Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2007

21. Γενέθλια

Είχα πια ξαναμπεί στον ρυθμό μου στο ραδιόφωνο. Στην ίδια μονοτονία. Στο ίδιο καθημερινό τρέξιμο και στην ίδια απόλυτη τρέλα του δημοσιογραφικού: «Και γιατί δεν βρήκες τον δήμαρχο; Και που ήταν ο Νομάρχης; Τον βουλευτή τάδε θα τον έχουμε στο μεσημεριανό;». Κι άλλα τέτοια βαρύγδουπα! Πολλές φορές ενώ είχα στο μυαλό μου μια λογική σειρά για να ακολουθήσω το πρόγραμμα, έβγαινε ο διευθυντής του δημοσιογραφικού και με αποσυντόνιζε εντελώς απ’ τον εντελώς –κατ’ αρχήν- ανάρμοστο τρόπο συμπεριφοράς και τις αναχρονικές απαιτήσεις του. Πώς να μείνει οργανωμένο το ημερήσιο πλάνο της δουλειάς σου όταν έρχεται ο Μάνος –ο προαναφερόμενος διευθυντής- και το κάνει γης μαδιάμ, για να μην πω την άλλη χυδαία έκφραση! Με τέτοιο τρελό ημερήσιο πρόγραμμα που να μου μείνει χρόνος να σκεφτώ το πώς ήταν οι διακοπές μου. Το πώς ήταν το πρόσωπο του Στράτου. Το τι έμεινε τελικά από αυτή την γνωριμία. Ο δε Γιώργος είχε αρχίσει τα γνωστά του παιχνίδια. Με βολιδοσκοπούσε πάντα απρόοπτα. Προφανώς η άρνηση μου να δανείζω την φωνή μου στα διαφημιστικά σποτάκια του είχε δημιουργήσει πρόβλημα. Και έτσι έβαζε μπρος την γοητεία του να προσπαθεί να με προσεγγίσει με τρόπο που δεν θα του κόστιζε τίποτε προκειμένου να πετύχει τον σκοπό του για την διαφήμιση. Εγώ όμως… βράχος! Ήμουν αποφασισμένη να αποφεύγω τις παγίδες του. Όσο μπορούσα.

Πλησίαζαν και τα γενέθλια μου. Και δεν ήξερα αν θα μπορούσα να τολμήσω κάποια μικρή συγκεντρωσούλα φίλων στο σπίτι μου. Η δουλειά δεν μου άφηνε και πολύ ανοιχτό το ενδεχόμενο για να διοργανώσω κάτι τέτοιο. Και δεν ήξερα άλλωστε τι θα μου ξημέρωνε τότε. