδερφό μου!
Όλοι χόρευαν στους ξέφρενους ρυθμούς της σάμπας, της λαμπάντα, του μάμπο και της παλιάς ντίσκο. Οι μασκαράδες είχαν ανακατευτεί με τους μη μασκαράδες και τους παρέσερναν στην τρέλα του χορού. Απόκριες δεν ήταν αλλά φαινόταν πόσο πολύ την ήθελαν την ανατροπή όσοι έκαναν διακοπές! Ο Στράτος κι ο Γιάννης είχαν πάρει τις τεκίλες τους κι ενώ στεκόντουσαν για λίγο έξω απ’ την ρεσεψιόν –είχε επιστρέψει ο Στράτος την κιθάρα, έκαναν στην άκρη και έκατσαν στο έδαφος ακουμπώντας την πλάτη τους στον τοίχο. Ποιος θα τους παρεξηγούσε; Αφού σε αυτή την τρελή γιορτή επικρατούσε το ‘πατείς με πατώ σε’! Τους προσπέρασα. Μπήκα μέσα κι άφησα την κούκλα. Επιτέλους! Η Κλαίρη δεν βρισκόταν μέσα ευτυχώς αλλά ήταν η Μαρίνα που με ευχαριστούσε που συμμετείχαμε στην γιορτή. Της ανταπέδωσα την ευχαρίστηση και πήρα τον σάκο με τα πράγματά μας και πήγα στις τουαλέτες για ν’ αλλάξω. Δεν άντεχα άλλο αυτή την αμφίεση. Νόμιζα ότι με έτρωγαν σαν σπυράκια οι ζωγραφιστές φακίδες!
Από μικρό ανέμελο κοριτσόπουλο που με ήθελε ο Στράτος απόψε, μεταμορφώθηκα και πάλι στην γυναίκα που ήξερα και που επίσης ήθελε –ήθελε;- ο Στράτος! Αφαίρεσα το υπερβολικό ρουζ απ’ τα μάγουλά μου και τις ζωγραφιστές φακίδες και έκανα ένα γρήγορο μακιγιάζ κανονικό. Έλυσα και τα κοτσίδια και άφησα τα μαλλιά μου ελεύθερα. Δεν ξέρω ένοιωσα να παίρνω ανάσα. Κοιταζόμουν στον καθρέπτη και έβλεπα εμένα: με το εμπριμέ κολάν μου, με το άσπρο μου μπλουζάκι που το μπούστο του ταίριαζε με το κολάν και το λινό κόκκινο σακάκι, έδειχναν εμένα. Και τα χρυσαφιά παπούτσια μου συμπλήρωναν την εικόνα. Αυτή είμαι εγώ! Πέταξα τα ρούχα της αμφίεσής μου στον σάκο, τίναξα τα μαλλιά μου για να πάρουν την φόρμα τους και ικανοποιημένη γύρισα πίσω κοντά στην παρέα μου:
- Έλα βρε παιδί μου. Που είσαι και σε ψάχνει ο Στράτος;
- Είχα πάει να αλλάξω.
- Και γιατί δεν μιλάς; Ο άλλος έχει φάει τον τόπο να σε βρει!
Έχει φάει τον τόπο; Και γιατί δεν το πέτυχα κάπου; Σταυροκοπήθηκα γιατί μου φάνηκε κάπως. Γέλασα. Ο Βασίλης στο μπαρ ήταν πιο χαλαρός και κοιτούσε προς τα εμένα. Μου χαμογέλασε. Έκανα να του ζητήσω να μου φτιάξει εκείνο το ‘διαολεμένο’ ποτό. Δεν πρόλαβα:
- Επιτέλους! Σε έψαχνα! Άκουσα τον Στράτο ακριβώς πίσω απ’ τον ώμο μου.
Δεν μίλησα και τον άφησα να μου λέει πως έφαγε τον τόπο να με βρει κι ότι δεν ήθελε να έχει όλο το βράδυ ζωγραφισμένο ένα μουστάκι στο πρόσωπο.
- Ήξερες ότι θα ερχόμουν κάποια στιγμή, δεν καταλαβαίνω γιατί τέτοια αναστάτωση. Αν ήταν να γυρίσω στο σπίτι θα σας το έλεγα.
Του είπα. Λάτρεψα εκείνη την στιγμή το παραπονιάρικο πρόσωπό του και ήθελα τόσο πολύ να το πιάσω με τα δυο μου χέρια και να το τρελάνω στα φιλιά. Αντί αυτού όμως τον πήρα απ’ τον χέρι και τον τράβηξα στην ρεσεψιόν. Αν και θα ήταν καλύτερη η ιδέα να πηγαίναμε στις τουαλέτες, για να μου πει γιατί με έψαχνε έτσι απεγνωσμένα όπως κι ακουγόταν. Μπήκαμε στην ρεσεψιόν κι έβγαλα την νιβέα και το βαμβάκι που είχα μαζί μου.
