Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2007

12. Οι εκπλήξεις



Ήταν γύρω στις οκτώμιση το πρωί. Δεν μπορούσα με τίποτε να κοιμηθώ παραπάνω παρά το ότι ένοιωθα πως το χρειαζόμουν. Στριφογυρνούσα στο κρεβάτι μου όλο το βράδυ. Γιατί το μυαλό μου ήταν κολλημένο στην βραδυνή μας εξόρμηση στην παραλία η οποία παρά το άδοξο τέλος της, ήταν για μένα μια όμορφη στιγμή που ποτέ δεν φαντάστηκα ότι θα μπορούσα να ζήσω. Και μάλιστα με τον Στράτο. Η μορφή του ήταν κολλημένη στο μυαλό μου. Είχα την αίσθηση πως αν άνοιγα τα μάτια θα τον αντίκριζα να στέκεται στην πόρτα κοιτώντας με. Και τα άνοιγα. Και δεν στεκόταν στην πόρτα. Το μόνο που εισέπραξα ήταν το έντονο ροχαλητό του απ’ το διπλανό υπνοδωμάτιο. Ήθελα τόσο πολύ να βγει αληθινή αυτή η εικόνα του μυαλού μου.
Δεν γινόταν να γυροφέρνω σαν σβούρα στο κρεβάτι μου και έτσι σηκώθηκα. Πριν κάνω το οτιδήποτε κοίταξα δίπλα. Κοιμόντουσαν του καλού καιρού κι ο Στράτος κι ο Γιάννης και σαν συγχορδία ακουγόταν το ροχαλητό κι απ’ τους δύο. Ήταν που ο Στράτος ήθελε να το ξημερώσουμε στην παραλία! Μάζεψα την απογοήτευσή μου και πήγα στο μπάνιο. Έριξα μια ματιά στον μικρό καθρέπτη που κρεμόταν στον ασοβάτιστο τοίχο και είδα ότι μικροί μαύροι κύκλοι είχαν σχηματιστεί κάτω απ’ τα μάτια. Ήταν ένδειξη του άτσαλου ύπνου που έκανα. Το κεφάλι μου το ένοιωθα βαρύ από το κρασί και γενικά ένοιωθα τόσο βαριά που νόμιζα πως κάνοντας μερικά βήματα παραπάνω θα γκρεμοτσακιζόμουνα στο ίσωμα! Ντύθηκα πρόχειρα και βγήκα να βγάλω νερό απ’ το πηγάδι. Ήταν η καλύτερη λύση που μπορούσα να δώσω στην ήδη βαριά διάθεσή μου. Και το παγωμένο νερό όταν έπεφτε στο πρόσωπο σε ξυπνούσε για τα καλά και σε συνέφερνε. Κι έτσι κι έγινε!
Έκατσα λίγο στην αυλή μπας και ο καθαρός πρωινός αέρας έδιωχνε τον πονοκέφαλό μου. Η αλήθεια είναι ότι όσο καθόμουν με το μυαλό άδειο προς στιγμήν, ένοιωθα λες και το σώμα μου δεν υπήρχε. Τέτοιο χάλι πια! «Μαρίνα δεν παίρνεις το ποδήλατό σου να κάνεις καμιά βόλτα μπας και συνέλθεις»; Ναι! Ήταν το καλύτερο που μπορούσα να κάνω εκείνη την στιγμή για να ξυπνήσω, πριν ο εγκέφαλός μου άρχιζε και πάλι να πλάθει φανταστικούς κόσμους. Χωρίς να κάνω θόρυβο ξαναμπήκα στο σπίτι. Και ξανακοίταξα στο διπλανό υπνοδωμάτιο. Ο Στράτος είχε κρύψει το πρόσωπό του με το μπράτσο του ενώ ο αδερφός μου το έκρυβε με το μαξιλάρι, λες και τους ενοχλούσε το άπλετο φως που δεν έμπαινε στο δωμάτιο και το μόνο δωμάτιο που φωτιζόταν ήταν στο καθιστικό. Κοιμόντουσαν πολύ βαριά κι όπως έδειχνε το πράγμα θα ξυπνούσαν μάλλον αργά. Τους άφησα εκεί χωρίς να τους αφήσω σημείωμα και σηκώθηκα κι έφυγα.
