Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2007

9. Το ανέκδοτο μιας γιορτής!


«Απίστευτο! Αποφασίσατε να ξυπνήσετε; Είμαι στην θάλασσα. Όποιος θέλει έρχεται. Μαρίνα».
Τους άφησα το σημείωμα στο τραπέζι σε σημείο που να το δουν με το που θα σηκώνονταν για το πρώτο κατούρημα κι έφυγα για την θάλασσα! Ο Γιάννης κι ο Στράτος ξυπνούσαν αργά. Πολύ αργά. Αν δεν πήγαινε δώδεκα το μεσημέρι δεν υπήρχε περίπτωση να σηκωθούν νωρίτερα. Κι εγώ ξυπνούσα αργά αλλά όχι κι έτσι. Εννιά το πρωί είναι πιο νορμάλ ώρα να ξυπνήσει κανείς όταν είναι σε διακοπές! Άλλωστε με το να κοιμάσαι πολλές ώρες χάνεις τις απολαύσεις που σου προσφέρει η μέρα. Και συνήθως δεν προλαβαίνεις να κάνεις πράγματα γιατί πια αρχίζει να πέφτει το βράδυ. Δεν μπορούσα να κάτσω να τους περιμένω και σηκώθηκα κι έφυγα. Ήθελα να απολαύσω το μπάνιο μου νωρίς, να χαρώ την ηλιοθεραπεία μου, να προχωρήσω κάνα κεφάλαιο στην ‘Σιωπή των αμνών’… Ο καιρός ήταν ζεστός κι η θάλασσα ήταν κρύα κι επιπλέον είχε κύμα’ ήταν κατάλληλη για τους σέρφερς. Αυτό δεν με πτόησε να κολυμπήσω. Όσο δηλαδή το κατάφερνα γιατί καμιά φορά σηκώνονταν κάτι τεράστια κύματα που αν άφηνες τον φόβο να σε κυριεύει στην θέα τους τότε σίγουρα θα σε κατάπιναν και θα έλεγες ότι αυτό δεν ήταν κύμα ήταν τσουνάμι! Όση ώρα τα κύματα με ανεβοκατέβαζαν κοιτούσα όλη την παραλία πέρας ως πέρα! Ο αέρας δεν θα βοηθούσε και τόσο να πραγματοποιηθεί η αποψινή εξόρμηση εδώ στην αμμουδιά με φωτιά, μουσική, ποτό και καλή παρέα. Απογοητεύτηκα. Δεν ήθελα να είναι έτσι και το βραδάκι. Μακάρι ο αέρας να έπεφτε. Περίμενα τόσο πολύ να περάσουμε ένα βράδυ στην παραλία. Κι ο Βασίλης είχε δεχθεί τελικά. Ήμουν σίγουρη ότι θα φρόντιζε να περάσω καλά. Σίγουρα θα έβρισκε τρόπους να με διασκεδάσει να με κάνει να γελάω. Άραγε θα κατάφερνε να ξεγλιστρήσει απ’ την δουλειά του ή θα περίμενε να φύγει κι ο τελευταίος πελάτης για να έρθει έπειτα να μας βρει; Θα δεχόταν άραγε ο Θωμάς να βγάλει την δουλειά μόνος του, για να εξασφαλίσει ο Βασίλης το ρεπό του; Που το δικαιούταν όπως μας είπε. Ήταν δύσκολο να το καταφέρει, γιατί κάθε βράδυ γινόταν πανικός και ένας μπάρ-μαν δεν ήταν και τόσο εύκολο να βγάλει όλη την δουλειά πέρα. Εδώ πολλές φορές επιστράτευαν και την Τασούλα -που κρατούσε την μπάρα το πρωί για τους καφέδες- για να τους βοηθήσει. Δύσκολο το έβλεπα. «Αν καταφέρω και τελειώσω νωρίτερα, θα έρθω» μας είχε πει. Το ήθελα πάρα πολύ. Ένοιωθα ότι αυτός ο άνθρωπος απόψε θα με γλίτωνε από κάτι. Πίστευα ότι το να περάσω την βραδιά με τους συνοδούς μου, θα ήταν σαν να μια συνηθισμένη βραδιά στο σπίτι: να ακούμε μουσική, να λέμε βλακείες και τελικά αν δεν καταλήγαμε στο κάμπινγκ, πηγαίναμε για ύπνο! Εγώ ήθελα κάποιον να με κοιτά και να μου χαμογελά, να μου ζητήσει να πάμε μια βόλτα στην αμμουδιά πέρα, να με κρατήσει απ’ το χέρι… Αυτά! Απλά πράγματα κι ανθρώπινα. Στην ουσία αυτό που ήθελα να αποφύγω ήταν το ενδεχόμενο να περάσει απ’ την σκέψη μου ο Γιώργος. Όσο κι αν ένοιωθα ότι τον είχα αποβάλει από μέσα μου, είχα την εντύπωση ότι καιροφυλακτούσε σαν κακόβουλο φάντασμα που είχε σκοπό να με κάνει να μην τον ξεχάσω. Κι εγώ δεν ήθελα να τον θυμάμαι.
Βγήκα απ’ την θάλασσα κι άπλωσα αντηλιακό στο δέρμα μου. Κοίταζα πέρα τα κύματα πως έπαιζαν και πως έσκαγαν επάνω στην ακτή. Μου άρεσε να την κοιτάζω. Δεν ξέρω ήταν σαν να της πετούσα κακές στιγμές και εκείνη τις παράσερνε στα βάθη της. Έβγαλα έναν μεγάλο στεναγμό. Ο Βασίλης τελικά ήταν μια παρουσία που την θεωρούσα τουλάχιστον για απόψε αναγκαία. Στο πίσω μέρος του μυαλού μου ήταν κολλημένο το πρόσωπο του Στράτου. Και γι’ αυτόν τον λόγο κυρίως ήθελα τον Βασίλη. Δεν ήθελα να βρεθώ έστω και λίγο κοντά του. Κάτι με φόβιζε. Κάτι περίεργο ένοιωθα ότι θα συνέβαινε. Αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω τι. Το σίγουρο ήταν πως δεν ήθελα με τίποτε να παίξει το μυαλό μου με τις αναμνήσεις. Ο Βασίλης με ένα βλέμμα του και με ένα χαμόγελο με έκανε να ξεχνώ τα πάντα. Μου έδινε μια περίεργη σιγουριά. Δεν ήταν ότι ένοιωθα κάτι γι’ αυτόν, απλά το ενδιαφέρον του ήταν τόσο τρυφερό κι ανθρώπινο που ξεχνούσα το οτιδήποτε. Κι αν τελικά δεν έρθει; Τι μένει; Με εξαίρεση τον αδερφό μου, ο Στράτος. Αν τουλάχιστον έβαζα στην θέση αυτή του Βασίλη τον Στράτο; Φίλος δεν ήταν άλλωστε; Όχι – όχι! Ούτε να το σκέφτομαι! Υπάρχει ένα περίεργο ηλεκτρικό πεδίο μεταξύ μας και καλό θα ήταν να μην πλησιάσουμε και πολύ ο ένας τον άλλον απόψε. Η θέση μας θα γινόταν πιο δύσκολη και θα μπαίναμε σε άλλες διαδικασίες. Οπότε για πια φιλία μιλάμε; Ξέρω βέβαια πολύ καλά ότι θα με βοηθούσε πάρα πολύ να μην σκέφτομαι τον Γιώργο στο ελάχιστο, γιατί και στο παρελθόν είχε βοηθήσει. Όμως θυμάμαι ότι τότε είχα νοιώσει ένοχη και προσπαθούσα να ξεδιαλύνω τι τελικά γινόταν και χάρηκα πάρα πολύ όταν το ξεκαθαρίσαμε με τον Στράτο…



Ήταν ακριβώς τρία χρόνια πριν που είχα κάνει πάρτυ στην γιορτή μου. Είχα σκεφτεί πως είχα μια καλή δουλειά, καλές γνωριμίες και γενικά είχα δημιουργήσει ένα πολύ καλό κοινωνικό κύκλο. Και ήθελα λοιπόν, προκειμένου να διατηρήσω αυτόν τον κύκλο να κάνω ένα μικρό παρτάκι επ’ ευκαιρίας της ονομαστικής μου γιορτής. Ήθελα έτσι να δείξω πως δεν είμαι αχάριστη και πως για μένα αυτοί οι άνθρωποι είχαν μιαν αξία. Τώρα τι αξία μπορούν να έχουν κι όσοι δεν γνωρίζουμε, αυτό δεν το γνωρίζω. Όμως εκείνο το βράδυ στάθηκε η αφορμή για να καταλάβω πια σε τι εκτίμηση με είχαν όλοι αυτοί.
