Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2007

6. Κοίτα τ' αστέρια!




Άλλη μια μέρα ξημέρωσε και ξανά το ίδιο πρόγραμμα: η δούλα στο μαγείρεμα και στην συνέχεια στην θάλασσα για μπάνιο και οι αφέντες …ύπνο. Το μεσημέρι οι αφέντες τρώνε, το απόγευμα ακολουθούν την δούλα στην θάλασσα και το βράδυ επίσκεψη στο κάμπινγκ.

- Τι θα πιείτε;
Παρουσιάστηκε ξαφνικά ο Βασίλης μπροστά μας, την στιγμή που βολευόμασταν στα σκαμπό του μπαρ. Μου χαμογελούσε. Αναρωτιόμουν που την έβρισκε όλη αυτή την διάθεση και πάντα μα πάντα να’ ναι με ένα χαμόγελο στα χείλη. Είχα καρφώσει το βλέμμα μου επάνω του και αναρωτιόμουν τι ήταν αυτό που τον έκανε να ξεχωρίζει. Έκανα να του πω τι θα πιω…
- Φέρ’ της ένα κοκτέιλ που θα σου πω…
Με πρόλαβε ο Στράτος. Έμεινα άφωνη, να το πω πιο λαϊκά: έμεινα παγωτό! Κοίταζα μια τον Βασίλη και μια τον Στράτο. Και μου άρεσε που πήρε την πρωτοβουλία ο Στράτος χωρίς να με ρωτήσει, αλλά και με θύμωνε που την πήρε. Με ξάφνιασε τόσο πολύ που δεν είχα λόγια.
- Τι κοκτέιλ θα με ποτίσεις; Τον ρώτησα ενοχλημένη.
- Θα δεις. Μου απάντησε κι άναψε τσιγάρο.
Εκείνη την στιγμή, άρχισε να λέει στον Βασίλη τα υλικά του κοκτέιλ. Άκουγα κάτι περίεργες ονομασίες κι αναρωτιόμουν τι να ήταν. Στην πορεία διαπίστωσα ότι οι ονομασίες δεν ήταν περίεργες, απλά χρησιμοποιούσαν τους εγγλέζικους όρους! Έτσι έκανε το κοκτέιλ –ακόμη και χυμός να ήταν- πιο γκλάμουρους, ελληνιστί πιο κυριλέ!
- Σκοπεύεις να με μεθύσεις; Ρώτησα τον Στράτο.
- Μπορεί.
Μου απάντησε ρίχνοντας μου ένα αινιγματικό βλέμμα, κοιτώντας τα χείλη μου κι ακουμπώντας τον μηρό του στον δικό μου! Δεν είχα κάτι να του απαντήσω. Διαπίστωσα ότι πάντα με ξάφνιαζε. Και να που τώρα δεν θύμωσα που άγγιζε τον μηρό μου. Το ήθελα. Ήταν σαν ένα χάδι που το είχα ανάγκη. Ήπιε μια γουλιά απ’ το ποτό του και μου πρόσφερε το ποτήρι του να πιω κι εγώ, μέχρι να ‘ρθει το δικό μου. Κοίταξα το ποτήρι και δίσταζα να το πάρω. Επέμεινε. Δεν το αρνήθηκα. Ήπια κι εγώ μια γουλιά και τον κοίταζα στα μάτια: «μη φύγεις απ’ την ζωή μου» σκεφτόμουν και ήθελα να διαβάσει την σκέψη μου στα μάτια μου. Ήθελα να τον ρωτήσω τι ήταν αυτό που παρατηρούσε εκείνη την στιγμή σε μένα και δεν έπαιρνε το βλέμμα του από επάνω μου. Ξαφνικά δεν ξέρω τι με έπιασε κι ένοιωσα ότι με ενοχλούσε η επιμονή του αυτή και σηκώθηκα και τράβηξα το σκαμπό μου πιο ‘κει. Δεν ήθελα να αισθάνομαι το παραμικρό άγγιγμά του, ούτε καν την αύρα του. Ίσως επειδή ένοιωθα ότι εισέβαλε μέσα μου. Επειδή η παρουσία του μου ήταν απαραίτητη. Κι αυτό με ξάφνιασε πάρα πολύ… ήταν σαν να το διάβαζα στα μάτια του. Ήταν που θυμήθηκα πως έτσι κάπως είχα καταλάβει πόσο απαραίτητη μου ήταν η παρουσία του Γιώργου, αν κι εκείνος ότι έκανε το έκανε στα πλαίσια της γνωριμίας μας κι όχι επειδή θα συνέβαινε κάτι άλλο. Μόνο που εγώ, τον ήθελα. Αυτή ήταν η διαφορά μας.
«Μαρίνα σύνελθε, ότι κάνει το κάνει με το θάρρος της φιλίας» έλεγα και ξανάλεγα στον εαυτό μου. «Κι αν όλο αυτό είναι κάτι παραπάνω; Πως πρέπει να το αντιμετωπίσω;».
Δεν μπορούσα να μου απαντήσω. Ήταν αδύνατο. Ένοιωσα να πνίγομαι. Κοίταξα ολόγυρα στην μπάρα. Ακόμη ήταν σχετικά νωρίς, αλλά ο κόσμος σιγά-σιγά πλησίαζε για ένα ποτό. Παρόλα αυτά υπήρχε η άνεση του χώρου και μπορούσα να τραβήξω το σκαμπό μου ακόμη πιο πέρα αν χρειαζόταν! Ήμουν στην μέση των συνοδών μου κι αν ο Στράτος πλησίαζε κι αυτός, τότε θα χρειαζόταν να ζητήσω απ’ τον αδερφό μου να τραβηχτεί λίγο πιο κει –μιας κι απ’ την άλλη πλευρά του, υπήρχε χώρος να χωρέσει ένα επιπλέον άτομο. Αλλά με ποια δικαιολογία θα ζητούσα αυτή την μετακίνηση; Κατ’ αρχήν αισθανόμουν πιο ασφαλής που βρισκόμουν ανάμεσα στους συνοδούς μου’ δεν ήθελα να ενοχληθώ από κανέναν παραβρισκόμενο –δεν μου έκανε κέφι να ξεκινήσω κουβεντούλα με κάποιον άγνωστο μου. Κι απ’ την άλλη όταν κάποιος επιλέγει ένα σημείο να κάτσει όταν όλη η μπάρα δεν έχει κόσμο, δείχνει ότι του αρέσει εκείνη η πλευρά και θέλει να κοιτά ολόγυρα. Και ήμουν σίγουρη ότι κι ο αδερφός μου αυτό είχε στο μυαλό. Παρακολουθούσε τον κόσμο που ερχόταν κι έφευγε με μεγάλη άνεση και ιδιαίτερα όταν του άρεσε κάποια κοπέλα. Με το ερώτημα λοιπόν πώς να πω στον αδερφό μου να κάνει πιο ‘κει, ήδη είχε καταφθάσει άλλη παρέα που είχε κλείσει τον ελάχιστο ελεύθερο χώρο της μπάρας! Άρα τα περιθώρια για μια μικρή μετακίνηση έγιναν μηδενικά κι αναγκαστικά θα έπρεπε να υποστώ τις κινήσεις του Στράτου ο οποίος δεν πτοήθηκε και έφερε και το δικό του σκαμπό κοντά σε μένα! Απορούσα γιατί διάλεξε εμένα για να παίξει.