Είχα την εντύπωση πως και πάνω στο ποδήλατο έτσι όπως ήμουν, θα έκανα οχτάρια. Όμως τελικά όχι. Παρά την βαριά μου διάθεση προχωρούσα μια χαρά και το δροσερό πρωινό αεράκι αναζωογονούσε το πρόσωπό μου. Γιατί μου φαίνονταν όλα κάπως περίεργα; Σαν κάτι να μη μου ταίριαζε στην σημερινή μέρα. Δεν μπορούσα να εντοπίσω το τι ήταν αυτό που με έκανε να τα βλέπω κάπως περίεργα σχεδόν όλα. Δεν είχα αφεθεί να σκέφτομαι ασύστολα και χωρίς να το καταλάβω είχα ήδη βρεθεί μέσα στον οικισμό. Περνούσα μάλιστα και τα πρώτα καταστήματα. Να και το καφέ-πατινάζ. Μια παλιά μόδα με τα σκέιτ ρόλερς επανερχόταν σε αυτό το μαγαζί που είχε μια πίστα για αυτό τον σκοπό και γύρω της βρισκόταν κήπος με κρεβατίνες και τα τραπεζάκια από κάτω, ώστε οι μέρες να ‘ναι δροσερές και οι νύχτες ρομαντικές. Τώρα πόσο ρομαντικές να ‘ναι οι βραδιές με τον θόρυβο απ’ τα σκέιτς δεν ξέρω. Κοίταξα μέσα. Πελάτης δεν βρισκόταν κανένας τέτοια ώρα, παρά μόνο ο ιδιοκτήτης που πότιζε τον κήπο και κατάβρεχε τα πάντα για να φύγει η σκόνη. Προχώρησα πιο κάτω. Μπροστά μου, φάνηκε ένα μπακάλικο. Σταμάτησα. Ήταν καιρός να προμηθευτώ φαγώσιμα που να δίνουν ενέργεια και που ήταν απαραίτητα το πρωί, που όταν ξυπνούσαμε τα στομάχια μας ήταν λες και είχε κάτσει ένα δέμα άχυρο εκεί!
Προμηθεύτηκα αρκετά κρουασάν και βιταμινούχους χυμούς και συνέχισα την πορεία μου με το ποδήλατο.
Όλος ο οικισμός ήταν στο πόδι για τις καθημερινές δουλειές. Και τι δεν συναντούσα σε αυτή την σύντομη διαδρομή. Λες και είχαν συνεννοηθεί όλοι οι πλανόδιοι μανάβηδες, ψαράδες, καρπουζάδες και λουλουδάδες να πουλήσουν ταυτόχρονα την πραμάτειά τους σε κάθε διασταυρούμενο δρόμο! Οι φωνές τους απ’ τα μεγάφωνα των οχημάτων τους έδιναν το σύνθημα ότι κατέφθασαν και δεν ήξερες που άκουγες ποιον! Όλοι μαζί ακούγονταν σαν σε ραδιοφωνική παρεμβολή! Είχα την προσοχή μου στραμμένη εκεί και δεν είχα καταλάβει ότι είχα πια ξυπνήσει ότι ο πονοκέφαλος είχε αποχωρήσει, παρά συνέχιζα χαζεύοντας τριγύρω, με μυαλό άδειο από κάθε σκέψη! Έστριψα δεξιά για να βγω στην παραλία. Η θάλασσα ήταν ήρεμη και πολλές απ’ τις βάρκες που άραζαν στο μικρό φυσικό λιμάνι έλλειπαν προφανώς για ψάρεμα. Πολλά μαγαζιά ήταν κλειστά ενώ σε κάποια άλλα κάποιοι καθάριζαν τους χώρους και άπλωναν σιγά – σιγά τραπέζια και καθίσματα ώστε να είναι έτοιμα ανά πάσα στιγμή εμφανιζόταν κάποιος πολύ πρωινός πελάτης, έστω για καφέ! Τα δε δυο καφέ της περιοχής δεν είχαν ανοίξει ακόμη. Μου άρεσε κι αυτή η μεριά της περιοχής. Ήταν όλα μαζεμένα και μπορούσες να βρεις ότι ήθελες σε περίπτωση που αφιέρωνες μια μέρα ολόκληρη στην διασκέδαση. Άλλωστε το κάμπινγκ δεν ήταν και το κέντρο του κόσμου για να βρισκόμαστε εκεί συνεχώς, πότε για καφέ, πότε για ποτό ή για διασκέδαση. Κάπως θα έπρεπε να έρθουμε κι από εδώ. Στην ακτή διακρίνονταν και οι πρώτες ομπρέλες κάποιων που είχαν έρθει για το πρωινό τους μπάνιο. Ήταν όμορφα τελικά. Δεν είχα προσέξει καιρό πριν πόσο είχε αλλάξει αυτή η περιοχή και νομίζω πως είχε δίκιο η μητέρα μου να καμαρώνει και να διαλαλεί το γεγονός της ξαφνικής ανάπτυξης εδώ και της εξέλιξης!