Είχα μπει στην προετοιμασία μια βδομάδα νωρίτερα. Άρχισα σημειώνοντας λίστες με τους καλεσμένους μου, λίστες με ποτά και φαγώσιμα σνακς και λίστες με την μουσική που θα ακουγόταν στην διάρκεια της βραδιάς! Ο πρώτος μου καλεσμένος –και κάτι σαν επίτιμος- ήταν ο Γιώργος. Δεν ήξερα αν έβγαινε με κάποια, αλλά εγώ από ευγένεια του είπα να φέρει και την συντροφιά του. Η αλήθεια είναι ότι με πονούσε η σκέψη να τον έβλεπα να έρχεται με κάποια στην γιορτή μου. Στα πάρτι του ραδιοφώνου ερχόταν παρέα με τον αδερφό και την νύφη του. Όταν λοιπόν τον προσκάλεσα ήταν πρόθυμος να έρθει. Μάλιστα σημείωσε στο ημερολόγιό του την ημέρα και το τηλέφωνο μου σε περίπτωση που… δεν ξέρω κι εγώ τι! Κάλεσα αρκετό κόσμο. Ακόμη και τους μετόχους της εταιρείας. Έτσι έπρεπε και ήταν το σωστό. Τώρα το ότι δεν εμφανίστηκαν αυτό το κατανόησα γιατί είχαν τις επιχειρήσεις τους και δεν γινόταν να λείψουν από αυτές για να μου πουν τις ευχές τους για μια ακόμη φορά αφού ήδη το είχαν κάνει στο ραδιόφωνο. Πέρα από αυτό, ο προβληματισμός μου ήταν που θα έβαζα τόσο κόσμο σε ένα σπίτι μόλις πενήντα τετραγωνικά. Κι επιπλέον είχα προτείνει και στον αδερφό μου να καλέσει και την δική του παρέα. Κι αυτό για να μην αισθάνεται ξένος ανάμεσα σε ξένους!
Και ήρθε το βράδυ. Όλη η μέρα φάνταζε ότι θα είχα κόσμο. Οι ανθοδέσμες κι οι γλάστρες για την γιορτή μου είχαν κλείσει την ρεσεψιόν του ραδιοφώνου αλλά και το γραφείο μου. Μου πήρε δυο μέρες να τις μεταφέρω σπίτι μου και μάλιστα με την βοήθεια του αδερφού μου. Όσο περνούσε η ώρα διαπίστωνα ότι πολλοί απ’ τους επισκέπτες μου δεν μου ήταν γνωστοί, γιατί οι γνωστοί έφεραν μαζί τους κι αρκετούς γνωστούς τους. Σου λέει: «πάρτυ είναι, ποτά θα έχει, πάμε να τα πιούμε που ‘ναι και τζάμπα»! Οι δε άλλοι γνωστοί έστειλαν εκπρόσωπο τους άγνωστο προς εμένα! Τι τα θες τι τα γυρεύεις! Η ουσία είναι ότι ο Γιώργος δεν έλεγε να φανεί. Έβγαινε συνεχώς στο μπαλκόνι μπας και τον δω κάπου, ρωτούσα τον Γιάννη αν χτύπησε το τηλέφωνο. Είχα και την έννοια αυτή μήπως είχε μπερδέψει τις οδούς ο Γιώργος και πήγαινε σε λάθος σπίτι. Ήμουν μες την ανησυχία. Κοιτώντας όλους τους παρευρισκόμενους στην γιορτή μου, απ’ την παρέα του αδερφού μου είχε εμφανιστεί μόνο ο Στράτος με την αδερφή του κι ένα συγγενικό τους ζευγάρι. Τους κοίταζα που κάθονταν όλοι στο μπαλκόνι και ένοιωσα προς στιγμήν πως το πάρτυ μου είχε μετατραπεί σε παιδικό! Τέλος πάντων δεν μπορούσα να ρίξω την ευθύνη στον αδερφό μου κι απ’ την άλλη ίσα – ίσα που δεν ενοχλούσαν και είχαν καθίσει στο μπαλκόνι κουβεντιάζοντας και λέγοντας αστεία για να περάσει όσο πιο όμορφα γινόταν η βραδιά τους. Εγώ δε σαν καλή οικοδέσποινα έκανα ότι μπορούσα. Δεν ήθελα όλοι όσοι είχαν έρθει να αισθάνονται άβολα, επειδή δεν με γνώριζαν. Προσπαθούσα να μιλήσω με τον καθένα τους ξεχωριστά για να καταλάβω από πού είχαν προέρθει! Ένας συνάδελφος όταν κατέφθασε με την δική του παρέα θέλησε να δώσει περισσότερη ζωντάνια στο πάρτυ διαμορφώνοντας έναν χώρο του καθιστικού σε γωνιά του ντι-τζέϊ με τον ανάλογο εξοπλισμό που είχαν μαζί τους: πικ-άπς, δίσκους και κονσόλα! Και ξαφνικά η γιορτή ζωντάνεψε. Ο ντι – τζέϊ έκανε τα δικά του κι όλοι χόρευαν με τις μουσικές επιλογές του. Η ώρα είχε περάσει αρκετά. Ο Γιώργος δεν εμφανίστηκε κι ένοιωσα θυμωμένη. Ούτε καν τηλεφώνησε. Δεν ήταν υποχρεωμένος να το κάνει, αλλά θα αισθανόμουν καλύτερα αν τηλεφωνούσε. Θα ήξερα ότι με σκέφτηκε! Με την σκέψη αυτή με πήραν τα κλάματα. Έτρεξα και κλείστηκα στο μπάνιο για να ξεσπάσω. Το μόνο που ήθελα ήταν να τον γνωρίσω κάπως καλύτερα. Να δω ποιος ήταν ο Γιώργος πέρα απ’ τα όρια του ραδιοφώνου και του τυπικού της γνωριμίας μας. Αλλά για μια ακόμη φορά με την αποψινή του απουσία μου έδειχνε πως δεν ήμουν παρά ένα ‘τίποτα’ στον δικό του κόσμο! Κοίταξα τα μάτια μου στον καθρέπτη και είδα ότι είχαν πρηστεί. Τόσο πολύ είχα κλάψει; Διόρθωσα το μακιγιάζ μου ώστε να μην φανεί τίποτε. Κι αποφάσισα ότι έπρεπε να το ξεχάσω. Ήταν σαν να μου έλεγε ότι δεν μπορούσε να συμμετέχει σε ένα πάρτυ …παιδιάστικο! Ίσως και να με τιμωρούσε που κάποτε στο παρελθόν τον είχα καλέσει στο πάρτυ μιας ξαδέρφης μου και φρόντιζε εκείνη με τον τρόπο της να με απομακρύνει από κοντά του για να του μονοπωλεί το ενδιαφέρον και που τελικά εκείνη στάθηκε η αφορμή να παρεξηγηθούμε. Βέβαια δώσαμε εξηγήσεις ο ένας στον άλλον, κατάλαβε εκείνος ότι η ξαδέρφη μου αποσκοπούσε κάπου κι όχι εγώ, αλλά πια το ενδιαφέρον είχε αλλάξει. Δεν ήταν πια ζεστός απέναντί μου και δεν έδειχνε πια να διασκεδάζει με την αφέλεια της εφηβείας μου! Ναι αλλά από τότε, είχαν περάσει αιώνες! Να θεωρούσε ότι θα ήμουν το ίδιο αφελής; Δεν έβλεπε πια ότι την εφηβεία την πέρασα προ πολλού, ότι πια συνεργαζόμασταν έπειτα από δική του πρωτοβουλία, τι τελικά ήταν αυτό που τον κράτησε μακριά απ’ την γιορτή μου;
Αποφάσισα ότι ήταν ώρα να βγω απ’ το μπάνιο. Δεν μπορούσα να ψάχνω το παρελθόν για να εξηγήσω την αποψινή του απουσία. Ήταν εντελώς παιδαριώδες το σκεπτικό μου. Έπρεπε να συνέλθω. Ο άνθρωπος ίσως είχε τις δουλειές του. Επιπλέον ίσως είχε κάποιαν άλλη γνωστή ή γνωστό πολύ πιο υπολογίσιμο από εμένα να επισκεφθεί στην γιορτή του. Οπότε τι καθόμουν κι έψαχνα;
Όταν βγήκα απ’ το μπάνιο με λιγότερο τα μάτια πρησμένα πια αποφάσισα να αντιδράσω κάπως διαφορετικά. Ίσως έτσι με έκανε να ξεχαστώ και να αισθανθώ καλύτερα. Άλλωστε ήταν η γιορτή μου κι έπρεπε να δείχνω χαρούμενη. Δεν έπρεπε να με πτοήσει η απουσία του Γιώργου. Άρχισα να γεμίζω τα ποτήρια των επισκεπτών μου με το ποτό που έπιναν. Τους έβαζα κοντά και διάφορα σνακς να τσιμπολογούν μιας κι αρκετοί δεν πλησίαζαν καν τον μικρό μπουφέ που είχα ετοιμάσει. Ίσως να θεωρούσαν πως αν το έκαναν θα έδειχναν λιγούρηδες! Πρόσεξα πως ο Στράτος είχε κολλήσει τα μάτια του επάνω μου και προφανώς θεώρησε σωστό ότι έπρεπε να βοηθήσει κι αυτός κάπως την κατάσταση. Το διασκέδαζε. Έκανε ότι έκανα κι εγώ. Βέβαια ήταν κάτι που κάποια στιγμή άρχισε να με εκνευρίζει. Ήταν σαν να ανακατευόταν στα πόδια μου. Ναι μεν καλή η πρόθεσή του, αλλά κάπου έχανε το μέτρο! Κάποια στιγμή τον αγριοκοίταξα, αλλά η ματιά μου δεν έδειξε να τον πτοεί!