Τον κοίταξα κι εκείνος αμέσως έκανε την ίδια κίνηση: κόλλησε τον μηρό του στον δικό μου χαμογελώντας αλλά έχοντας το βλέμμα στην ρεσεψιόν! Και τα μυαλά όχι στα κάγκελα, αλλά στην Κλαίρη! Αναρωτιόμουν τι τελικά παιζόταν εδώ: οι κινήσεις του προς εμένα ήταν καθαρά φιλικές ή υπήρχε κάποιο κρυφό ενδιαφέρον; Αν ήταν όμως καθαρά φιλικό το ενδιαφέρον, γιατί επέμενε να με ενοχλεί και να μην κάθετε στ’ αυγά του; Τι σόι παιχνίδι ήταν όλο αυτό;
Ο Βασίλης στεκόταν μπροστά μου και μου χαμογελούσε για να φτιάξει την ήδη ενοχλημένη διάθεσή μου εξ’ αιτίας του Στράτου. Το ποτό που τελικά ήρθε μπροστά μου δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα κοκτέιλ χυμών με ρούμι! Ο δυναμίτης που φαντάστηκα! Ήπια το κοκτέιλ σχεδόν μονορούφι. Ίσως γιατί οι χυμοί που περιείχε ήταν αναγκαίοι για τον οργανισμό μου που τελευταία ένοιωθε πολύ καταπονημένος απ’ την ασιτία. Η βραδιά έδειχνε να κυλά όμορφα. Για τους άλλους, όχι για μένα. Κοίταζα τριγύρω μου τον κόσμο κι ένοιωθα ότι δεν υπήρχε κάτι που να με κάνει να αισθάνομαι όμορφα. Κοίταζα κάπου στην είσοδο και νόμιζα πως από στιγμή σε στιγμή θα έμπαινε ο Γιώργος. Όχι ότι θα άλλαζε κάτι στην ζωή μου, αλλά θα χαιρόμουν αν τον έβλεπα έτσι ξαφνικά. Όλα τα ζευγάρια γύρω μου ήταν αγκαλιασμένα κι απολάμβαναν το ποτό τους χορεύοντας ή κάνοντας αστεία μεταξύ τους διασκεδάζοντας. Ζήλευα! Κι επιπλέον αυτό μεγάλωνε την πληγή μέσα μου, γιατί μου θύμιζε πως ήμουν μόνη μου. Εντελώς μόνη μου. Κι έπρεπε να παλέψω με το είναι μου για να το δεχθώ και να συμβιβαστώ. Από αμηχανία έπαιζα με τον αναπτήρα και το κουτί με τα τσιγάρα του Στράτου. Ήθελα να ανάψω ένα. Δεν ξέρω πως, αν και δεν θα με έκανε να αισθανθώ καλύτερα, ήθελα να ανάψω τσιγάρο. Δεν το έκανα όμως. Ήταν κάτι που δεν ήξερε ο αδερφός μου και δεν ήθελα να βρεθεί προ εκπλήξεως, αυτός που ήταν υπέρμαχος του αντικαπνιστικού. Και δεν είχα διάθεση για κήρυγμα. Άφησα έναν βαρύ αναστεναγμό και έστρεψα την ματιά μου στον Βασίλη που ήταν σε μια υπερκινητικότητα για να εξυπηρετήσει τους πάντες γύρω απ’ την μπάρα. Απόψε την προσοχή του την είχε αποσπάσει μια γυναικοπαρέα. Εκείνες έκαναν ότι περνούσε απ’ το μυαλό τους ώστε να του αποσπάνε την προσοχή σχεδόν μόνιμα. Με το που στρεφόταν σε άλλη παρέα για να τους βάλει ποτά δεν προλάβαινε να τελειώσει και ήδη τον είχαν φωνάξει, ώστε να του πουν καμιά χαζομάρα για να γελάσουν όλοι μαζί! Χτυπούσε πάγο για να φτιάξει ένα «Αλεξάντερ» για μια τους κι ο Βασίλης είχε στραφεί σε μένα κοιτώντας με ικετευτικά: «δες τι τραβάω ο χριστιανός» ήταν σαν να μου ‘λεγε. Του χαμογέλασα και σήκωσα το φρύδια μου σαν να του απαντούσα: «δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς». Παρά την προσπάθεια του Βασίλη να ρίξει την παραγγελία στον Θωμά –τον άλλον μπάρμαν- εκείνες ήθελαν τον Βασίλη να τους εξυπηρετήσει. Άλλωστε ο Θωμάς ήταν πολύ μεγαλύτερος και δεν έδειχνε τόσο γοητευτικός όσο ο Βασίλης, όπως κι η συμπεριφορά του ήταν τόσο τυπική κι απόμακρη που με δυσκολία του έπαιρνες κουβέντα.
Όσο περνούσε η ώρα δυνάμωνε κι η μουσική, όπως κι αυξανόταν το κέφι του κόσμου και ορισμένοι χόρευαν! Ο Στράτος κι ο Γιάννης μιλούσαν πότε μεταξύ τους και πότε με τον Βασίλη, όποτε εκείνος ξέκλεβε λίγο χρόνο όταν δεν υπήρχε επιπλέον παραγγελία για ποτά. Η ρεσεψιόν είχε κλείσει εδώ κι αρκετή ώρα κι η Κλαίρη δεν είχε φανεί για άλλη μια φορά, παρά την επιπλέον πρόσκληση του Στράτου, να έρθει στην παρέα μας και να πιει ένα ποτό. Δεν ξέρω αλλά για μια στιγμή έφερα τον εαυτό μου στην θέση της: αν κάποιος πελάτης σαν τον Στράτο επέμενε να με κεράσει ποτό και φυσικά για κάποιο λόγο με άφηνε αδιάφορη, θα απέφευγα να δεχθώ. Αλλά ακόμη και να με γοήτευε θα προσπαθούσα να του αρνηθώ ευγενικά, γιατί δεν θα ρίσκαρα την θέση μου για να κάνω το χατίρι ενός επισκέπτη που στην ουσία μου ήταν άγνωστος και που δεν θα ήξερα τι συμπεριφορά θα έβγαζε στην συνέχεια. Αυτό το σκεπτικό αν περνούσε απ’ το μυαλό του Στράτου ίσως τα πράγματα να ήταν αλλιώς και θα καταλάβαινε την θέση της. Δεν την είχε όμως και επέμενε. Και ίσως η Κλαίρη να ετοίμαζε καζάνια με χυλόπιτες στο λημέρι της! Βγήκα απ’ τις σκέψεις μου την στιγμή που άκουσα τους συνοδούς μου να παραγγέλνουν και δεύτερο γύρο ποτών. Πήγα να κάνω το ίδιο, αλλά και πάλι με πρόλαβε… ποιος άλλος; Ο Στράτος:
- Θα μου επιτρέψεις να σε κεράσω ένα κοκτέιλ που είμαι σίγουρος ότι θα σου αρέσει.
Δεν έφερα αντίρρηση. Απόψε ένοιωθε την ανάγκη να κεράσει τα ποτά που θα πίναμε. Και ίσως να τον ευχαριστούσε να με κερνά αυτό που ήθελε εκείνος. Άκουγα τον Στράτο που έδινε τις οδηγίες για το κοκτέιλ στον Βασίλη. Ιδέα δεν είχα από ποτά, άλλο απ’ τα πιο γνωστά και βασικά’ αυτά που μπορεί να ‘χει κανείς στην κάβα του σπιτιού του. Ακούγοντας όμως και πάλι τα υλικά φαντάστηκα πως θα ήταν άλλο ένα χυμορουμοειδές κοκτέιλ! Όμως το βλέμμα του Βασίλη είχε μια μικρή απορία και δεν ξέρω τελικά αν αυτό που θα έφτιαχνε θα ήταν ο δυναμίτης που περίμενα! Όμως δεν πήρα τα μάτια από επάνω του για να δω τι θα έβαζε στο σέϊκερ. Και τελικά έβαλε ποτά μέσα, πολλά ποτά και στο τέλος γρεναδίνη για να πάρει χρώμα! Και μπροστά μου κατέφθασε ένα μεγάλο ποτήρι χυμού, με το κοκτέιλ που μόλις έφτιαξε:
- Κόκκινος διάολος! Είπε ο Στράτος.
- Τι πράγμα; Απόρησα.
- Κόκκινος διάολος! Έτσι λέγεται το κοκτέιλ. Δοκίμασέ το και πες μου…
Κοίταξα το τεράστιο ποτήρι με το κόκκινο υγρό. Έδειχνε σαν φωτιά. Νόμιζα πως αν έπινα μια γουλιά θα έκαιγε τα πάντα μέσα μου. Το μύρισα. Είχε ένα ωραίο μεθυστικό άρωμα, σαν να ήταν μυρωδιές από βύσσινο, κανέλα και πορτοκάλι. Σε έβαζε σε έναν ανεξήγητο πειρασμό. Δοκίμασα αμέσως μια μικρή γουλιά. Είχε μια ονειρεμένα ‘διαολεμένη’ υπέροχη γεύση: ελαφριά στην αρχή, λίγο πικρή που στην συνέχεια γλύκαινε και τέλος όσο κατέβαινε το υγρό στον οισοφάγο ένοιωθες μια ανεξήγητη θερμότητα μέσα σου. Λες και το στομάχι σου είχε μικρές φλόγες και σου πρόσφεραν ένα ωραίο… κάψιμο!
- Σαν λικέρ είναι! Κι έχει ωραία γεύση. Είπα στον Στράτο που περίμενε τις εντυπώσεις μου.
- Έτσι μοιάζει. Αλλά δεν είναι. Στην ουσία είναι αυτό που λέει το όνομά του. Η γεύση του σε ξεγελά, αλλά το μεθύσι είναι σίγουρο.
- Μεθύσι με αυτό; Μπα! Είπα κουνώντας το κεφάλι αρνητικά.
- Τι στοίχημα πας; Με ρώτησε.
Γύρισα και τον κοίταξα στα μάτια του, γιατί νόμιζα ότι ήθελε απλά να με διασκεδάσει:
- Τελικά σκοπεύεις να με μεθύσεις απόψε!
Ξαφνικά ένοιωσα πολύ θυμωμένη, ήθελα να τον καταβρέξω με τον ‘κόκκινο διάολο’. Τον κοίταζα κι αναρωτιόμουν αν με τον τρόπο αυτό έβγαζε το απωθημένο του που μέχρι εκείνη την στιγμή δεν είχε κεράσει ακόμη εκείνο το ποτό στην Κλαίρη, που της το ζητούσε συνεχώς! Και που και πάλι απόψε για άλλη μια φορά δεν του έκανε την χάρη. Πήρα μια βαθιά ανάσα κι έδωσα τόπο στην οργή. Δεν ήθελα να ξεσπάσω τον θυμό μου που ίσως ήταν κι αδικαιολόγητος επειδή εγώ σκεφτόμουν όπως σκεφτόμουν. Ο Βασίλης ήταν πολύ απασχολημένος. Η μπάρα είχε γεμίσει ασφυκτικά με κόσμο και δεν προλάβαινε να βάζει ποτά και να φτιάχνει κοκτέιλς. Φυσικά παρέα με τον Θωμά. Κι αν έβρισκε λίγο κενό, τότε μάζευε άδεια μπουκάλια και χρησιμοποιημένα ποτήρια, που τα έδινε έπειτα στους βοηθούς για να πράξουν τα ανάλογα. Πάντως και διαθέσιμος να ήταν λιγάκι ο Βασίλης φρόντιζε να μιλά και με τους άλλους πελάτες. Οι δημόσιες σχέσεις έχουν κι αυτές τον ρόλο τους στην καλή λειτουργία μιας επιχείρησης. Μάλιστα ήταν πολλοί αυτοί που σχολίαζαν θετικά τον ρόλο όλων των υπαλλήλων του κάμπινγκ, τόσο για την άψογη εξυπηρέτηση των κοριτσιών στην ρεσεψιόν, τόσο του σέρβις στο σελφ-σέρβις - εστιατορίου και στο μπαρ, τόσο για την ιώβεια υπομονή των παιδαγωγών που ‘χαν σκοπό να ψυχαγωγούν τους λιλιπούτειους πελάτες κι άλλο τόσο των ανθρώπων που ‘χαν σκοπό να διοργανώνουν διάφορες εκδηλώσεις ώστε η διαμονή εκεί να είναι όμορφη, δραστήρια και διασκεδαστική. Όλοι οι πελάτες μιλούσαν στον Βασίλη και τον Θωμά, σαν να ‘ταν παλιοί γνώριμοι! Κοίταξα δίπλα μου. Ο Γιάννης κι ο Στράτος είχαν πιάσει ψιλοκουβεντούλα ποιος ξέρει για ποιο θέμα. Δεν τους έδωσα σημασία και συνέχισα να απολαμβάνω το κοκτέιλ μου, που όσο περνούσε η ώρα, μια γλυκιά ζάλη με κυρίευε αργά και σταθερά κι άρχισα να κουνιέμαι στον ρυθμό της μουσικής κοιτώντας ολόγυρα τον κόσμο που έκανε το ίδιο.