- Λοιπόν γιατί τέτοια ανησυχία;
Με κοίταξε στα μάτια επίμονα. Σίγουρα έψαχνε να βρει μια καλή δικαιολογία. Τον κοίταζα περιμένοντας αλλά δεν ξέρω… το βλέμμα του με μαγνήτιζε. Και κάθε φορά που με κοιτούσε έτσι με αναστάτωνε.
- Για να με ξεβάψεις… Ψέλλισε.
Χαμογέλασα γιατί τον θεωρούσα πάρα πολύ ανόητο και πολύ παιδιάστικο λόγο για να σε ψάχνει κανείς, να τρώει τον τόπο για να σε βρει.
- Για να σε ξεβάψω! –επανέλαβα τα λόγια του. Ε! Αφού το βιάζεσαι να μην το καθυστερούμε! Του είπα κι εγώ.
Δεν μίλησε. Δεν δικαιολογήθηκε καν. Στεκόταν ακίνητος και με κοίταζε στα χείλη αμίλητος. Πάντα αμίλητος. Και με χρειαζόταν για να αφαιρέσουμε μια μολυβιά στο σαγόνι! Υπάρχουν και καλύτερες δικαιολογίες άμα θέλει κανείς να βρει! Άπλωσα την αλοιφή στο πρόσωπό του αργά-αργά. Χάιδευα το πρόσωπο του απλώνοντας την αλοιφή μέχρι τα μάγουλα! Αργά! Απελπιστικά αργά! Άρχισα επίσης αργά να αφαιρώ την αλοιφή με το βαμβάκι. Με κοίταζε πότε στα μάτια και πότε στα χείλη. Αργούσα! Και δεν μιλούσε. Να μου πει ένα «ακόμη να τελειώσεις;». Απλά καθόταν κι απολάμβανε το χάδι στο πρόσωπο. Αλλά…
- Τελειώσαμε! Αυτό ήταν! Του είπα.
Πέταξα στο καλάθι το λερωμένο βαμβάκι και τακτοποίησα τα πράγματα στον σάκο. Εκείνος στεκόταν στην ίδια θέση. Δεν κινιόταν. Κάτι περίμενε. Τι όμως; «Αχ! Δεν μπορώ να κάνω κάτι. Ξέρεις ότι τα χέρια μου είναι δεμένα». Έβγαλα ένα λουκέτο απ’ το τσεπάκι του σάκου και τον κλείδωσα. Όταν ξαναγύρισα να τον κοιτάξω εκείνος είχε εξαφανιστεί. Αναστέναξα γιατί ενώ ένοιωθα ότι κάτι ήθελε να μου πει, δεν το έκανε. Τον ακολούθησα. Πλησίασα το μπαρ και κάθισα δίπλα του ο οποίος στριμώχθηκε με την σειρά του στον Γιάννη για να μου παραχωρήσει λίγο χώρο και να κάτσω κάπως πιο άνετα. Αρκετός κόσμος ακόμη χόρευε ενώ άλλοι έπιναν συνέχεια και αρκετοί είχαν ήδη μεθύσει και το διασκέδαζαν αναλόγως. Ήθελα κι εγώ να μεθύσω. Ήθελα να βρεθώ πάλι στην αγκαλιά του.
Παράγγειλα στον Βασίλη να μου φτιάξει τελικά τον ‘κόκκινο διάολο’. Με κοίταξε λίγο περίεργα γιατί προφανώς θα νόμιζε ότι θα γινόμουν όπως την πρώτη φορά που είχα πιει αυτό το ‘ύπουλο’ κοκτέιλ. Χωρίς να πει κουβέντα ετοίμασε το ποτό μου και το εναπόθεσε μπροστά μου. Έπινα ήσυχα ήσυχα το ποτό μου και φρόντιζα να μην τον αγγίζω. Ούτε καν τυχαία. Απλά προτιμούσα να κοιτάζω τον κόσμο που ο περισσότερος είχε βρει την ευκαιρία να πιει πάρα πολύ και να μην ξέρει τι κάνει. Κι εγώ θα ήθελα να με ζαλίσει το ποτό, αλλά όχι και να μην ξέρω τι κάνω. Ήθελα μόνο και μόνο να ξεχάσω το γεγονός ότι θα φεύγαμε. Πόσο με στενοχωρούσε αυτή η σκέψη! Οι μόνοι που δεν έδειχναν να στενοχωριούνται ή δεν το ανέφεραν ήταν ο Στράτος με τον Γιάννη. Έδειχναν πως δεν είχε περάσει καν απ’ το μυαλό τους η σκέψη. Μιλούσαν με τον Βασίλη κι αστειεύονταν. Ο Βασίλης πάντα κοιτούσε προς το μέρος μου και χαμογελούσε. Το ότι απλά ήμουν η ακροάτρια στις βλακείες που έλεγαν ο Βασίλης προφανώς είχε την εντύπωση πως συμμετείχα. Δεν συμμετείχα στην κουβέντα τους κι ούτε καν είχα καταλάβει για τι μιλούσαν. Εγώ ήμουν στον δικό μου κόσμο. Δεν ήθελα να φύγω. Δεν ήθελα να επιστρέψω πίσω. Το μόνο που ήθελα ήταν να με βάλει στην αγκαλιά του ο Στράτος και να με κρατήσει εκεί. Δεν μπορούσα να καταπέφτω και το ποτό να αρχίζει την δράση του. Δεν ήθελα με τίποτε να γίνω εκείνο το μάτσο χάλια που είχα γίνει τις προάλλες και σηκώθηκα απ’ το σκαμπό μου:
- Που πας; Με ρώτησε ο Στράτος κάνοντας μου χώρο να περάσω.