- Κανονικά η οικοδέσποινα θα έπρεπε να χορεύει!
Μου είπε την στιγμή που όταν τελείωσα πια, τακτοποιούσα τα μπουκάλια και καθάριζα τα νερά που είχε αφήσει το μπολ με τα παγάκια στον μπουφέ. Δεν του απάντησα και του χαμογέλασα. Πλησίασα την παρέα του που κάθονταν ακόμη στο μπαλκόνι και κουβέντιαζαν με τον αδερφό μου. Όση ώρα βρίσκονταν εκεί εγώ δεν τους είχα πλησιάσει καν. Στην αρχή τους χαιρέτησα, τους ευχαρίστησα που είχαν έρθει κι έπειτα ανέλαβε ο Στράτος να τους βάλει τα ποτά. Κάτι με βεβαίωνε ότι με την δική μου αδιαφορία θα είχαν σχηματίσει την εντύπωση πως ήμουν: απλησίαστη, ξενέρωτη, μη μου άπτου, εγωίστρια κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο ακόμη! Όμως δεν ήξεραν. Τι να ξέρουν οι άνθρωποι για το δικό μου κόλλημα! Τους ζήτησα ευγενικά συγγνώμη για την αδιαφορία μου τόση ώρα κι έκατσα εκεί στην παρέα τους. Άρχισαν ξαφνικά να με βομβαρδίζουν με ερωτήσεις. Δεν ξέρω τι τους είχε πει ο Στράτος κι ο Γιάννης, αλλά όση ώρα καθόμουν εγώ εκεί κοντά τους, τους φάνταζα κάτι σαν την …Έλλη Στάη! Και να που έπρεπε τώρα εγώ να τους προσγειώσω. Τους εξήγησα, ότι όσο σπουδαία και δημοσιοσχετίστικη να έδειχνε η δημοσιογραφία, ότι ακόμα και το να ακούγεσαι στο ραδιόφωνο κι ο κόσμος να τρελαίνεται να σε ακούει, δεν αλλάζει την ζωή σου και τόσο πολύ ειδικά όταν πατάς γερά στα πόδια σου. Γιατί το επικίνδυνο στην δουλειά αυτή είναι να καβαλήσεις το καλάμι και να χάσεις το μέτρο. Κάτι που δύσκολα το επανακτάς και θα πρέπει να παλέψεις πάρα πολύ για να διώξεις τον όποιο χαρακτηρισμό σου έχουν κολλήσει σαν ταμπέλα στην πλάτη. Στην ουσία και στο βάθος – βάθος είναι μια δουλειά όπως όλες οι άλλες, που για να κερδίσεις το ψωμί σου θα πρέπει να τρέχεις συνεχώς. Θα πρέπει να ξεχάσεις ότι υπάρχει οχτάωρο, ότι έχεις ελεύθερο χρόνο, ότι έχεις προσωπική ζωή κι ότι κι εσύ μπαίνεις καμιά φορά στην διαδικασία να έχεις την ΑΤΑ στην ώρα της, να έχεις τα επιδόματά σου, τις υπερωρίες σου, τις άδειες σου και γενικά να τρέχεις και να απαιτείς κι εσύ ότι απαιτεί κάθε εργαζόμενος. Με άκουγαν και φαινόταν πως δεν με πίστευαν. Ο αδερφός μου επιβεβαίωσε τα λεγόμενα μου γιατί ζούσε το πώς ζούσα και προς στιγμήν προσγειώθηκαν! Εγώ ποτέ μου δεν αισθάνθηκα πως οι γνωριμίες λόγω της δουλειάς μου με διευκόλυναν. Μάλλον δεν έτυχε ποτέ να προκύψει κάτι και να ζητήσω χάρες. Αν κάποιες πόρτες άνοιγαν, άνοιγαν λόγω της ιδιότητάς μου και πάντα σε επαγγελματικό επίπεδο κι όχι για προσωπικά συμφέροντα κι ούτε ότι θεωρούσαν την Μαρίνα Θεοδώρου εκτιμητέο πρόσωπο. Δεν άφηνα να θεωρηθεί κάτι τέτοιο. Παρά την καλή θέληση που έδειξαν κάποια δημόσια πρόσωπα να βοηθήσουν σε διάφορους τομείς. Εγώ παρέμενα ακέραια. Ίσως επειδή ήμουν χαμηλών τόνων άνθρωπος και δεν ήθελα να δίνω τροφή για σχόλια, εντός κι εκτός εργασιακού χώρου. Θεωρούσα ότι τα όρια είναι για να μην ξεπερνιούνται. Δεν ξέρω ίσως και να ήμουν η τελευταία ρομαντική δημοσιογράφος στον κλάδο.
Είχα παραμείνει αρκετή ώρα με την παρέα του Στράτου και έδειχναν να βρίσκουν ενδιαφέροντα αυτά που τους έλεγα για την δουλειά μου. Ίσως να τους φαινόμουν κι εξωπραγματική, γιατί προφανώς είχαν σχηματίσει μιαν άλλη εικόνα ακούγοντας με στο ραδιόφωνο. Σηκώθηκα και πήγα να μιλήσω και στους υπόλοιπους που τριγυρνούσαν εδώ κι εκεί. Ένοιωθα να βαριέμαι να μιλάω για την δουλειά μου. Μου άρεσε πολύ, την αγαπούσα πολύ, αλλά πάντα πίστευα ότι όταν αγαπάς κάτι δεν σημαίνει ότι κι ο άλλος θα το εκτιμήσει το ίδιο. Γι’ αυτό και κρατούσα τις επιφυλάξεις μου ως προς τι εικόνα σχημάτιζε κάποιος για μένα. Πλησίασα στον μπουφέ. Έφαγα ένα σνακ κι έβαλα ένα ποτό.
- Όλο το βράδυ πρόσεξα δεν χόρεψες καθόλου. Γιατί; Με αιφνιδίασε ο Στράτος.
- Αλήθεια; Δεν το κατάλαβα. Είπα και κατέβασα μια μικρή γουλιά απ’ το ποτό μου.
- Ωραία δικαιολογία.
- Και πρωτότυπη, έτσι; Να σου πω την αλήθεια… Όλοι αυτοί εδώ μέσα μου είναι άγνωστοι. Και προκειμένου να τους κάνω να αισθανθούν σαν το σπίτι τους προσπαθώ να τους περιποιούμαι όσο μπορώ. Για να αισθανθούν πιο άνετα.
- Είμαι κι εγώ ανάμεσα σε αυτούς;
- Σκέψου μόνο ποιος σε προσκάλεσε.
Του είπα κι απομακρύνθηκα. Δεν ξέρω, αλλά με έκανε απόψε να αισθάνομαι άβολα. Δεν υπήρχε στιγμή που να σηκωθώ και να μην με ακολουθήσει. Πλησίασα τον ντισκ – τζόκεϊ. Ο άνθρωπος τόση ώρα έδινε τον καλύτερο εαυτό του, αλλά χόρευαν ελάχιστοι κι εγώ τόση ώρα ούτε που τον πλησίασα να του προσφέρω ένα ποτό και να τον ευχαριστήσω για την καλή του πρόθεση να βοηθήσει σε αυτή την γιορτή. Πιστεύω πως αν δεν ήταν αυτός ίσως η γιορτή να ‘χε τελειώσει γρήγορα, πριν καλά – καλά αρχίσει. Ο Στράτος με είχε ακολουθήσει και πάλι και να που ο ντισκ – τζόκεϊ του ήταν γνωστός! Μιλήσαμε για την μουσική, με ρώτησε για τις εκπομπές μου, μιλήσαμε και για άλλα και ξαφνικά ενώ αυτός μου ήταν άγνωστος, με τον αδερφό του ήμασταν γνωστοί – παλιοί συμμαθητές στο γυμνάσιο. Και να που κι αυτός ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά μου κάποια στιγμή αργότερα.