- Διασκεδάζουμε; Άκουσα ξαφνικά στο αυτί μου τον Στράτο.
«Τον πόνο μου διασκεδάζω» σκέφτηκα να του απαντήσω, αλλά προτίμησα να του χαμογελάσω πίνοντας μια γερή γουλιά απ’ το ποτό μου, ενώ το πόδι του για ακόμη μια φορά ήρθε να κολλήσει επάνω στο δικό μου. Αυτή η τελευταία γουλιά επιδείνωσε την κατάσταση μου. Ένοιωθα να γίνομαι ‘λιώμα’ όπως λένε. Αργά και σταθερά! Κοίταζα τα ζευγάρια στις παρέες και ζήλευα και συνειδητοποιούσα πως εγώ ήμουν μίλια μακριά από κάτι τόσο ανθρώπινο. Σκέφτηκα πως είχα αφιερώσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου στον Γιώργο, σε έναν ανεξήγητο πλατωνικό έρωτα, περιμένοντας να βρω την ανταπόκριση. Η ανταπόκριση ενώ έδειχνε κάπου στο βάθος να έρχεται αλλά πάντα παρέμενε στο βάθος, εντελώς απόμακρο και απλησίαστο. Ένα όνειρο που πάντα ήθελα να αγγίξω αλλά πάντα ξέφευγε. Ένοιωθα πως τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου χαραμίστηκαν γι’ αυτό το απλησίαστο όνειρο. Και τώρα έπρεπε να αρχίσω απ’ την αρχή. Εκεί πίσω στα αθώα χρόνια της εφηβείας μου, λίγο πριν γνωρίσω τον Γιώργο. Ήταν πολύ πίσω, αλλά έπρεπε να το κάνω. Πως όμως; Με τι κουράγιο και με τι δύναμη να πάρω την ζωή μου απ’ την αρχή; Κι αν ξανακάνω τα ίδια λάθη; Πως μπορώ να ξέρω; Με ενοχλούσε που ήμουν σε διακοπές και δεν τον είχα κοντά μου. Θα ήθελα πολύ φέτος να ήταν μαζί μου. Έστω να ερχόταν σαν επισκέπτης. Θα ήθελα να τώρα όπως κάθομαι εδώ, να ξεπροβάλει ανάμεσα απ’ τον κόσμο στην μπάρα και να ζητήσει απ’ τον Βασίλη να του βάλει ένα ποτό. Ήθελα πολύ να δω την μορφή του αυτή την στιγμή. Η ζάλη μου δεν μου επέτρεπε να ‘χω την εικόνα του ξεκάθαρη μες το μυαλό μου. Έβλεπα μόνο μια θολή προσωπογραφία.
Κοίταζα τον Βασίλη. Ήταν άψογος στην δουλειά του και δεν άφηνε κανέναν πελάτη να περιμένει. Μου έριχνε που και που καμιά κλεφτή ματιά. Παρηγοριά στον άρρωστο η ματιά του! Χαμογέλασα γιατί μου άρεσε ο τρόπος που με φλέρταρε και με έκανε κάπως να αναθαρρήσω. Στιγμιαία… Γιατί κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού μου ήξερα ότι δεν μπορούσε να εξελιχθεί σε κάτι περισσότερο η γνωριμία μου με τον Βασίλη. Το ποτό με έκανε να βλέπω πιο ξεκάθαρα τα πράγματα λιγάκι. Όταν είσαι μόνη και δεν έχει προηγηθεί κάποιο φλερτ ή κάποια περιπέτεια, συμβιβάζεσαι με την μοναξιά σου όσο μπορείς. Όταν όμως υπάρχει έστω ένα μικρό ενδιαφέρον για κάποιον και ξαφνικά αυτός ο κάποιος σου κόβει κάθε ελπίδα είναι σαν να ‘χεις βρεθεί στην μέση του ωκεανού και που ή θα κολυμπήσεις για να βρεις καμιά ξέρα όσο κι αυτό σε εξουθενώνει ή προσπαθείς να παλέψεις με τα κήτη που θέλουν να σε κατασπαράξουν την στιγμή που προσπαθείς να συνειδητοποιήσεις τι έχει συμβεί. Θέλει δύναμη. Και για τις δυο περιπτώσεις, θέλει δύναμη. Κι εγώ δεν την είχα. Ένοιωθα μέσα μου ψυχικά εξαντλημένη. Κολυμπούσα συνέχεια και προσπαθούσα οι αναμνήσεις μου να μη με κατασπαράξουν σαν κήτη. Ένοιωσα τα μάτια μου υγρά. Κρατήθηκα. Όσο μπορούσα κρατήθηκα, να μην φύγει το παραμικρό δάκρυ. Δεν έπρεπε να γίνει αυτό, εδώ αυτή την στιγμή, μπροστά σε τόσο κόσμο. Γύρισα και κοίταξα τον Στράτο που συνέχιζε την κουβέντα με τον αδερφό μου. Έδειχνε δυνατός. Αν όντως αισθανόταν κάτι για αυτή την Τόνια, τότε έδειχνε απίστευτα δυνατός, στο πως αντιμετώπιζε τα συναισθήματά του γι’ αυτήν. Μακάρι να ‘μουν σαν κι αυτόν. Δεν ήμουν όμως. Και να που ξεσπούσα την δική μου αδυναμία σε τούτο το ποτό. Κοίταζα το ποτήρι και πρόσεξα ότι το’ χα κατεβάσει απ’ την μέση. Κοίταξα ολόγυρα μου. Κανείς δεν φαινόταν να ‘ναι μόνος. Το κεφάλι μου βούιζε από την φασαρία του κόσμου και απ’ την ένταση της μουσικής. Νόμιζα πως όλα τα βλέμματα είχαν στραφεί επάνω μου σαν να με κορόιδευαν που δεν αντιδρούσα. Αλλά το ποτό γελούσε μαζί μου και με κορόιδευε και μου έδινε λάθος εικόνες. Όλος ο κόσμος εκεί δεν έδινε μία για μένα, παρά κάθονταν ξένοιαστοι παρέες – παρέες, χόρευαν, τραγουδούσαν, γελούσαν, κουβέντιαζαν. Σκέφτηκα ότι μπορεί κι εγώ να ήμουν στην θέση τους, αν τελικά έμπαινε στην ζωή μου ο Γιώργος. Δάκρυσα. Δεν άντεξα κι άφησα τα μάτια μου να ξεσπάσουν. Πήρα βαθιά ανάσα και ήπια ακόμη λίγο απ’ το ποτήρι μου. Σκούπισα τα μάτια και σηκώθηκα για λίγο απ’ το σκαμπό μου. Ένοιωσα την γη να χάνεται απ’ τα πόδια μου. Κρατήθηκα απ’ την μπάρα και ξανακάθισα. Δεν ήμουν καλά. Το ποτό με είχε παρασύρει σε ένα απίστευτο μεθύσι. Ακούμπησα τα χέρια μου στην μπάρα και έπιασα το κεφάλι μου, προσπαθώντας να ηρεμήσω. Ζήτησα απ’ τον Βασίλη λίγο νερό. Μου το έφερε αμέσως. Με κοίταζε με απορημένο βλέμμα. Τον κοίταξα και του χαμογέλασα. Έπαιξα λίγο το βλέμμα μου κάνοντας τον να καταλάβει πως ήμουν ζαλισμένη απ’ το ποτό. Γέλασε και μου έκλεισε το μάτι κι αμέσως στράφηκε σε μια νέα παρέα για να τους φτιάξει τα ποτά τους. Ένοιωσα να κρυώνω. Ένα ρίγος διαπέρασε την ραχοκοκαλιά μου εντελώς ξαφνικά και τα δόντια μου έτρεμαν λες και βρέθηκα στον βόρειο πόλο. Αναρωτιόμουν τι μου συνέβαινε έτσι ξαφνικά κι απ’ το πουθενά. Δεν υπήρξε κάποια ένδειξη που να με κάνει να παγώσω ολόκληρη. Ναι μεν η βραδιά ήταν δροσερή, αλλά το κρύο που ένοιωθα στο πετσί μου ήταν αναπάντεχο. Τα χέρια μου έτρεμαν και γενικά έτρεμα ολόκληρη.