- Μια βολτίτσα. Να ξελαμπικάρω. Του είπα.
- Θες να έρθω;
«Θέλω». Τον κοίταζα στα μάτια και του ζητούσα να έρθει μαζί μου. Κοίταξα τον Γιάννη ο οποίος συνέχισε να μιλά με τον Βασίλη. Ξανακοίταξα τον Στράτο στα μάτια: «Έλα μαζί μου. Σε θέλω κοντά μου» του έλεγα με τα μάτια μου, αλλά…
- Όχι θέλω να είμαι μόνη μου.
Είπα τελικά. Γιατί δεν διάβαζε τα μάτια μου να καταλάβει τι πραγματικά ήθελα; Απομακρύνθηκα από κοντά του και εκεί λίγο πριν την έξοδο μες τον χαμό από κόσμο που επικρατούσε γύρισα να τον κοιτάξω. Με κοιτούσε κι εκείνος!
Βγήκα απ’ το κάμπινγκ θέλοντας να κάνω μια μικρή βόλτα στο σκοτάδι του δρόμου. Η μουσική ακουγόταν διακριτικά και μου άρεσε η αντίθεση που δημιουργούσε με την ησυχία της νύχτας. Είχα ζαλιστεί τελικά και η νυχτερινή δροσιά χτυπούσε το πρόσωπό μου και με ευχαριστούσε και με ξυπνούσε. Κι ήταν γλυκιά αυτή η επαγρύπνηση. Γύρισα και κοίταξα πίσω μου. Δεν με ακολουθούσε. Δεν μπορούσα να μην σκέφτομαι ότι όλα τελείωναν. Για τους συνοδούς μου δεν ήταν κάτι που να τους ενοχλεί ιδιαίτερα γιατί η διασκέδασή τους θα συνεχιζόταν για λίγο ακόμη στην επιστροφή, μέχρι τον Σεπτέμβρη που ο καθένας τους θα αναλάμβανε τις υποχρεώσεις του. Μονό εγώ ήμουν υπό περιορισμό. Η άδεια μου τελείωνε. Αν και υπήρχε ένα μικρό υπόλοιπο, δεν νομίζω ότι θα μου το έδιναν πολύ ευχαρίστως για να παρατείνω τις διακοπές μου. Η δουλειά έτρεχε και σίγουρα η απουσία μου θα δημιουργούσε κενά. Ποιος ξέρει τι θα βρω επιστρέφοντας. Κι αυτό που με απασχολούσε ήταν αν τώρα που θα έφευγε κι ο Γιάννης για τις σπουδές του, συνεχιζόταν η επαφή μας. Αν δεν συνεχιζόταν; Αυτό το ενδεχόμενο με πόνεσε πολύ και δεν είχε περάσει μέχρι τώρα απ’ το μυαλό μου. Αχ δεν θέλω να το σκέφτομαι. Δεν θέλω να δοθεί τέλος. Με τίποτε. Τον θέλω στην ζωή μου για τα καλά.
Είχα προχωρήσει αρκετά και δεν είχα καταλάβει πόσο πολύ είχα απομακρυνθεί. Οι σκέψεις μου είχαν ανοίξει το βήμα, λες κι έτσι θα επιμήκυνα τις διακοπές μας! Τι ανόητα που σκέφτομαι! Σταμάτησα κι έκανα μεταβολή και συνέχισα προς την επιστροφή βυθισμένη στους προβληματισμούς μου. Μήπως τελικά οι επιθυμίες μου ήταν περισσότερες απ’ ότι φανταζόμουν; Μήπως του ήμουν αδιάφορη και όλα ήταν απλώς της φαντασίας μου κι εγώ τα ερμήνευα κατά πως με βόλευαν; Μα αν ήταν της φαντασίας μου τότε τα αισθήματα μου για αυτόν από πού προέκυψαν; Απ’ το τίποτε; Μα και το βράδυ που επιστρέφαμε απ’ το ‘Στάντιουμ’ και τον είχα ρωτήσει τι μας συμβαίνει, δεν αρνήθηκε ότι δεν συμβαίνει τίποτε. Το ένοιωθα ότι είχαμε ο ένας την ανάγκη του άλλου και με πλήγωνε που δεν την εκδηλώναμε.