Χάρηκα που τελικά υπήρξαν κι αυτές οι μικρές εκπλήξεις στην γιορτή μου. Κι ο Στράτος συνέχισε να με παίρνει στο κατόπι σαν πιστό σκυλάκι, χωρίς να διαμαρτύρεται! Με εκνεύριζε και δεν τολμούσα να του πω τίποτε. Δεν ήξερα πως θα έπαιρνε την όποια παρατήρηση του έκανα. Θεώρησα πως ίσως κάποια στιγμή βαριόταν και πήγαινε να καθίσει στην παρέα του ήσυχα κι ωραία. Όμως δεν πτοήθηκε καθόλου. Και δεν μου είχε δώσει την εντύπωση πως σε κάτι αποσκοπούσε. Την στιγμή που ετοίμαζα δυο ποτά για τον ντι – τζέϊ και τον αδερφό του, ο Στράτος ήρθε και πάλι δίπλα μου:
- Χορεύουμε;
- Όπως βλέπεις δεν γίνεται. Η καλή οικοδέσποινα που σου έλεγα νωρίτερα! Του είπα και του έδειξα το μπουκάλι με την βότκα για να καταλάβει πως έπρεπε να ετοιμάσω τα ποτά. Μου άρεσε βέβαια που μου έκανε αυτή την πρόταση, γιατί κανείς δεν μου το πρότεινε από όλους όσους βρίσκονταν εκεί. Ούτε καν ο αδερφός μου να σηκωθεί λίγο και να ανεβάσει το κέφι με την παρέα του. «Χορεύουμε;» αντηχούσε ακόμη στα αυτιά μου η φωνή του. Αχ και να το άκουγα αυτό κάποτε απ’ τον Γιώργο. Πόσο ονειρευόμουν την στιγμή που θα μου ζητούσε να χορέψουμε; Ακόμη και στα πάρτι του ραδιοφώνου περίμενα πως και πώς να μου το ζητήσει, αλλά ποτέ δεν γινόταν. Όλοι διασκέδαζαν, χόρευαν, περνούσαν καλά, εκείνος ήταν η εξαίρεση που καθόταν στο κάθισμά του και δεν σηκωνόταν να χορέψει κι αν σηκωνόταν ήταν για να μιλήσει σε κάποιον γνωστό του! Πρόσθεσα και πορτοκαλάδα στην βότκα και:
- Έτοιμο; Με ρώτησε ο Στράτος.
- Ναι! Του είπα και έπιασα τα δυο ποτά να τα σερβίρω.
Δεν πρόλαβα να κάνω βήμα και τα ποτά ως διά μαγείας βρέθηκαν στα χέρια του κι εκείνος ήδη τα είχε προσφέρει.
- Η οικοδέσποινα είναι ελεύθερη τώρα;
Με ρώτησε κι εγώ τον κοίταζα σαν χαμένη προσπαθώντας να συνειδητοποιήσω τι γινόταν εκείνη την στιγμή.
– Εγώ δεν είμαι άγνωστός σου! Πρόσθεσε.
Με πήρε απ’ το χέρι και με τράβηξε κοντά του. Με έσφιξε επάνω του και μύριζα τον ιδρώτα του. Καλοκαιράκι ήταν και κάτι το ποτό και κάτι το σακάκι που φορούσε για να δείχνει μεγαλύτερος απ’ την ηλικία του, τον είχαν κάνει να ιδρώσει. Δεν ξέρω γιατί προσπαθούσε να μεγαλώσει γρήγορα! Ήμουν πολύ σφιγμένη σαν κούτσουρο και προσπαθούσα να καταλάβω τι γινόταν εκείνη την στιγμή. Ότι έγινε, έγινε αστραπιαία και δεν είχα προλάβει να του πω έστω ένα «ναι». Τον κοίταζα και απορούσα κι εγώ δεν ξέρω γιατί; Τα βήματά μου δεν συγχρονίζονταν με τα δικά του και αυτό δεν ήταν χορός και δεν ήξερα πώς να το χαρακτηρίσω. Αν και η μουσική ήταν αργή, εγώ χόρευα λες κι ακουγόταν βαλς! Ποτέ άλλοτε δεν έτυχε να χορέψω κάποιο απαλό, ερωτικό τραγούδι. Μαζί με μας ακολούθησαν άλλα δυο ζευγάρια να χορέψουν και ξαφνικά κάποιος έσβησε το φως για να φτιάξει την κατάλληλη ατμόσφαιρα. Ο καθένας έβλεπε μόνο τον συνοδό του και το μόνο φως που διακρινόταν ήταν αυτό απ’ το μπαλκόνι. Ο Στράτος βρήκε την ευκαιρία εκεί στο μισοσκόταδο να δέσει τα χέρια του στην μέση μου. Και να ήθελα δεν μπορούσα να ξεφύγω. Όμως δεν ήθελα. Εκείνη την στιγμή ένοιωθα λες και με είχε αγκαλιάσει ο Γιώργος και χόρευα μαζί του.
- Αν σε πατήσω σου ζητώ προκαταβολικά συγγνώμη! Είπα.
- Γιατί να με πατήσεις; Με συνέφερε η φωνή του Στράτου στα αυτιά μου.
- Γιατί δεν έχει τύχει να χορέψω σλόου άλλη φορά. Του είπα.
Μου χαμογέλασε και με τράβηξε επάνω του απότομα. Ήταν κάτι που έπρεπε να γίνει. Ήμουν η μοναδική που στεκόταν σε απόσταση για να μην τον αγγίζω κατά λάθος στο μάγουλο ή στον ώμο. Θεωρούσα ότι ακόμη και στον χορό έπρεπε να κρατηθούν οι αποστάσεις μεταξύ μας. Άλλωστε δεν ένοιωθα και πολύ άνετα μαζί του. Αυτού του είδους ο χορός ήταν για τους ερωτευμένους ή έστω γι’ αυτούς που έψαχναν ευκαιρία να πλησιάσουν κάποιον για τον οποίο ενδιαφέρονταν και ήθελαν να κάνουν ένα βήμα παραπάνω. Ο Στράτος με κοίταζε στα μάτια. Δεν ξέρω αν προσπαθούσε να με διαβάσει, αν προσπαθούσε να με μάθει λίγο περισσότερο. Το σίγουρο ήταν ότι προσπαθούσε να συγχρονίσει τα βήματά μου με τα δικά του. Κι έκανε καλή δουλειά. Είχε καταφέρει να κάνει την ατσούμπαλη να χορέψει όπως έπρεπε. Είχα τα χέρια μου στους ώμους του και τα δικά του ήταν γύρω απ’ την μέση μου. Η ματιά του με μάγευε και με υπνώτιζε. Τράβηξε τα χέρια μου να δεθούν στον λαιμό του. Κατάλαβα πως ήθελε να με αισθανθεί κοντά του. Ήθελε να διώξει όλη αυτή την τυπικότητα με την οποία του φερόμουν και ήθελε να δοκιμάσει προφανώς τις αντοχές μου και τις επιθυμίες μου κάνοντας ένα βήμα την φορά εκεί στον χορό μας. Είχαμε πλησιάσει επικίνδυνα ο ένας τον άλλον. Είχε ρίξει το κεφάλι του στο δικό μου κι ένοιωθα τα χείλη του να ζεσταίνουν τον λαιμό μου. Τα μικρά φιλιά του ήταν καυτά. Ψιθύριζε στο αυτί μου το τραγούδι που ακουγόταν κι εγώ δεν ήξερα πώς να αντιδράσω πια. Κάτι μέσα μου ξυπνούσε κι αυτό με τρόμαξε. Ήθελα εκείνη την στιγμή να το βάλω στα πόδια. Δεν ήταν σωστό αυτό που γινόταν. Με αναστάτωνε με έναν τρόπο που ποτέ δεν φαντάστηκα.
- Το ξέρεις ότι είσαι υπέροχη;
Μου ψιθύρισε μες το αυτί και ξαφνικά ένοιωσα την καρδιά μου να χτυπά σαν τρελή. Δεν ήθελα να προδοθώ. Ήμουν κι εγώ άνθρωπος κι είχα αισθήματα. Πώς να ήμουν αναίσθητη; Η φωνή του ήταν λες κι άκουγα τον Γιώργο. Αχ πόσο ήθελα να ήταν έτσι. Τραβήχτηκα λίγο αλλά δεν ήταν έτσι. Ήταν ο Στράτος εκεί και το βλέμμα του ήταν λες και είχε πέσει σε μιαν έκσταση που δεν μπορούσα να εξηγήσω. Με κοιτούσε στα μάτια και ήταν λες και με υπνώτιζε.
- Μην φύγεις έρχομαι!