- Τι συμβαίνει; Άκουσα τον Στράτο σαν αντίλαλο μέσα στ’ αυτί μου.
Δεν ξέρω αν για αρκετή ώρα με ρωτούσε το ίδιο πράγμα κι εγώ δεν το είχα προσέξει εκεί στην παραζάλη μου.
- Κάνει κρύο ή εγώ έχω παγώσει; Τον ρώτησα προσπαθώντας με όση δύναμη είχα να μην φανεί ότι ήμουν ήδη μεθυσμένη.
Δεν μου απάντησε κι έβγαλε αμέσως το καλοκαιρινό σακάκι που φορούσε και το έριξε στους ώμους μου.
- Είσαι καλά; Θες να φύγουμε; Με ξαναρώτησε με πραγματικό ενδιαφέρον.
- Καλά είμαι. Λίγο ζαλισμένη και κρυώνω. Αν θέλετε να μείνουμε κι άλλο, δεν έχω πρόβλημα.
«Αρκεί να σηκωθεί ο Γιάννης και να πάει στο σπίτι και να φέρει το δικό μου σακάκι» σκέφτηκα και κοίταξα τον αδερφό μου, ο οποίος χωρίς δεύτερη σκέψη σηκώθηκε και μας επέβαλε να σηκωθούμε και να φύγουμε, γιατί «είχα τα χάλια μου», όπως είπε.
Δεν ήθελα να φύγω έτσι. Θα μου αρκούσε αν έφερνε το σακάκι μου απ’ το σπίτι ο αδερφός μου. Αλλά όπως διέκρινα απ’ το βλέμμα του δεν ήταν διατεθειμένος να το κάνει. Και δεν αισθανόμουν και τόσο καλά που είχα το σακάκι του Στράτου στους ώμους μου. Ήταν σαν να ένοιωθα την αγκαλιά του. Θα μπορούσαμε να κάτσουμε περισσότερο μέχρι να αποχωρίσει λίγο η ζάλη μου και μετά να φεύγαμε. Σαν να διάβασε την σκέψη μου ο αδερφός μου απέκλεισε το σκεπτικό μου και πρότεινε να φύγουμε αμέσως. Ο Βασίλης πρόσεξε ότι κάτι μου συνέβαινε. Ίσως η εμπειρία του, του είχε διδάξει πως αν μια γυναίκα παραπατά απ’ το ποτό, σίγουρα υπάρχει μια μεγάλη απογοήτευση που την έχει τυλίξει. Την ώρα που σηκώθηκα απ’ το σκαμπό να φύγουμε μου έπιασε το χέρι:
- Μαρίνα. Κράτα γερά. Θα περάσει.
Γύρισα και τον κοίταξα ξαφνιασμένη απ’ την κίνησή του. Γιατί ένοιωθα ότι είχε καταλάβει τι μου συνέβαινε; Τον κοίταξα στα μάτια και δεν μπορούσα να πάρω μιαν ξεκάθαρα απάντηση. Ήμουν αρκετά ζαλισμένη για να βγάλω το οποιοδήποτε νόημα. Εδώ δεν ξέρω πως θα κατάφερνα να περπατήσω μέχρι το σπίτι. Του χαμογέλασα και τον καληνύχτισα.
- Εγώ θα προχωράω μπροστά με το ποδήλατο! Είπε ο αδερφός μου στον Στράτο και εγώ προσπέρασα και τους δύο βγαίνοντας απ’ το κάμπινγκ.


Περπατούσα και ίσως παραπατούσα, με τέτοια ζάλη που είχα! Έπιασα τον εαυτό μου να χαζογελά χωρίς συγκεκριμένο λόγο. Απολάμβανα το έντονο άρωμα που άφηναν τα σκίνα και τα πεύκα απ’ την υγρασία της νύχτας. Ο ουρανός ήταν ξάστερος και η ψύχρα ήταν έντονη. Έδεσα τα χέρια μου στο στήθος προσπαθώντας να ζεσταθώ λιγάκι. Κοίταζα τις μύτες των ποδιών μου και μου άρεσε να αφήνω το βλέμμα μου στην αίσθηση της ταχύτητας που μου έδινε κάθε βήμα μου. Είχα την αίσθηση πως έτσι δεν παραπατούσα και βημάτιζα σταθερά!
- Εσύ τρέμεις ολόκληρη!
Άκουσα ξαφνικά δίπλα μου τον Στράτο. Εμ! Δεν έτρεμα! Ένοιωθα λες και ήμουν γυμνή στον βόρειο πόλο!
- Εντάξει είμαι! Δικαιολογήθηκα και επιτάχυνα το βήμα μου να τον προσπεράσω.