Ήμουν έξω απ’ το κάμπινγκ. Κάθισα στο πεζούλι γύρω από ένα πεύκο εκεί κοντά στην είσοδο. Είχα στενοχωρηθεί πολύ με τις τελευταίες σκέψεις κι έπιασα το κεφάλι μου με τα δυο μου χέρια ακουμπώντας τα στα πόδια μου. Έκρυψα το πρόσωπό μου στις παλάμες μου. Δεν το άντεχα. Ήθελα να βρω μια λύση για να είμαστε μαζί. Τον χρειαζόμουν κοντά μου. «Θεέ μου βοήθησε με. Τι να κάνω; Γιατί νοιώθω έτσι; Τουλάχιστον ας με άφηνε στην μοναξιά μου, θα το συνήθιζα κάποτε. Δεν αντέχω να με βασανίζουν οι απορίες. Δεν μπορώ πια. Δεν θα αντέξω να γίνω πάλι κομμάτια για κάποιον που έφερε τα πάνω κάτω στην ζωή μου τόσο γρήγορα και να μην δώσει συνέχεια σε αυτό που ζήσαμε». Αυτή την αδύναμη στιγμή μου τον ήθελα κοντά μου. Άφησα τα δάκρυα μου να κυλήσουν μήπως και πάρουν μακριά τις βασανιστικές σκέψεις εκείνης της στιγμής. «Αν ήξερα ότι η παρουσία του θα μου άλλαζε τόσο πολύ τη ζωή σε αυτές τις διακοπές και να βασανίζομαι έτσι, δεν θα άφηνα με τίποτε τον εαυτό μου να τον πλησιάσει τόσο πολύ. Νοιώθω λες και είμαι ερωτευμένη μαζί του! Πότε πρόλαβα; Σε δέκα ημέρες! Μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα το κατάφερα εγώ αυτό; Δεν μπορεί να είναι έτσι. Κάτι άλλο γινόταν!». Εκείνη την στιγμή τον ήθελα απελπιστικά κοντά μου και δεν διάβαζε την σκέψη μου να έρθει να με βρει. Τον φαντάζομαι να γελάει με τις χαζομάρες που θα λένε με τον Βασίλη και τον Γιάννη. Σκούπισα τα δάκρυα μου και ανάσανα βαθιά. Όσο περισσότερο τον σκεφτόμουν τόσο πολύ βασανιζόμουν. Πήρα μια βαθιά ανάσα και μπήκα στο κάμπινγκ. Η εικόνα τους εκεί στο μπαρ με έκανε να γελάσω γιατί επιβεβαιώθηκε η τελευταία μου σκέψη με τις χαζομάρες! Έκατσα στην θέση μου κι ο Γιάννης ήταν λίγο ενοχλημένος με την απουσία μου:
- Θα μας τρελάνεις απόψε; Με ρώτησε.
- Ανησύχησες; Μια βόλτα έκανα! Του είπα χαμογελώντας.
- Είσαι εντάξει;
- Ναι! Δεν φαίνεται;
Δεν το συνέχισα. Η ζωή συνεχιζόταν. Κι είτε μου άρεσε είτε όχι θα έπρεπε να δεχθώ την κατάσταση. Ο Στράτος με κοιτούσε έχοντας ακουμπήσει το πρόσωπό του στον ώμο του και περίμενε να του πω. Του χαμογέλασα απλά. Δεν είχα να του πω κάτι. Αυτά που είχα στο μυαλό μου αφορούσαν εμένα και μόνο.
Η διασκέδαση κι ο χορός συνεχιζόταν με την ίδια ένταση. Και έτσι δεν μας άφησαν κι εμάς έξω απ’ το χορό. Η Μαρίνα είχε πάρει την πρωτοβουλία και μας τράβηξε απ’ τα σκαμπό για να χορέψουμε. Έτσι λοιπόν όλοι μας βρεθήκαμε σε έναν τεράστιο κύκλο χορεύοντας νησιώτικα. Ο Στράτος με είχε πιάσει απ’ τον ώμο και με έσερνε με όλη του την δύναμη προς το μέρος του. Άραγε είχε καταλάβει ότι απόψε ήταν ο τελευταίος μας χορός;


Κεφάλαιο 19