Μου είπε. Με άφησε εκεί στην μέση του πουθενά. Ένοιωθα όλα να γυρίζουν: φώτα, άνθρωποι, σκιές. Δεν καταλάβαινα τι γινόταν. Δεν ξέρω αν ήταν αληθινό όλο αυτό ή απλώς ζούσα όνειρο. Ο Στράτος είχε τραβηχτεί πιο κει να βγάλει το σακάκι του και να πιει μια γερή γουλιά απ’ το ποτό του. Με πλησίασε. Τα μάτια του ήταν σαν να πέταγαν φλόγες. Το διάβαζα στα αισθηματικά μυθιστορήματα και νόμιζα πως ήταν μια εικόνα που ήθελε να δώσει η συγγραφέας για τον ήρωα της, αλλά εδώ ήταν πραγματικότητα. Και συνέβαινε κάτι περίεργο. Ένοιωθα ζαλισμένη. Δεν νομίζω ότι το ποτό με είχε κάνει να παραλύσω και να νοιώθω χαμένη στην αγκαλιά του Στράτου. Δεν με ένοιαζε που ένας έφηβος έπαιζε μαζί μου. Ότι ήθελε το ήθελα κι εγώ. Το ένοιωθα. Ξαφνικά είχε ακουμπήσει το μέτωπό του στο δικό μου και ανοιγόκλεινε τα μάτια του με νόημα. Μου ψιθύριζε το τραγούδι και ήταν λες και το τραγουδούσε αποκλειστικά για μένα. Χωρίς να το καταλάβω τα χείλη του για μια στιγμή ακούμπησαν τα δικά μου. Συνέχισε να ‘χει το μέτωπό του ακουμπισμένο στο δικό μου και ξανά το ίδιο: τα χείλη του ακούμπησαν τα δικά μου. Με φιλούσε παίζοντας. Ίσως για να δει πως θα αντιδράσω. Ζούσα κι εγώ στην δική του έκσταση και δεν μπορούσα να αρνηθώ το οτιδήποτε έκανε γιατί το ήθελα όσο κι αυτός. Τον άφηνα να παίζει με τα χείλη μου. Με έσφιξε περισσότερο επάνω του. Συνέχιζε να με φιλά: τρυφερά, πεταχτά, με μικρές δαγκωματιές. Είχα κλείσει τα μάτια κι απολάμβανα αυτό που γινόταν εκείνη την στιγμή. Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι μπορούσα να νοιώσω έτσι κι εγώ. Η γλώσσα του Στράτου πλανήθηκε στον λαιμό μου. Με φιλούσε και με έγλυφε. Ξαφνικά ένοιωσα τα μάγουλά μου να αναψοκοκκινίζουν. Ευτυχώς εκεί στο μισοσκόταδο δεν μπορούσε κανείς να διακρίνει τίποτε. Μόνο ο ντισκ – τζόκεϊ είχε καταλάβει το πάθος στο οποίο είχαμε παραδοθεί και μας άφηνε να συνεχίζουμε βάζοντας συνεχώς τραγούδια που μας συνέπαιρναν να χανόμαστε στο παιχνίδι μας. Δεν καταλάβαινα ότι υπήρχαν κι άλλοι τριγύρω μας. Είχα χώσει την παλάμη μου στα μαλλιά του και είχα αφεθεί εντελώς στο παιχνίδι του. Τον ήθελα. Απεγνωσμένα τον ήθελα. Ήθελα να γευτώ τον έρωτα μαζί του εκείνη την στιγμή. Αυτόν τον ‘άγνωστο’ τον ήθελα όσο κανέναν άλλον. Αν και το ποτό απλώς μου είχε χαρίσει μια μικρή γλυκιά ζάλη, τα φιλιά του εκείνη την στιγμή με είχαν μεθύσει απόλυτα και με είχαν κάνει ανίκανη να αντιδράσω. Η γλώσσα του χάιδευε τα αυτιά μου απαλά και μου ψιθύριζε λόγια όμορφα, λόγια τρυφερά, λόγια αγάπης. Ώσπου η γλώσσα του βρήκε την δική μου. Ήταν απίστευτο το παιχνίδι τους εκείνη την στιγμή. Ήταν σαν να μου έκανε έρωτα αμέτρητες φορές.
- Σε θέλω! Μου ψιθύρισε κάποια στιγμή.
- Κι εγώ. Του απάντησα απαλά και μεθυσμένη.
Τραβήχτηκε για λίγο και με κοίταξε στα μάτια. Εκείνη την στιγμή δεν περνούσε απ’ το μυαλό μου το ποιος ήταν. Αρκεί που ήμασταν εμείς οι δύο, εκεί, εκείνη την στιγμή και ζούσαμε αυτό που ζούσαμε. Ήμασταν ο κόσμος όλος. Κανείς άλλος δεν υπήρχε. Όλοι είχαν εξαφανιστεί. Μόνο η μουσική μας συντρόφευε και ξυπνούσε συναισθήματα ανομολόγητα, άγνωστα και χαμένα πίσω απ’ τους τύπους ίσως. Δεν ήξερα εκείνη την στιγμή αν τον μισούσα ή τον λάτρευα. Σφίχτηκα επάνω του περισσότερο. Ένοιωθα παραδομένη και ήθελα να κάναμε εκείνο το επιπλέον βήμα που θα μας ολοκλήρωνε. Δάκρυα κυλούσαν απ’ τα μάτια μου. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως ήταν επειδή εκείνη την στιγμή είχε ξυπνήσει έναν εαυτό μου που ποτέ δεν ήξερα. Με φιλούσε τρυφερά και μαζί ρουφούσε τα δάκρυά μου. Το χέρι του είχε γλιστρήσει κάτω απ’ το μπλουζάκι μου και χάιδευε την γυμνή σάρκα της πλάτης μου. Με ανατρίχιαζε, με ερέθιζε και κολλούσα περισσότερο επάνω του. Ήταν μαγεία. Ήταν μιαν απίστευτη μαγεία που δεν ήθελα για τίποτε στον κόσμο να διαλυθεί κι αν κοιμόμουν δεν ήθελα να ξυπνήσω. Ήθελα να το ζήσω μέχρι τέλους, όποια κι αν ήταν η κατάληξη.

- Ελάτε να ακούσετε ένα ανέκδοτο!
Τι ήταν αυτό τώρα; Ξαφνικά συνήλθα. Η καρδιά μου κόντευε να σπάσει απ’ την αγωνία του ότι πιαστήκαμε στα πράσα. Εκεί που προσπαθούσα να βρω έναν τρόπο να κρυφτούμε από όλους και να συνεχίσουμε μόνοι μας πια, ξαφνικά όλα γκρεμίστηκαν απ’ το τίποτε. Επανήλθα στην πραγματικότητα πολύ απότομα. Ένοιωσα ένοχη. Ο Στράτος τραβήχτηκε απότομα από κοντά μου και ξαφνικά άρχισα να κρυώνω. Τον κοίταξα και εκείνη την στιγμή μόλις συνειδητοποιούσα ότι αυτό που πήγε να συμβεί ήταν κάτι εντελώς τρελό και εκτός ορίων. Από πού κι ως που εγώ μαζί του; Τι μου συνέβαινε κι αφέθηκα στα φιλιά και στα χέρια του; Η αδερφή του επέμεινε να πλησιάσουμε την παρέα της στο μπαλκόνι για να ακούσουμε το ανέκδοτο. Την κοίταζα να απομακρύνετε και προς στιγμήν ένοιωσα ήρεμα που ήρθε και μας ‘ξύπνησε’, αλλά και την μισούσα που μας ενόχλησε ενώ δεν έπρεπε. Και για τι; Για ένα χαζο-ανέκδοτο! Ο Στράτος έκανε και πάλι να με πλησιάσει, αλλά έφυγα από κοντά του. Δεν ένοιωθα καλά. Πρώτη φορά στην ζωή μου ένοιωθα ένοχη που πρόδιδα τα πιστεύω μου. Πως θα αντίκριζα αύριο τον Γιώργο; Ήθελα να είμαι απέναντί του καθαρή. Να’ χω καθαρή συνείδηση και να ‘χω ακέραιο χαρακτήρα. Ως ένδειξη στην καλή πίστη που του είχα. Θεέ μου! Γιατί άφησες να ξεπεράσω τα όρια μου; Πήγα στον μπουφέ να βάλω ένα ουίσκι. Το κατάπια αμέσως κι όλο. Μονορούφι. Με έτσουξε ο λαιμός. Αλλά το ήθελα εκείνη την στιγμή. Ντρεπόμουν να βγω στο μπαλκόνι. Αν η Βάνα είχε δει τι γινόταν με μένα και τον αδερφό της; Ο Στράτος με ακολούθησε και γέμισε και το δικό του ποτήρι με ποτό και το κατάπιε όλο μεμιάς.
- Επίτηδες το έκανε. Πάντα έτσι κάνει. Είπε.