Ο χωματόδρομος είχε λακκούβες κι έτσι όπως βάδιζα βιαστικά σκόνταφτα κι έπεφτα μέσα τους. Από την άλλη αυτό με βοηθούσε να μην νοιώθω την ζάλη μου και τον μικρό πονοκέφαλο, που όσο περνούσε η ώρα μεγάλωνε! Έκλεισα τα μάτια και προχωρούσα! Μου άρεσε έτσι. Δεν με ένοιαζε αν είχε κίνηση ο δρόμος και τα φώτα απ’ τ’ αυτοκίνητα με τύφλωναν. Εγώ τα μάτια μου τα ήθελα κλειστά. Ένοιωθα ότι πονούσα λιγότερο. Μάλλον το ποτό είχε βοηθήσει να εξαλειφτεί ελαφρώς αυτό που βασάνιζε μέρες το μυαλό μου. Και κανείς δεν μπορούσε να κάνει κάτι γι’ αυτό, παρά μόνο ο Γιώργος. Ένοιωσα να με αγκαλιάζει και μου άρεσε. Χαμογέλασα, γιατί τον αισθανόμουν δίπλα μου. Ήρθε και με βρήκε τελικά; Ήρθε να μου δώσει λίγη χαρά και να μου ζητήσει συγγνώμη; Ήθελα τόσο να ανοίξω τα μάτια μου εκείνη την στιγμή, αλλά φοβόμουν να το κάνω. Κάτι μου έλεγε ότι αν το έκανα θα χανόταν αυτή η μοναδική αίσθηση που είχα εκείνη την στιγμή. Κι αφέθηκα να προχωρώ μαζί του. Τώρα βάδιζα καλύτερα και σταθερά. Η αγκαλιά του με είχε ζεστάνει κι ένοιωθα όμορφα. Απίστευτα όμορφα. Γύρισα να τον ευχαριστήσω, που ήταν εκεί μαζί μου. Άνοιξα τα μάτια και ξαφνικά χάθηκε! Δεν ήταν μαζί μου! Ήμουν στην αγκαλιά του Στράτου! Δεν μου μίλησε. Δεν του μίλησα. Έστρεψα το βλέμμα μου μπροστά χαμογελώντας. Δεν ήταν δυσάρεστη η έκπληξη! Ίσα – ίσα που μου ήταν πολύ ευχάριστη. Μου άρεσε που με κρατούσε έτσι τελικά. Ίσως τελικά να τον ήθελα πολύ περισσότερο απ’ όσο εγώ αρνιόμουν να σκέφτομαι κάτι τέτοιο. Το βήμα μου συγχρονίστηκε με το δικό του. Έτσι δεν ήταν αναγκασμένος να κάνει οχτάρια που έκανα εγώ όσο βάδιζα μόνη μου! Τα χέρια μου πάγωσαν ξαφνικά. Προσπαθούσα απεγνωσμένα να τα ζεστάνω τρίβοντάς τα. Ίσως η παρουσία του Στράτου έκανε πιο δυνατή την ανάγκη μου να τον έχω εκεί κοντά μου κι αυτό με έκανε να τρέμω και δεν μπορούσα να το εξηγήσω. Μου έκλεισε τα χέρια στην παλάμη του. «Γιατί μου το κάνεις αυτό;» αναρωτιόμουν. Η κίνησή του αυτή με έκανε να τρέμω περισσότερο. Το ρίγος μου αυξήθηκε και τώρα τα δόντια μου χόρευαν για τα καλά κλακέτες! Νόμιζα πως εκείνη την στιγμή θα πέθαινα, έτσι παγωμένη όπως ήμουν. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι μου συνέβαινε εκείνη την στιγμή. Θεωρούσα ότι δεν μπορεί αυτό το ‘διαολεμένο’ ποτό να ευθυνόταν για την κατάσταση μου. Αναρωτιόμουν πως θα κατάφερνα να φτάσω μέχρι το σπίτι και που αργούσαμε ακόμη. Ανάσανα βαθιά και σήκωσα το βλέμμα μου στον ξάστερο ουρανό. Βαθιά μέσα μου ευχαριστούσα τον Θεό που ο Στράτος με κρατούσε κοντά του σαν φύλακας άγγελος.
- Μα τι έπαθες απόψε;
Τώρα γιατί είχα την αίσθηση ότι άρχιζαν οι δύσκολες ερωτήσεις; Σφίχτηκα περισσότερο επάνω του και σήκωσα το κεφάλι μου ψηλά κοιτάζοντας τα αστέρια, αποφεύγοντας να του εξηγήσω τι ήταν αυτό που με βασάνιζε μέρες τώρα:
- Κοίτα τ’ αστέρια! Κρίμα που σας χάλασα μια τέτοια βραδιά. Είπα.
Η αλήθεια ήταν ότι ένοιωθα ένοχη. Δεν είχα σχεδιάσει να τους χαλάσω την διασκέδαση και πόσο μάλλον να χαλάσω τα σχέδια του Στράτου, αν υπήρχε η ελάχιστη πιθανότητα να εμφανιζόταν η Κλαίρη και να έπιναν ένα ποτό παρέα. Κι εγώ τι έκανα τώρα; Έλεγα βλακείες! Άκου εκεί: «κοίτα τ’ αστέρια»!
- Εγώ σε προειδοποίησα για το ποτό σου.
- Δικό σου ήταν. Μου το κέρασες.
Ο Στράτος γέλασε. Λογικό ήταν άλλωστε. Δεν ήξερα τι έλεγα. Περπατούσα έχοντας το βλέμμα στ’ αστέρια κι έλεγα ηλιθιότητες.
- Δεν με προειδοποίησες για το κρύο όμως. Κρυώνω πολύ. Είπα και έστρεψα το βλέμμα μου στα μάτια του.
- Ξέρεις Μαρίνα, με την Μετεωρολογική Υπηρεσία, δεν έχω καμία σχέση!
- Ναι; Θα μπορούσες όμως…
Ο Στράτος γέλασε με τις ανοησίες μου και με έσφιξε περισσότερο επάνω του. Ίσως του έφτιαχνα την διάθεση με τις ρουκέτες που ξαμολούσα!
Ένα περίεργο πράγμα! Ένοιωθα μια απίστευτη σιγουριά εκεί στην αγκαλιά του και η αλήθεια είναι ότι δεν ήθελα να με αφήσει. Σαν να το περίμενα. Σαν να το είχα αναζητήσει και ξαφνικά συνέβη.
- Κρυώνεις ακόμα; Με ρώτησε.
Ήμουν σίγουρη πως είχε εισπράξει το ρίγος των ώμων μου απ’ την τελευταία μου σκέψη. Τραβήχτηκα αμέσως απ’ την αγκαλιά του. Ένοιωσα ένοχη. Δεν ήθελα να τον φέρω απόψε σε δύσκολη θέση.
- Ωχ! Δεν το κατάλαβα! Κρυώνεις κι εσύ. Αν θες το σακάκι σου παρ’ το. Ευχαριστώ.