Εντελώς ασυναίσθητα συνέχιζα την βόλτα μου στην ευθεία της παραλίας έχοντας την ακτή στα αριστερά μου. Ένοιωθα σαν κάποιος να τραβούσε το ποδήλατο απ’ το τιμόνι και το πήγαινε εκεί που κατά βάθος με έτρωγε όλο το βράδυ να είμαι! Αν κι από κάποιο σημείο και μετά ο παραλιακός δρόμος γινόταν κακοτράχαλος και μερικώς δύσβατος για ποδήλατα, κατάφερα να περάσω και να απομακρυνθώ απ’ τον οικισμό πια και να βρεθώ λίγα μέτρα πιο πέρα απ’ το σημείο που το βράδυ είχαμε ανάψει την φωτιά μας. Άφησα το ποδήλατο σε μια περίφραξη να στέκεται και βάδισα μέχρι την ακτή. Δεν έβλεπα τίποτε και συνέχισα να περπατώ. Επικρατούσε ερημιά γενικώς εδώ πέρα και ήταν πολύ νωρίς για όσους έμεναν εδώ τριγύρω να έρθουν για μπάνιο. Τίποτε δεν φαινόταν. Ούτε στάχτη ούτε καπνός. Προχώρησα λίγο ακόμη. Πουθενά δεν έβλεπα κάτι που να μαρτυρά ότι το βράδυ ήμασταν εδώ. Λες και το ονειρεύτηκα. Απογοητεύτηκα. Κοίταξα την θάλασσα. Ήταν γαλήνια σήμερα και δεν φυσούσε το αεράκι όπως το βράδυ. Ακόμη κι η φύση αρνιόταν να μου αποδείξει ότι κάτι συνέβαινε με μένα και τον Στράτο. Λες και φεύγοντας χθες το βράδυ από εδώ, να σηκώθηκε δυνατός αέρας και εξαφάνισε κάθε στίγμα μας. Δεν ξέρω! Αλλά κάτι έτρεχε με μας τους δυο. Νοιαζόμασταν ο ένας για τον άλλον, αλλά κάτι μας κρατούσε σε κάποια απόσταση. Τι να ήταν άραγε αυτό; Τι να έφταιγε;



Επικρατούσε ησυχία. Άφησα το ποδήλατο μου στο γνωστό σημείο που το άφηνα στην αυλή, πήρα την σακούλα με τα ψώνια και έστησα αυτί. Άκρα του τάφου σιωπή. Σίγουρα θα ξυπνούσαν αργά, ήταν κάπως νωρίς ακόμη.
- Που ήσουν; Άκουσα ξάφνου τον αδερφό μου να βγαίνει απ’ το σπίτι και έπιασα εμένα να πετάγομαι απ’ το ξάφνιασμα την στιγμή που άφηνα την σακούλα στο τραπέζι της αυλής.
- Είχα πάει να ψωνίσω. Του απάντησα κι απέφυγα να του πω ότι είχα περάσει κι απ’ το σημείο που καθόμασταν το βράδυ.
- Θέλω να μιλήσουμε. Είπε με σοβαρό ύφος και ξαναμπήκε μέσα.
Να ‘τα τα δύσκολα. Η καρδιά μου έκανε σαν τρελή απ’ την τρομάρα ότι ο Γιάννης είχε καταλάβει τα πάντα. Ήθελα να μπω στο σπίτι να φτιάξω καφέ αλλά δεν το τόλμησα. Φοβόμουν ότι θα με απόπαιρνε. Στρώθηκα σε ένα κάθισμα και περίμενα την καταιγίδα να ξεσπάσει. Ο κεραυνός με την μορφή του αδερφού μου βγήκε απ’ το σπίτι έχοντας μια κούπα καφέ στο χέρι, έχοντας κολλημένο το ίδιο αυστηρό ύφος στο πρόσωπό του: «Με θεωρείς τόσο μαλάκα; Νόμιζες ότι δεν βλέπω τι γίνεται γύρω μου»; Κάπως έτσι περίμενα να αρχίσει το κήρυγμα. Πήρα ανάσα βαθιά και περίμενα.