Δεν απάντησα. Είτε το έκανε επίτηδες η αδερφή του είτε όχι, το σίγουρο ήταν ότι μας διέκοψε επάνω στο καλύτερο. Και δεν ήθελα να πω ψέματα στον εαυτό μου πως «έτσι ήταν καλύτερα». Γιατί σίγουρα θα ήταν ψέμα. Κάπου στο βάθος το ‘χα ανάγκη αυτό που είχε συμβεί. Και όταν δεν στο προσφέρει αυτός που επιθυμείς διακαώς απ’ την εφηβεία σου δεν έχεις παρά να το σκεφτείς έτσι. Πλησίασα την παρέα που έλεγε ανέκδοτα κι ένοιωθα εκτός τόπου και χρόνου. Ο Στράτος προσπαθούσε να μου ξεκλέψει καμιά ματιά. Δεν τολμούσα να τον αντικρίσω. Ήμουν ολόκληρη μιαν ενοχή. Όσο περνούσαν τα δευτερόλεπτα, τα λεπτά, συνειδητοποιούσα ολοένα ότι ήταν ένα μεγάλο λάθος να αφεθώ στα χάδια και τα φιλιά του Στράτου. Πως μπόρεσα αλήθεια; Πως τόλμησα; Γιατί έφτασα μέχρις αυτού του σημείου; Χαζογελούσα με τα ανέκδοτα. Τι άλλο πια να έκανα εκείνη την στιγμή; Υπήρχε τρόπος να το ξεχάσω; Τι θα μπορούσε να επαναφέρει τον χρόνο για να σβήσω όλο αυτό που συνέβη και μάλιστα με τον λάθος άνθρωπο;



Δεν κοιμήθηκα όλο το βράδυ. Γυρόφερνα στο κρεβάτι μου και μόλις έκλεινα τα μάτια μου αμέσως έρχονταν μπροστά μου εικόνες από εκείνη την στιγμή που χορεύαμε με τον Στράτο ερωτικά. Ανατρίχιαζα και πεταγόμουν. Γιατί ότι συνέβη έπρεπε να συμβεί με αυτόν; Γιατί όταν θες κάτι σου τυχαίνει πάντα με τον άνθρωπο που δεν θες; Αυτό που ήθελα ήταν να πιω για να κοιμηθώ. Αλλά το ποτό δεν είναι λύση σε μια τέτοια στιγμή. Η ζωή μου ήταν ένα κουβάρι εκείνη την στιγμή εντελώς μπερδεμένο. Από πού να το πιάσεις και τι να ξεμπερδέψεις! Το απόγευμα που θα πήγαινα για την εκπομπή μου θα αντίκριζα τον Γιώργο αναγκαστικά. Μετά την δική του εκπομπή ακολουθούσε η δική μου. Πως θα τον αντίκριζα; Με τι μούτρα; Κι αλήθεια γιατί καθόμουν κι έσκαγα για το πώς να τον αντικρίσω; Έκανα λες και υπήρχε μια σχέση μεταξύ μας και τον απάτησα. Ήμουν εντελώς τρελή να κάθομαι και να στενοχωριέμαι για κάτι που έγινε αναπάντεχα αλλά ήταν όμορφο και που στο κάτω – κάτω απόλαυσα παρά την εξέλιξη! Άκου: «ελάτε να ακούσετε ένα ανέκδοτο». Την τύχη μου πια! Όμως ρε γαμώτο, δεν ήμουν εγώ έτσι. Ήθελα να κατακτήσω τον Γιώργο. Ήταν το πάθος μου, ο μεγάλος μου έρωτας. Κι αν εγώ παρασυρόμουν από κάτι τέτοια, τότε κάτι δεν πήγαινε καλά με μένα. Έπρεπε να το ξεκαθαρίσω. Δεν γίνεται να αισθάνομαι ενοχές για ότι συνέβη και εδώ που τα λέμε δεν συμμετείχα μόνη μου. Έγινε ότι έγινε κι αν άρχιζε τώρα τα πέρα – δώθε στο ραδιόφωνο ο Στράτος; Πως θα δικαιολογούσα την συνεχή παρουσία του εκεί; Εγώ αλλού στόχευα. Ο Στράτος δεν ήταν αυτός που θα επέλεγα για να δημιουργήσω μια σχέση μαζί του. Ήμουν εικοσιένα και ήταν δεκάξι! Τεράστια η διαφορά μεταξύ μας και κινδύνευα κιόλας για αποπλάνηση ανηλίκου. Ήταν εντελώς γελοίο αυτό που μου συνέβαινε κι εντελώς ηλίθιο του τι σκεφτόμουν! Όμως για στάσου βρε Μαρίνα. Εδώ υπάρχει μπλέξιμο. Αν στον μικρό έχει αποτυπωθεί η ερωτική στιγμή του χορού; Κι αν αρχίσει καμιά περίεργη ιστορία απ’ το τίποτε ζητώντας και τα ρέστα; Αν εκείνος νόμιζε πως ήσασταν στην αρχή της σχέσης; Θέλει σπάσιμο το κεφάλι σου. Πως αφέθηκα έτσι να με παρασύρει ένας πιτσιρικάς; Χριστέ μου! Λες και δεν είχα το μυαλό να κρατήσω την απόσταση που υπήρχε. Έπρεπε να ξεδιαλύνω την κατάσταση. Δεν γίνεται να κάθομαι να σκέφτομαι το όλο θέμα και να αναρωτιέμαι τα πως και τα γιατί. Ναι μεν φίλος του αδερφού μου ο Στράτος αλλά θα έπρεπε να ξεκαθαριστεί το θέμα πριν βρεθώ προ εκπλήξεων. Έχει πολλά ποδάρια ο διάολος και ακόμη πιο πονηρά σκέφτονται οι δεκαεξάρηδες! Έπρεπε να βρω την κατάλληλη στιγμή για να ξεκαθαρίσω μαζί του μια κι έξω και να τελειώσει το θέμα πριν καν αρχίσει. Δεν θα μου άρεσε να δω καμιά ανθοδέσμη ξαφνικά στο γραφείο μου από αυτόν. Που παρά τα δεκάξι του χρόνια, όταν επρόκειτο για γυναίκα ήξερε πάρα πολύ καλά το πώς να της φερθεί και να την φέρει εκεί που ήθελε. Ούτε ένας άντρας με τα διπλάσια χρόνια του –όπως ο Γιώργος- δεν θα κατάφερνε κάτι τέτοιο με την μαεστρία που διακατείχε τον Στράτο! Αχ Μαρίνα, θα πρέπει να μάθεις να ελέγχεις τις αδυναμίες σου!
Είχε φτάσει πια το απόγευμα. Ήμουν ήδη στο ραδιόφωνο. Και είχα κολλήσει για αρκετή ώρα στην δισκοθήκη. Σκεφτόμουν πολλά και διάφορα κακά που θα μπορούσαν να μου συμβούν με τον Στράτο και το μυαλό μου υπολειτουργούσε την στιγμή που ήθελα να βγάλω τους δίσκους για την εκπομπή μου. Όπως και να ‘χε έβγαλα αυτούς που έπρεπε και τους έκανα έναν έλεγχο. Έκανε και την καταγραφή η Κατερίνα στην ρεσεψιόν μου τους χρέωσε και τράβηξα για το στούντιο. Δεν είχα προσέξει ότι ο Γιώργος ήδη είχε τελειώσει την εκπομπή του και καθόταν στο γραφείο του κοιτώντας τα χαρτιά του:
- Είμαι απαράδεκτος για χθες. Είχα ένα επαγγελματικό ραντεβού και δεν μπόρεσα να έρθω στην γιορτή σου. Ελπίζω να μην είσαι θυμωμένη μαζί μου!
Ξαφνιάστηκα όταν τον άκουσα να μου μιλά την στιγμή που εγώ το μυαλό μου το είχα αλλού και δεν τον είχα δει.
- Δεν πειράζει! Έχω άλλα στο μυαλό μου και δεν το σκέφτηκα καν!
Του είπα διστακτικά. Τι να του πω; Με κοιτούσε που κοίταζα τα χαρτιά μου και τους δίσκους σαν χαμένη και δεν είπε τίποτε άλλο. Τι να πω κι εγώ άλλωστε; Εδώ παιζόταν η ζωή μου και η δουλειά μου από την αφέλειά μου. Ήταν μια κατάσταση πια που μου είχε γίνει εμμονή και ένοιωθα την ανάγκη να ξεκαθαρίσω με τον Στράτο. Ευτυχώς δεν είχε προκύψει το παραμικρό. Ο αδερφός μου δεν μου είχε αναφέρει τίποτε. Κι αν το έκανε σίγουρα θα γινόταν μεγάλος καυγάς μεταξύ μας και θα είχε και δίκιο. Από κι ως που εγώ με τον φίλο του! Που αυτός ήταν ένα μυξιάρικο ακόμη! Η λύση μου ήταν η δουλειά. Έκανα υπερωρίες για να μην σκέφτομαι και βασανίζομαι με τα χειρότερα που θα μπορούσαν να είχαν συμβεί. Απέφευγα τον Γιώργο όσο μπορούσα. Καλημέρα μου έλεγε κι εγώ εξαφανιζόμουν. Ένοιωθα πως στα μάτια μου θα διάβαζε όλο αυτό που μου συνέβαινε. Και δεν ήθελα να δώσω καμιά αφορμή για το παραμικρό σχόλιο. Δουλειά και πάλι δουλειά. Κι ας μην πληρωνόμουν υπερωρία καμία. Αρκεί που δεν έμενα για ώρες στο γραφείο μου. Όμως για πόσο ακόμη θα τραβούσε αυτή η κατάσταση; Πολλές φορές οι ανάγκες για κάλυψη θεμάτων ήταν ελάχιστες. Και να που έπεσα σε αυτή την περίοδο. Ήταν μια βδομάδα ανάπαυλας. Δεν υπήρχε κίνηση. Άλλωστε θερινή περίοδος ήταν, οι περισσότερες δημόσιες υπηρεσίες υπολειτουργούσαν κι έτσι οι ειδήσεις που υπήρχαν δεν κάλυπταν πια το ωριαίο μεσημεριανό μαγκαζίνο του ραδιοφώνου. Κι έτσι υπήρχε μια πιο πλήρης ενημέρωση σε θέματα γενικού ενδιαφέροντος. Ή σε θέματα – έρευνες κάποιων ανεξάρτητων συνεργατών που τα είχαμε καβάτζα για τέτοιες στιγμές. Ο Γιώργος είχε προσέξει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με μένα και για μια ακόμη φορά ρωτούσε να μάθει τρίτους για το τι γινόταν και δεν του έδειχνα πια το ενδιαφέρον που έβλεπε τις άλλες φορές. Γελούσα όταν μάθαινα γι’ αυτό. Έδειχνε ένα μικρό ενδιαφέρον για μένα και με ευχαριστούσε. Μήπως θα έπρεπε κι εγώ πια να κάνω ένα βήμα παραπάνω, για να ξεχάσω και το άλλο που είχε συμβεί; Η κατάλληλη στιγμή βρέθηκε, όταν ο αδερφός μου είχε κανονίσει να βγει με μια παρέα στην οποία βρισκόταν κι η κοπέλα που τον ενδιέφερε. Επειδή δεν ήθελε να βρεθεί προ εκπλήξεων, ήθελε και μένα μαζί για συμπαράσταση. Σκέφτηκα πως ήταν στιγμή να καλέσω κι εγώ τον Γιώργο. Έτσι για κουβεντούλα. Θα ήταν μια συνάντηση εντελώς φιλική κι ανθρώπινη:
- Την Κυριακή θα είμαι στα καλοκαιρινά «Αστέρια». Αν δεν έχεις κανονίσει κάτι θα χαιρόμουν να πίναμε ένα ποτό παρέα. Για να με αποζημιώσεις για το βράδυ στην γιορτή μου που δεν ήρθες!
Του είπα μεταξύ σοβαρού κι αστείου μετά το τέλος της ηχογράφησης ενός διαφημιστικού. Με κοίταξε και χαμογέλασε. Δεν ξέρω αν θεωρούσε εκείνη την στιγμή ότι η πρόσκληση μου είχε δόλο. Ότι ήθελα να τον αποπλανήσω. Άλλωστε τα «Αστέρια» ήταν ένα κοινό σημείο συνάντησης των περισσοτέρων κι έτσι αν ήταν για κάτι πονηρό, ο χώρος αυτός δεν προσφερόταν με τίποτε. Πίστεψα πως με την πρόσκληση μου αυτή θα του έδειχνα πως τον υπολόγιζα αρκετά κι ότι δεν είχα σκοπό να τον φέρω σε δύσκολη θέση.
- Μαρίνα σ’ ευχαριστώ. Δεν στο υπόσχομαι, αλλά θα προσπαθήσω.
Ενοχλήθηκα. Ήταν σαν να εισέπραττα την άρνησή του και πάλι. Πάντα δεν υποσχόταν και πάντα θα προσπαθούσε και τελικά πάντα δεν ερχόταν γιατί κάτι του έτυχε! Του είπα ένα ξερό «εντάξει» και πήγα στο γραφείο μου! Λούφαξα στην φωλιά μου, μιας και πάλι πήρα ότι μου άξιζε. Την απαξίωση!
Η Κυριακή ήρθε. Και στα «Αστέρια» γινόταν χαμός. Τόσο η μπάρα του μαγαζιού όσο κι αυτή της παραλίας ήταν γεμάτες από κόσμο. Και ήμασταν και τυχεροί που βρήκαμε σε καλό σημείο ένα τραπέζι για να κάτσουμε και να πιούμε το ποτό μας με τον αδερφό μου μέχρι να εμφανιζόταν η παρέα του. Ήμουν ανεξήγητα εκνευρισμένη. Δεν ξέρω τι περίμενα να δω και δεν μπορούσα να εξηγήσω εκείνης της στιγμής την στάση μου. Κοίταζα ολόγυρα μήπως πάρει το μάτι μου τον Γιώργο. Δεν φαινόταν πουθενά ή βρισκόταν κάπου παράμερα και δεν φαινόταν προκειμένου να βλέπει τι κάνω. Η φαντασία μου δούλευε πολύ, γιατί έτσι με βόλευε. Ήθελα να δικαιολογώ το παραμικρό. Ήθελα να νομίζω ότι νοιαζόταν ο Γιώργος με έναν περίεργο τρόπο. Ο Γιάννης ήταν κι αυτός μια απ’ τα ίδια. Κοιτούσε συνεχώς να δει αν η παρέα του είχε εμφανιστεί. Του είχαν πει πως θα καθόντουσαν στην παραλιακή μπάρα αν έβρισκαν χώρο. Αλλά δεν ήταν πουθενά. Κοίταξε τα τραπέζια, ούτε κι εκεί είδε κάποιον ή κάποια.
- Να ο Στράτος!
Στο άκουσμα του ονόματος αυτού ένοιωσα τα πόδια μου να παραλύουν. Δεν μπορεί να μου συνέβαινε εμένα αυτό. Δεν ήθελα με τίποτε να έρθει και να στρογγυλοκαθίσει στην παρέα μας και μετά να εμφανιστεί κι ο Γιώργος. Θα απέφευγε να καθίσει μαζί μας. Γύρισα και τον κοίταξα στην μεριά που μου έδειξε ο Γιάννης. Μας χαιρέτησε. Ήταν στην παραλιακή μπάρα και βοηθούσε στην δουλειά. Ευτυχώς! Η καρδιά μου πήγε στην θέση της και ηρέμησα.
- Ήρθε κι ο δικός σου!
Άκουσα την αναγγελία του Γιάννη για τον Γιώργο. Και κάπου μέσα μου το χάρηκα. Του άρεσε η ιδέα μου λοιπόν;
- Το αποφάσισε τελικά. Είπα.
- Πλησιάζει! Συνέχισε ο Γιάννης.
Ναι! Ναι! Ναι! Ναι! Τι χαρά που ένοιωθα. Ήταν απίστευτο. Δεν περίμενα ποτέ μου ότι θα δεχόταν την πρόσκλησή μου.
- Καλησπέρα σας! Εδώ κάθεστε; Πίστευα πως θα σας έβρισκα στο μπαρ.
Στεκόταν δίπλα μου και χαμογελούσε κι εγώ εκείνη την στιγμή πετούσα στα σύννεφα. Τι χαρά ήταν αυτή Θεέ μου! Ο αδερφός μου του εξήγησε πως καθίσαμε εκεί μιας και υπήρχε χώρος διαθέσιμος κι ότι σε λίγο θα έφευγε να βρει την παρέα του. Ήταν σαν του έλεγε «κανόνισε να κάνεις λίγη παρέα με την αδερφή μου».
- Ωραία. Πάω να πάρω ένα ποτό. Είδα κι έναν γνωστό να του μιλήσω κι έρχομαι. Τα λέμε σε λίγο.
Μα δεν τα είπαμε ποτέ «σε λίγο». Αργούσε. Αισθανόμουν άσχημα που καθόμουν εκεί και περίμενα. Ο Γιάννης είχε φύγει κι είχε πάει στην μπάρα που ήδη στεκόταν η παρέα του και που βρισκόταν και η κοπέλα που τον ενδιέφερε. Κι εγώ παρέμενα μόνη μου περιμένοντας να εμφανιστεί ο Γιώργος. Η κουβέντα με τον γνωστό του ήταν πολύ πιο ενδιαφέρουσα προφανώς παρά εγώ. Σηκώθηκα απ’ το τραπέζι πήρα το ποτό μου και πήγα να μιλήσω στον Γιάννη, προσπερνώντας τον Γιώργο:
- Φεύγεις; Με ρώτησε.
- Εδώ είσαι; Νόμιζα πως είχες φύγει.
- Όχι αλλά η κουβέντα που έχουμε με τον κύριο είναι ενδιαφέρουσα και ξεχάστηκα.
- Καλά. Αν δεν σε δω κι αργότερα, καληνύχτα!
Του είπα κι απομακρύνθηκα. Αισθανόμουν απαίσια. Προς τι η χαρά μου νωρίτερα; Για το τίποτε. Μίλησα στον Γιάννη και του είπα ότι πάω να κάτσω στην προβλήτα. Τον άφησα με την παρέα του να λένε τα δικά τους και να διασκεδάζουν.
Έκατσα στο πεζούλι εκεί μπροστά στην θάλασσα και χάζευα πέρα στην σκοτεινιά. Ένοιωθα άτυχη. Τίποτε δεν πήγαινε καλά στην ζωή μου και μετά το αποψινό ο Γιώργος έδειξε ότι δεν ήμουν κάποιο άτομο που θα υπολόγιζε. Του ήμουν αδιάφορη. Αν δεν έβρισκε εκείνον τον ‘κύριο’ τότε ίσως να καθόταν για λίγο στο τραπέζι μας, έτσι για τους τύπους. Ίσως και να μην το έκανε πάλι. Δεν ξέρω πια τι να σκεφτώ άλλο. Ένοιωθα άδεια από σκέψεις. Η μόνη μου συντροφιά ήταν η θάλασσα και το σκοτάδι της. Όλα έδειχναν τόσο μακρινά. Το μόνο που άκουγα ήταν η μουσική απ’ τα ηχεία της παραλιακής μπάρας και το βουητό απ’ τις ομιλίες και τα χάχανα του κόσμου. Γιατί ρε γαμώτο χαραμίζομαι για κάτι ανύπαρκτο; Πότε επιτέλους θα το βάλω καλά στο μυαλό μου ότι δεν υπήρχε η παραμικρή περίπτωση να μου δώσει μια μικρή ευκαιρία;
- Τι κάνεις εδώ μόνη σου;
Πετάχτηκα. Η τρομάρα που πήρα ήταν απερίγραπτη. Δεν είχα ακούσει ότι κάποιος ερχόταν προς το μέρος μου. Ναι μεν πολλά ζευγαράκια εδώ κι εκεί έκαναν την βόλτα τους στο σκοτάδι της προβλήτας, δεν είχα καταλάβει ότι ο Στράτος με είχε ακολουθήσει. Ήταν άλλωστε ο τελευταίος άνθρωπος που ήθελα να δω αυτή την στιγμή.