Είπα και με μια κίνηση έκανα να βγάλω το σακάκι απ’ τις πλάτες μου. «Μαρίνα σύνελθε, σκέφτεσαι βλακωδώς, τα θες πως τα θες, έπαθες ότι έπαθες, δεν φταίει τίποτε ο χριστιανός με τις δικές σου ηλιθιότητες. Δώσ’ το του τώρα». Και πήγα να του το δώσω. Εκείνος το πήρε και μου το ξανάριξε στην πλάτη με τρυφερότητα:
- Δεν το θέλω βρε χαζό. Εσύ το χρειάζεσαι περισσότερο απ’ ότι εγώ. Συμπλήρωσε.
- Δεν ξέρω τι έπαθα.
Ξανατύλιξε το χέρι του γύρω στην μέση μου και με τράβηξε επάνω του σφιχτά. Τον κοίταζα κι αναρωτιόμουν γιατί το έκανε. Άρχισα να ζεσταίνομαι εκεί μέσα στην αγκαλιά του, το ίδιο και τα χέρια μου, έτσι όπως είχε πλέξει τα δάχτυλά του στα δικά μου. Η καρδιά μου κόντευε να σπάσει. Ήταν κάτι που μου άρεσε. Ήταν κάτι μοναδικό για μένα. Κάτι που ποτέ άλλοτε δεν είχα ζήσει. Κι ο Στράτος ήταν εκεί και μου το πρόσφερε απλόχερα. Ήταν λες και περίμενα να συμβεί. Όμως όχι με αυτό τον τρόπο. Όχι να ‘μαι ζαλισμένη απ’ το ποτό. Τον κοίταζα κι εκείνος απέφευγε να με κοιτάξει ή στα μάτια ή στα χείλη όπως συνήθιζε. Ξαφνικά ένοιωσα ένα απίστευτο βάρος στην καρδιά μου. Όλα ξαφνικά άρχισαν να μπερδεύονται μέσα μου και δεν μπορούσα να βρω μια δικαιολογία. Όσο και να είχα την ανάγκη να μιλήσω κάπου να βγάλω τον θυμό μου, την οργή μου κάπου, δεν μπορούσα να το κάνω. Όχι στον Στράτο. Είχε κι εκείνος τα δικά του. Άλλωστε με τι θάρρος να μοιραστώ τις δικές μου σκέψεις; Το μόνο που μοιραζόμασταν εκείνη την στιγμή ήταν μια αγκαλιά. Ίσως επειδή το είχαμε ανάγκη κι οι δύο. Ίσως επειδή κι οι δύο, προσπαθούσαμε με κάποιο τρόπο να κλείσουμε τις ίδιες πληγές. Ήθελα τόσο πολύ να κλάψω, αλλά δεν το έκανα. Έπρεπε να φανώ όσο γινόταν δυνατή εκείνη την στιγμή:
- Στράτο ένα σου εύχομαι! Να μην σου τύχει γυναίκα τόσο κρύα, όσο εγώ.
Του είπα προσπαθώντας να ξεχαστώ. Προσπαθούσα με κάποιο τρόπο να διασκεδάσω προσωρινά την παραζάλη μου. Εκείνος αφέθηκε κι άρχισε να κάνει πάλι τον καραγκιόζη, για να με διασκεδάσει, να γελάσω και να ξεχάσω για λίγο όλα όσα είχα στο κεφάλι μου όλες αυτές τις μέρες. Και μου άρεσε που το έκανε αυτό. Προφανώς ήθελε να με κάνει να ξεχάσω. Αχ! Στράτο…


Ο Γιάννης δεν ήταν ιδιαίτερα ενοχλητικός. Προχωρούσε με το ποδήλατο αρκετά μπροστά και επέστρεφε που και που να δει σε τι κατάσταση ήμουν. Όταν βεβαιωνόταν ότι ήμουν εντάξει, έστριβε και ξανάφευγε μπροστά. Χωρίς να το καταλάβω κοντεύαμε να φτάσουμε στο σπίτι. Στρίψαμε στην επόμενη διασταύρωση και μας έμεναν ελάχιστα λεπτά να φτάσουμε. Ο Στράτος είχε σταματήσει να με διασκεδάζει κι είχε ανάψει τσιγάρο. Εγώ προχωρούσα δίπλα του αμίλητη αυτή την φορά και σκεφτική. Ταξίδευα. Είχα αφήσει το μυαλό μου να κάνει απολογισμούς. Το πρώτο μου ερώτημα ήταν: τι είχα καταφέρει μέχρι τώρα με τις γνωριμίες που έκανα; ΤΙΠΟΤΑ! Αυτό το μεγάλο τίποτε ήταν καρφωμένο σαν μεγάλη εικόνα στην σκέψη μου. Έκανα πολλές προσπάθειες να απαγκιστρωθώ απ’ την εμμονή μου στον Γιώργο, κάνοντας διάφορες γνωριμίες και τελικά απέβαιναν άκαρπες. Όλοι όσοι γνώριζα είχαν μία και μοναδική σκέψη: που να βάλουν το πουλί τους! Δεν μετρούσαν τα συναισθήματα, η γνωριμία, η προσωπικότητα… Όλα αυτά ήταν άχρηστα μπροστά σε ένα στιγμιαίο πήδημα! Ένοιωσα ένα δυνατό ανακάτεμα στο στομάχι, αρκετά επώδυνο. Σαν κάτι να μου το τρυπούσε:
- Στράτο σταμάτα λίγο. Δεν αντέχω άλλο.
Με απελευθέρωσε απ’ την αγκαλιά του κι εκεί σε μια συστάδα με κυπαρίσσια και κάτω απ’ την σκοτεινή σκιά τους που έκρυβαν το φως της νύχτας, μου ήρθε να βγάλω ότι είχα και δεν είχα. Όμως δεν είχα… Ο πόνος στο στομάχι οφειλόταν στο γεγονός ότι ήμουν θεονήστικη δυο μέρες τώρα και το ποτό δεν ήταν σύμμαχος στην κατάσταση που βρισκόμουν. Δεν είχα διάθεση για φαγητό. Τσιμπολογούσα λίγο ψωμί το πρωί που μου ερχόταν σκοτοδίνη με το που σηκωνόμουν απ’ το κρεβάτι κι αυτό ήταν. Πίεσα το στομάχι με την παλάμη μου για να σταματήσει ο πόνος που με είχε διπλώσει στα δύο:
- Τι είναι; Τι έχεις; Ανησύχησε ο Στράτος και ήρθε δίπλα μου προσπαθώντας να με βοηθήσει.