- Λοιπόν έχουμε και λέμε… Άρχισε με μαλακό τόνο στην φωνή του.
Δεν με καθησύχασε καθόλου αυτός του ο τόνος γιατί ποτέ δεν ξέρεις πότε έρχεται το επόμενο χτύπημα. Και περίμενα. Και στο κάτω – κάτω ρε γαμώτο, τι το εγκληματικό έγινε και θα πρέπει να αρχίσω να απολογούμαι; Τα πόδια μου είχαν κοπεί απ’ την αγωνία. Το τελευταίο πράγμα που ήθελα να μου συμβεί ήταν να χαθεί η εμπιστοσύνη του αδερφού μου, αν τελικά είχε σκοπό να μου αποδείξει πόσο στενόμυαλος είναι, που εγώ κι ο Στράτος φλερτάρουμε και που δεν είναι και το πιο άσχημο πράγμα στον κόσμο που μπορούν να κάνουν δυο άνθρωποι. Ήπιε μια γουλιά καφέ και το πρόσωπό του έγινε πιο χαλαρό:
- Δεν γίνεται ρε γαμώτο να μην στο πω. Λοιπόν, αύριο είναι τα γενέθλια του Στράτου. Γιορτάζει!
- Ναι. Λες να το ξέχασε; Είπα πια πιο ήρεμα και με την καρδιά μου να πηγαίνει στην θέση της.
- Δεν ξέρω. Θα του το θυμίσουμε εμείς όμως. Και εδώ είναι το όλο θέμα;
- Ποιο; Απόρησα. Δεν ήξερα τι είχε στο μυαλό του ο αδερφός μου.
- Υπάρχει μια περίπτωση κατά ενενήντα εννιά κόμμα εννιά να έρθουν οι γονείς του Στράτου και να του κάνουν έκπληξη. Αυτό είναι και το δώρο μου.
- Α! Ωραία! Καλώς να έρθουν.
- Ναι. Το θέμα είναι να μην μάθει τίποτε. Το παραμικρό.
- Εντάξει. Εγώ τι μπορώ να κάνω; Και πως θα καταφέρουν να μας βρουν εδώ πάνω; Έχεις κανονίσει κάτι;
Μου εξήγησε πως είχε καταφέρει να μιλήσει με την μητέρα του Στράτου κάποια στιγμή που της είχε τηλεφωνήσει για να δηλώσει ότι είναι καλά και περνά μια χαρά μαζί μας. Κι εκεί επάνω στην κουβέντα τους ζήτησε να μιλήσει και με τον Γιάννη. Του ζήτησε να επικοινωνήσει μαζί της κρυφά απ’ τον Στράτο. Και το κατάφερε ο αδερφός μου όταν του Στράτου το μυαλό μονοπωλούσε η Κλαίρη. Κι όσο εκείνος προσπαθούσε να την πείσει να την κεράσει ένα ποτό, ο Γιάννης κανόνιζε λεπτομέρειες για την εκδρομή των δικών του εδώ επάνω την ημέρα των γενεθλίων του. Κι ο Στράτος δεν είχε καταλάβει το τι σκαρωνόταν κάτω απ’ την μύτη του!
- Κι ο Στράτος δεν ψυλλιάστηκε τίποτε; Ρώτησα για να επιβεβαιώσω όσα έλεγε.
- Τίποτε. Το παραμικρό. Τόσο κολλημένος που ήταν με την Κλαίρη τι να καταλάβει; Να τον μπουγέλωνες την στιγμή που ήταν κοντά της και να την παρακαλά, δεν θα καταλάβαινε τίποτε. Για τέτοιο κόλλημα μιλάμε! Το θέμα είναι ότι θα φύγω τώρα και αν ξυπνήσει θέλω να με δικαιολογήσεις.
- Οκ!
Που να φανταζόταν ο Στράτος τι κανόνιζε ο φίλος του. Προσπάθησα να φανταστώ το έκπληκτο πρόσωπό του, αντικρίζοντας όλους τους δικούς του επάνω. Γέλασα.
- Γιατί γελάς; Με ρώτησε ο Γιάννης.
- Φαντάζομαι το πώς μπορεί θα αντιδράσει βλέποντας τους όλους.
Γέλασε κι εκείνος προσθέτοντας: «άντε να δούμε το ξύλο ποιος θα το φάει στο τέλος» και έφυγε. Δεν νομίζω ότι ο Στράτος θα αντιδρούσε άσχημα με αυτή την έκπληξη. Σίγουρα θα του άρεσε. Η καρδιά μου ηρέμησε, τα πόδια μου σταμάτησαν να τρέμουν κι ευτυχώς που τελικά άλλος ήταν ο λόγος που είχε τόσο σοβαρό ύφος ο Γιάννης. Αν όμως τελικά δεν γλίτωσα τίποτε; Και μου το φύλαγε όταν θα επιστρέφαμε πίσω; Δεν ξέρω! Δεν νομίζω. Κάτι μου έλεγε πως δεν θα ασχολιόταν. Θα το άφηνε το θέμα έτσι. Βολεύτηκα όσο μπορούσα στο κάθισμα μου και σε ένα άλλο άπλωσα τα πόδια μου, πίνοντας έναν απ’ τους χυμούς που ‘χα αγοράσει. Άραγε ήταν αληθινά όλα όσα συνέβαιναν; Και τι τελικά ήταν αυτό συνέβαινε αυτή την στιγμή σε αυτή την περίοδο της ζωής μου; Ήταν σαν κάποιος ξαφνικά με κινούσε σαν μαριονέτα και πήγαινα όπου με πήγαινε. Όταν θα γυρίζαμε πίσω πως θα ήταν τα πράγματα άραγε; Θα βελτιώνονταν ή απλά θα παρέμεναν στάσιμα σαν να μην είχε συμβεί τίποτε; Αφέθηκα να ταξιδεύω πίσω σε στιγμές ξαφνικές που είχαμε ζήσει με τον Στράτο. Στιγμές που είχαν έρθει απ’ το πουθενά και πάντα όταν η ζωή μου ήταν τυλιγμένη σε ένα τεράστιο ερωτηματικό. Οι ξαφνικές επισκέψεις του στο ραδιόφωνο, το τεράστιο κοστούμι του, ο παθιασμένος χορός μας στο πάρτυ μου, οι μετέπειτα εξηγήσεις, το τρυφερό φιλί προχτές, η χθεσινή βραδιά στην ακτή… Ακόμη αισθάνομαι τα τρυφερά φιλιά του στα χείλη μου, την ζεστή αγκαλιά του, τα πειράγματά του… Κι όλα αυτά ήταν άραγε απλά εφήμερα; Ή ήταν απλά δείγματα του τι μπορούσα να ζήσω αν το μυαλό μου αφηνόταν απ’ τις εμμονές και ανοιγόταν και λίγο παραπέρα; Ήμουν ανίκανη να απαντήσω. Ο μόνος που μπορούσε ήταν ο Στράτος. Χθες το βράδυ τον ένοιωσα τόσο κοντά μου. Σαν να ήταν δικός μου. Σαν να συμπληρώναμε ο ένας τον άλλον. Δεν ξέρω… Δεν έχω απαντήσεις.


- Καλημέρα. Άκουσα ξαφνικά μια μπάσα φωνή να με βγάζει απ’ την ονειροπόληση.
Ο Στράτος με έκοψε πολύ απότομα από όλες τις σκέψεις μου. Αυτό που αντίκριζα δεν ήταν ο Στράτος, μάλλον ήταν η άσχημη εικόνα της εμφάνισής του. Μήπως τον έβλεπα από παραμορφωτικό καθρέπτη; Προσπάθησα να τον δω καλύτερα. Τα μάτια του ήταν πρησμένα, η μια μεριά του προσώπου του ήταν κατακόκκινη και μελανή σε κάποια σημεία’ ένδειξη πως κοιμόταν για πολύ ώρα απ’ το ίδιο πλευρό και με το σεντόνι τσαλακωμένο κάτω απ’ το πρόσωπό του. Ποτέ δεν τον είχα δει έτσι και δεν θα έλεγα ότι με εντυπωσίασε. Μάλλον δεν τον είχα συνηθίσει έτσι και συνήθως επειδή έφευγα για μπάνιο στη θάλασσα ποτέ δεν έτυχε να τον πετύχω στο ξύπνημά του.
- Τι κοιτάς; Θα σηκωθείς να μου ρίξεις λίγο νερό να πλυθώ; Μου είπε με την ίδια μπάσα φωνή επιτακτικά.
Σηκώθηκα αμέσως: «ότι πεις πασά μου» σκέφτηκα η δούλα! Φορούσε το μαγιό του ήδη και στους ώμους είχε περάσει την πετσέτα προσώπου. Έβγαλα σαν καλή δούλα νερό απ’ το πηγάδι και με το κανάτι του έριχνα νερό να πλύνει το πρόσωπό του. Από την αντίδρασή του κατάλαβα ότι το νερό τον πάγωσε. «Σου χρειάζεται» σκέφτηκα εκδικητικά και δεν ξέρω το γιατί. Έπιανα τον εαυτό μου που καμιά φορά έβγαζε θυμό μαζί του κι ας μην τον εκδήλωνα ανοικτά και δεν καταλάβαινα γιατί. Τον άφησα εκεί να τον ξυπνήσει η ψυχρολουσία. Έριξε αμέσως την πετσέτα στο πρόσωπό του για να το σκουπίσει και μπήκε αμέσως στο σπίτι χωρίς να πει ούτε ένα «ευχαριστώ». Τέτοιος γάιδαρος πια! Αλλά πότε ένας …πασάς, ένας …αφέντης, έχει πει «ευχαριστώ» σε δούλα; Γκρρρρρρ!
Ξανακάθισα στην θέση μου κι άνοιξα ένα περιοδικό απ’ αυτά που είχαν παραπετάξει οι κύριοι στο τραπέζι του κήπου και που τα είχαν κάνει σαν πατσαβούρες απ’ το πολύ ξεφύλλισμα, τα οποία περιοδικά είχε αγοράσει ο Στράτος και που λόγω σπατάλης δεν ξανατόλμησε να αγοράσει καινούριο, μιας κι έπρεπε τα οικονομικά του να τον βγάλουν για όσα έξοδα έκανε μέχρι να φύγουμε. Άνοιξα ένα κρουασάν και έφαγα κι ένοιωσα το στομάχι μου να κάνει πάρτυ! Για πρώτη φορά έτρωγα κάτι που δεν ήταν απλώς μια μπουκιά αλλά κανονική τροφή. Το γουργούρισμα στην κοιλιά ήταν έντονο και σχετικά ενοχλητικό. Σκέφτηκα να άφηνα το μισό κρουασάν στην άκρη. Ένοιωθα ότι είχα φάει πάρα πολύ. Όμως έπρεπε να το φάω όλο. Οι ζαλάδες τελευταία ήταν πολύ έντονες και ότι ποτό κι αν κατέβαζα ένοιωθα να τρυπά το στομάχι μου. Παραπέταξα τα περιοδικά μιας και τα έβρισκα πολύ βαρετά και σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να συνεχίσω το βιβλίο μου. Ο Στράτος αργούσε να βγει απ’ το σπίτι και δεν ξέρω αν είχε κλείσει την πόρτα του δωματίου τους. Δεν ήξερα σε τι κατάσταση θα τον έβρισκα και δεν ήθελα η δική μου εισβολή να του προκαλέσει αμηχανία. Αν και θα μπορούσα να το εκμεταλλευτώ. Θα μπορούσα να μπω, να τον στριμώξω στον τοίχο και να του ζητήσω τα ρέστα μου! «Είσαι μαζί μου ή δεν είσαι ρε; Τι ρόλο παίζεις στην ζωή μου ρε; Αν δεν παίζεις, γιατί δεν με αφήνεις στην ησυχία μου ρε; Μίλα! Τώρα!». Μπα! Δεν είμαι έτσι εγώ. Άλλωστε το ‘ρε’ περισσότερο σαν μια καθημερινή συνήθεια μου βγαίνει στην κουβέντα επάνω, παρά σαν απειλή! Ίσως κάποια άλλη πολύ πιο τολμηρή από μένα, να το έκανε. Δεν ήταν του χαρακτήρα μου. Δεν μπορούσα. Αδύνατον! Ήταν καλή η ιδέα όμως του στριμώγματος στον τοίχο, μόνο που ποτέ δεν θα τολμούσα να το κάνω σε έναν άντρα. Δεν είχα τα κότσια. Δεν θα ήμουν εγώ αν το έκανα.
- Καλημέρα μωράκι μου. Τον άκουσα ξαφνικά μόλις έβγαινε απ’ το σπίτι και πλησίαζε να κάτσει κοντά μου.
Έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Ένοιωθα ότι με είχε πιάσει στα πράσα και ότι… Ξαφνιάστηκα που τον είδα. Αυτός μόλις τώρα ήταν ο Στράτος που ξέρω. Ο άλλος που πήγε; Χάζεψα εντελώς! Μου φαίνεται ότι έ-πρε-πε να τολμήσω το στρίμωγμα στον τοίχο.
- Γιατί δεν μιλάς; Τι έχεις; Συνέχισε εκείνος, απορημένος φυσικά απ’ την χαζεμένη με ανοιχτό το στόμα βέβαια φάτσα μου!
Εκείνη την στιγμή είχα χάσει πάσα ιδέα. Δεν ήξερα τι να πω. Ήχος αρνιόταν να βγει απ’ το στόμα μου. Ήταν λες και… Καλά είχα φανταστεί ότι η μέρα σήμερα ήταν εντελώς εξωπραγματική. Κρατούσε ένα φλιτζάνι καφέ και στην μασχάλη του είχε περάσει το βιβλίο μου. Βλέποντας αυτό κρατήθηκα να μην γελάσω. Κοιταζόμασταν στα μάτια. Κάθισε απέναντί μου και μου χαμογελούσε πονηρά:
- Καλημέρα. Με ρώτησες; Του έκανα τάχα μου θυμωμένη και με ένα νεύμα του έδειξα το βιβλίο.
- Για ποιο πράγμα; Απόρησε μιας και τάχα μου δεν ήξερε.
- Με ρώτησες και το πήρες; Τον ξαναρώτησα τάχα μου θυμωμένη.
- Α! γι’ αυτό μιλάς; Είδα που δεν το διάβαζες και σκέφτηκα να το αρχίσω εγώ. Απάντησε κάνοντας τάχα μου τον ανίδεο.
Πολλά ‘τάχα μου’ προέκυπταν, αλλά ή αλήθεια είναι ότι μας άρεσε να παίζουμε με τα νεύρα μας καμιά φορά. Που στην ουσία δεν ήταν νεύρα αλλά αμηχανία. Ήμασταν οι δυο μας. Μόνοι μας. Και δεν ξέραμε πώς να το εκμεταλλευτούμε το γεγονός καλύτερα, όσο ήμασταν μόνοι.
- Ο Γιάννης που είναι; Ρώτησε.
Να που άρχιζαν κι οι επικίνδυνες ερωτήσεις. Κι έπρεπε να δώσω επίσης μια επικίνδυνη απάντηση, αφού με τον αδερφό μου δεν συζητήσαμε για το πώς θα δικαιολογούσαμε την απουσία του. Κι έτσι όταν σε λίγο θα ερχόταν μάλλον θα λέγαμε άλλα αντ’ άλλων μεταξύ μας. Αχ Θεέ μου! Να χαρώ εγώ εκπλήξεις, σήμερα!
- Πήγε να τηλεφωνήσει στους γονείς μου για να συνεννοηθεί για την επιστροφή μας.
Φάνηκε ότι το πίστεψε, μιας και μας έμεναν περίπου τρεις μέρες ακόμη. Αχ! Μόνο τρειςμέρες. Και όλα θα τελείωναν! Θα τελείωναν όμως όμορφα και… Είχα μια απορία για το πώς θα αντιδρούσε βλέποντας ξαφνικά τους δικούς του. Γέλασα. Δεν μπορούσα να μην γελάσω. Με τον πατέρα του ήταν σε ένα συνεχές κυνήγι μεταξύ τους. Βέβαια στην ουσία το κυνήγι τους είχε να κάνει ως προς το γεγονός ότι ο Στράτος δεν έλεγε να στρωθεί στην δουλειά στο καθαριστήριο και πληρωνόταν πάντα για την δουλειά που δεν πρόσφερνε! Ήταν ένα παιχνίδι και των δύο. Στην ουσία τα γνωστό παιχνίδι του γονιού προς το παιδί που θέλει να του μάθει τα της επιχείρησης ώστε μελλοντικά να αναλάβει την διαχείρισή της. Μμμ ναι! Άραγε η εισβολή στην ταμειακή λέγεται …διαχείριση; Τον κοιτούσα και γελούσα. Φανταζόμουν να κυνηγιούνται με τον πατέρα του γύρω απ’ τον πάγκο που είχαν την ταμειακή, για τα χρήματα που βούτηξε ο Στράτος! Πολύ αστεία εικόνα και γέλασα.
- Γιατί γελάς;
- Για το πώς ήσουν πριν! Χάλια! Απάντησα. Τι να του πω; Δεν γινόταν να πω κάτι παραπάνω ή τι πέρασε απ’ το μυαλό μου.