- Συγγνώμη αν σε τρόμαξα. Τι κάνεις εδώ μόνη σου; Με ξαναρώτησε.
- Αν σου πω ότι απολαμβάνω την βραδιά, θα με πιστέψεις; Του απάντησα ρωτώντας κοιτάζοντας πάντα προς την θάλασσα.
- Μπορεί. Απάντησε. Να καθίσω ή σε ενοχλώ;
Αν και δεν τον ήθελα, δεν ήθελα να δείξω αγενής. «Ορίστε» του είπα με ένα νεύμα του χεριού μου και εκείνος έκατσε δίπλα μου, ανάβοντας τσιγάρο. Κι έπινε και κάπνιζε ο μικρός. Τόσο μικρός και ήθελε να παριστάνει το μεγάλο; Γιατί άραγε;
- Όμορφη βραδιά. Μου είπε.
Δεν ήθελα να του απαντήσω. Για μένα δεν ήταν όμορφη βραδιά. Στην αρχή έτσι φάνηκε αλλά τελικά αποδείχθηκε φιάσκο.
- Ο Γιάννης είναι με την Γιώτα; Με ρώτησε. Προφανώς ήθελε να πιάσει κουβέντα μαζί μου.
- Ναι. Απάντησα τελικά.
- Εσύ γιατί έτσι μόνη; Επέμεινε στην πρώτη του ερώτηση.
- Τώρα δεν είμαι μόνη.
- Πριν έρθω όμως; Κάτι σκεφτόσουν ε;
Τι να του εξηγούσα; Τι θα καταλάβαινε; Ότι εγώ ήμουν ερωτευμένη με κάποιον που δεν τον ενδιέφερα στο ελάχιστο; Που ακόμη και μια αθώα πρόσκληση μου την τσαλάκωνε για την ενδιαφέρουσα συζήτηση με έναν κύριο; Κι άλλωστε γιατί να μοιραστώ μαζί του κάτι τόσο προσωπικό; Που για αυτόν θα ήταν απλώς τροφή για να μαθαίνει;
- Πολλά σκεφτόμουν. Του απάντησα τελικά.
- Υπάρχει κάτι που μπορώ να βοηθήσω;
Γύρισα και τον κοίταξα. Σε τι να βοηθήσεις γαμώτο; Μπορούσες να με κάνεις να τον ξεχάσω; Μπορούσες να με κάνεις να τον βγάλω απ’ την ζωή μου; Δεν νομίζω. Αλλά μιας και είσαι εδώ, είναι ευκαιρία να ξεκαθαρίσω λίγο την κατάσταση μαζί σου.
- Σε ένα μόνο πράγμα, μπορείς να βοηθήσεις.
- Σε τι;
- Τι ήταν αυτό που συνέβη στην γιορτή μου;
Τον κοίταζα. Ήθελα να πάρω μιαν ξεκάθαρη απάντηση και να με κοιτάζει στα μάτια. Όταν κάποιος είναι ειλικρινής σε κοιτάζει στα μάτια για να στο βεβαιώσει. Εκτός αν είναι πολύ καλός ψεύτης. Ο Στράτος δεν έκανε απολύτως τίποτε. Είχε σκύψει το κεφάλι κι έδειχνε σκεπτικός. Σαν ξαφνικά να ‘χε βρεθεί αλλού. Κάπνιζε νευρικά και ξεφυσούσε. Ή ήθελε να ξεχάσει ότι είχε συμβεί ή τελικά κάτι σήμαινε γι’ αυτόν.
- Δεν ξέρω.
Μου απάντησε. Γύρισα το βλέμμα μου στην θάλασσα. Τι δεν ήξερε; Ότι κάτι συνέβη; Ότι αυτό που γινόταν δεν ήξερε τι ήταν;
- Δεν ξέρεις;
- Όχι δεν ξέρω.
- Δεν με βοηθάς.
Δεν ήθελε μάλλον να μου απαντήσει. Ίσως ήθελε να μην απαντήσει. Ίσως ήθελε αυτό που είχε συμβεί μεταξύ μας να παραμένει όπως είναι, για να ξανασυμβεί με την πρώτη ευκαιρία. Τον κοίταξα. Ήρθες άραγε νομίζοντας πως τώρα ήταν η ευκαιρία;
- Ήπιαμε λίγο παραπάνω. Μου είπε διστακτικά.
- Ναι. Και;
- Τι «και»; Όταν πίνεις λίγο παραπάνω κάνεις και κάτι παραπάνω!
- Δηλαδή ότι έγινε εκείνο το βράδυ δεν σημαίνει τίποτε για σένα.
Εκείνη την στιγμή γύρισε και με κοίταξε στα μάτια. Προφανώς ένοιωθε παγιδευμένος και δεν ήξερε τι απάντηση να δώσει. Γιατί στο βλέμμα του διάβαζα πως ήθελε να συνεχίσει αυτό που είχε διακοπεί τόσο απότομα εκείνο το βράδυ.
- Απλά είχαμε ζαλιστεί! Αποφάσισε να απαντήσει.
- Ναι. Και; Επέμεινα εγώ στο ίδιο τροπάρι και λίγο εκνευρισμένα.
- Έγινε κάτι που δεν θα γινόταν σε διαφορετική περίπτωση.
- Να στο θέσω αλλιώς: αυτό που έγινε το ήθελες;
- Όχι δεν… το ήθελα. Σ’ αφήνω γιατί έχω δουλειά στο μπαρ κι έφυγα για ένα τσιγάρο.
Απομακρύνθηκε τρέχοντας προκειμένου να μην συνεχίσω τις ερωτήσεις. Η απάντησή του ήταν διφορούμενη. Το ήθελε αλλά άφησε να ακουστεί η απάντηση που ήθελα εγώ να ακούσω, ότι δεν το ήθελε. Ίσως το γεγονός ότι δεν ήμουν το κοριτσάκι που εκείνος ήθελε τον έκανε να το σκέφτεται και να μην ξέρει αν πρέπει να ρισκάρει μαζί μου ή όχι. Η ουσία ήταν πάντως ότι με την στάση μου εκείνη την στιγμή της ‘ανάκρισής’ μου, του έδωσα να καταλάβει πως δεν υπήρχε η παραμικρή περίπτωση να του δώσω την ευκαιρία να ασχοληθεί και πάλι μαζί μου.

Αχ! Αναπολούσα εκείνες τις μέρες. Τα χρόνια πέρασαν. Ο Στράτος ενηλικιώθηκε και πια λίγο πιο ώριμος μου είχε δείξει πως το ενδιαφέρον του για μένα παρέμενε θερμό. Ήμουν βέβαιη πως απόψε το βράδυ αν είχαμε ποτέ την ευκαιρία να μείνουμε οι δυο μας εδώ στην παραλία θα φρόντιζε να περάσω καλά. Είχε τον τρόπο. Δεν ξέρω αν θα ήταν τόσο τολμηρός όσο τότε, αλλά σίγουρα δεν θα άφηνε να περάσει μια τέτοια βραδιά χωρίς μια γλυκιά κουβέντα και ένα τρυφερό χάδι. Ακόμη γελάω με εκείνο το αναπάντεχο: «ελάτε να ακούσετε ένα ανέκδοτο». Και να που τώρα η ίδια η ζωή μας φερόταν σαν σε ανέκδοτο.
- Απίστευτο κι όμως ξυπνήσαμε.
Πετάχτηκα απότομα απ’ την γλυκιά μου ονειροπόληση ακούγοντας τον αδερφό μου επάνω απ’ το κεφάλι μου, κόβοντας τον ήλιο. Σηκώθηκα γρήγορα. Κοίταξα το ρολόι μου και η ώρα ήταν πολύ περασμένη. Είχα καθίσει πολύ ώρα στον ήλιο και η αναπόληση στο παρελθόν μου είχε κάνει την πλάτη κατακόκκινη. Άρχισα να μαζεύω τα πράγματά μου αφήνοντας μόνο την ομπρέλα στην διάθεση των κυρίων.
- Που πας μωρό μου; Γιατί δεν κάθεσαι;
Άκουσα τον Στράτο που εκείνη την στιγμή έστρωνε την πετσέτα του δίπλα στου Γιάννη. Τον κοίταξα και του χαμογέλασα. Αχ! Εσύ! Είσαι μεγάλος μπελάς. Αλλά γλυκός μπελάς τελικά!
- Φεύγω μωρό μου. Δεν αντέχω να μείνω παραπάνω. Είμαι πολλές ώρες εδώ.
Του είπα και τους χαιρέτησα. Ο Στράτος είχε ξαπλώσει και με κοιτούσε που απομακρυνόμουν. Δεν υπήρχε άλλη φορά που να νοιώθω τα μάτια του τόσο πολύ επάνω μου. Γύρισα πίσω και τον κοίταξα. Μου χαμογέλασε και μου έκλεισε το μάτι. Ήταν σαν να υποσχόταν πως η βραδιά μας θα ήταν όμορφη όπως και να ‘χε!


Κεφάλαιο 10

Δεν υπάρχουν σχόλια :