Με κράτησε απ’ την μέση για να μην χάσω την ισορροπία μου και πέσω. Ήδη έτσι όπως ήμουν ένοιωσα να σκοτεινιάζουν όλα. Ανασηκώθηκα κι έκλεισα λίγο τα μάτια. Πήρα μερικές ανάσες και συνήλθα. Δεν μπορούσα να του απαντήσω. Τι να του πω; Δεν ήθελα να ακούσω τα εξ’ αμάξης και που θα είχε και δίκιο. Αλλά το να ακούσω ένα κήρυγμα μια τέτοια στιγμή ήταν το τελευταίο πράγμα που επιθυμούσα. Είχα διπλώσει τα χέρια μου στο στομάχι μου, ανασαίνοντας βαθιά και άρχισα να δακρύζω. Εκείνη την στιγμή δάκρυζα για όλα. Στο μυαλό μου τούτη την στιγμή επικρατούσε το απόλυτο χάος. Όλα ήταν μπερδεμένα πια. Ήξερα γιατί δάκρυζα και δεν ήξερα μαζί! Δάκρυζα, γιατί ενώ είχα δίπλα μου τον Στράτο, δεν μπορούσα να τον έχω… Με την σκέψη αυτή έκανα μερικά βήματα πιο μπροστά κλαίγοντας. Δεν ήθελα να καταλάβει πως εκείνη την στιγμή τον ήθελα κοντά μου όσο ποτέ άλλοτε. Τον είχα ερωτευτεί μήπως; Δεν πρόλαβα να μου δώσω μια επιβεβαίωση κι εκείνη την στιγμή το στομάχι μου σφίχτηκε ακόμη περισσότερο κι ο πόνος έγινε πολύ πιο έντονος. Ο ‘διάολος’ δεν έλεγε να βγει από μέσα μου για να ηρεμήσω, αλλά κι οι σκέψεις μου ήταν το ίδιο χειρότερες και επιδείνωναν την κατάσταση μου. Ο Στράτος βλέποντας με να παιδεύομαι με πλησίασε και με ξαναγκάλιασε έχοντας την πλάτη μου εμπρός του, ίσως θεωρούσε ότι έτσι θα με έκανε να αισθανθώ καλύτερα κι ότι θα διευκόλυνε την κατάσταση. Με έστρεψε μπροστά του. Δεν τολμούσα να τον κοιτάξω στα μάτια. Το βλέμμα μου ήταν απλανές και δάκρυζα. Με κοίταζε και χάιδευε τα μαλλιά μου.
- Σφίξε με σε παρακαλώ. Είπα σιγανά, τόσο που δεν ξέρω πως κατάφερε να τ’ ακούσει.
Δεν είχα δύναμη να μιλήσω. Κι ούτε κι εκείνος είπε κάτι. Με έσφιξε επάνω του κι ένοιωσα ότι κι εκείνος πονούσε το ίδιο με μένα. Αλλά δεν το εκδήλωνε. Ήταν σαν να ξεσπούσα εγώ και για τους δυο μας. Κι έκλαιγα… έκλαιγα… έκλαιγα…
- Γιατί κλαις; Με ρώτησε ψιθυριστά στ’ αυτί μου.
Δεν του απάντησα κι έκρυψα το πρόσωπό μου στον λαιμό του. Εκείνος με κράτησε για μερικά λεπτά έτσι μέχρι να ηρεμήσω λίγο και μετά μου σήκωσε το πρόσωπο και με κοιτούσε στα μάτια. Αναστέναξα κι απέφυγα το βλέμμα του κοιτώντας πέρα στο σκοτάδι.
- Έλα ησύχασε. Κατάλαβα… Μου είπε και μου χάιδεψε πάλι τα μαλλιά.
Αναρωτιόμουν τι ήταν αυτό που κατάλαβε. Αυτή την φορά γύρισα και τον κοίταξα στα μάτια για να πάρω την απάντησή μου: «Δεν γίνεται να ‘χεις καταλάβει» σκέφτηκα και δάκρυσα πάλι. Ένα πράγμα ήθελα εκείνη την μοναδική στιγμή: να μείνει κοντά μου και να με κρατάει στην αγκαλιά του όπως τώρα. Δεν ξέρω, αλλά αισθανόμουν όμορφα μέσα της. Με ηρεμούσε. Ένοιωσα ότι διάβασε την σκέψη μου και με έσφιξε περισσότερο μέσα της. Μετά έστρεψε το πρόσωπο μου στο δικό μου και μου ανασήκωσε το πηγούνι και τα χείλη του πλησίασαν τα δικά μου. Η καρδιά μου εκείνη την στιγμή κόντευε να σπάσει. Δεν ξέρω πως, αλλά το ήθελα το φιλί του… Τα χείλη του μόλις που άγγιξαν τα δικά μου, έτσι τρυφερά κι απαλά και το κουδούνισμα απ’ το ερχόμενο ποδήλατο με τον αδερφό μου επάνω, μας έκοψε την πιο όμορφη στιγμή.
- Τι έγινε; Πως είσαι Μαρίνα; Άκουσα τον Γιάννη λίγο πιο πέρα.
Σίγουρα δεν είδε την σκηνή που εξελισσόταν εκεί στο σκοτάδι που είχαμε σταθεί με τον Στράτο.
- Όλα εντάξει. Σταθήκαμε για λίγο γιατί ένοιωσε ένα μικρό ανακάτεμα στο στομάχι. Απάντησε ο Στράτος ψύχραιμα.
- Α! Εντάξει! Είπε ο αδερφός μου κι έκανε μεταβολή για το σπίτι.
- Πως αισθάνεσαι τώρα; Με ρώτησε ο Στράτος όταν μείναμε και πάλι μόνοι.
- Θα το ξεπεράσω. Είπα και προσπάθησα να αποφύγω το βλέμμα του, προσπερνώντας τον και προχωρώντας μπροστά από αυτόν.
Ένοιωθα περίεργα. Ήρθε και πάλι και πέρασε το χέρι του απ’ την μέση μου και προχωρήσαμε αμίλητοι για το σπίτι. Ένοιωθα ότι η παρουσία του με είχε κυριεύσει πια. Ήξερα ότι κάτι είχε αλλάξει μεταξύ μας, μόνο που δεν είχα εντοπίσει τι ήταν αυτό κι αν ήταν για καλό.


~*~*~*~*~*~*~*~*~*~*~*~*~*~*~*~*~*~*~*~

Red Devil (Κόκκινος Διάολος)
- Light rum (1 δόση)
- Black rum (1 δόση)
- Amaretto (1 δόση)
- Mango Juice (1 δόση)
- Pineaplle Juice (1 δόση)
- Red Syrup (για το χρώμα)

Η Μαρίνα ήπιε, την απόλυτη παραλαγή του coctail:
Brandy (1 δόση)
Quantro (1 δόση)
Rum (1 δόση)
Vodka 60% (1 δόση)
Gin (1 δόση)
Lime
Red Syrup (για το χρώμα)






Κεφάλαιο 7

Δεν υπάρχουν σχόλια :