- Έτσι είμαι μετά από ξενύχτι. Μου είπε και ήπιε μια γουλιά απ’ τον καφέ του.
- Σιγά το ξενύχτι. Δύο το ξημέρωμα, ήμασταν στα κρεβάτιά μας. Δεν είναι ξενύχτι αυτό και ειδικά για σένα!
Απάντηση δεν πήρα κι ούτε περίμενα να πάρω. Άρχισε να ξεφυλλίζει το βιβλίο αδιαφορώντας για την παρουσία μου. Έπιασα ένα απ’ τα περιοδικά και το ξεφύλλιζα και δεν μου έδινε καμία σημασία.. Ήμασταν επιτέλους οι δυο μας. Μόνοι μας. Και ήταν σαν να μην ήμουν εκεί. Τον κοιτούσα με την γωνία του ματιού μου και εκείνος δεν αντιδρούσε όπως ήθελα. Κάτι δεν πάει καλά εδώ. Γιατί; Έκλεισα το περιοδικό απότομα και σηκώθηκα απότομα. Και δεν σήκωσε καν το κεφάλι του να με κοιτάξει. Ναι ξέρω, η ‘Σιωπή των αμνών’ ήταν πολύ πιο ενδιαφέρουσα ώστε να γυρίσει να με κοιτάξει. Μπήκα στο σπίτι και σχεδόν τίναξα την πόρτα απ’ τα νεύρα μου. Στάθηκα μακριά απ’ το παράθυρο και τον είδα που απλά γύρισε και κοίταξε και ξανάριξε το πρόσωπο στο βιβλίο του. Ήταν τρομερά γοητευτικός και ρε γαμώτο τον λάτρευα. Δεν καταλάβαινα το γιατί και τι ήταν αυτό που λάτρευα σε αυτόν, αλλά μου άρεσε. Κρίμα που η Τόνια δεν είχε καταλάβει τι της προσφερόταν στο πιάτο.
Συμμάζεψα λίγο το σπίτι και έφτιαξα καφέ για μένα. Μιας κι ο ίδιος δεν σκέφτηκε να με κεράσει καμιά γουλίτσα. Δυο δάκρυα κύλησαν απ’ τα μάτια μου. Αναρωτήθηκα αν ήμουν ερωτευμένη μαζί του τελικά και αυτό το τσίμπημα μέσα μου στην σκέψη μόνο μου έφερε τα δάκρυα. Ίσως επειδή δεν ήθελα να ξαναμπώ στο ίδιο λούκι που είχα περάσει με τον Γιώργο και που τώρα το είχα αφήσει πίσω μου. Σκούπισα το πρόσωπο και βγήκα έξω. Κάθισα απέναντί του στην ίδια θέση. Δεν μπορεί να μην ένοιωθε τα ηλεκτρικά πεδία ανάμεσά μας. Δεν μπορεί να μην αισθανόταν το παραμικρό. Ούτε καν που σήκωσε το κεφάλι, ούτε καν να ρωτήσει γιατί χτύπησα τόσο έντονα την πόρτα, ούτε καν να πει δυο λόγια για τον καιρό έστω!
- Ουφ! Τι ζέστη κι αυτή…
Τώρα μάλιστα. Την αναφορά για τον καιρό την είχα απ’ τον αδερφό μου που μόλις κατέφθασε. Τον κοίταζα που τακτοποιούσε το ποδήλατο και λυπόμουν που με τον Στράτο δεν εκμεταλλευτήκαμε αυτόν τον λίγο χρόνο που είχαμε οι δυο μας.
- Tι νέα απ’ τους γονείς; Τι κανόνισες για την επιστροφή; Τον πρόλαβα αμέσως, όσο ο Στράτος είχε χαζέψει στο βιβλίο και πριν ο Γιάννης αρχίσει να
λέει άσχετα. Το κατάλαβε και απάντησε ανάλογα. Ο Στράτος ακούνητος. Κολλημένος στο βιβλίο. Ο Γιάννης κοίταζε τον φίλο του κι απόρησε. Σήκωσα τους ώμους μου σαν να μην ήξερα, σαν να μην με ένοιαζε. Τον στραβοκοίταξα και με πολύ ευχαρίστηση θα τον μπουγέλωνα με τον καφέ του!


Κεφάλαιο 13

Δεν υπάρχουν σχόλια :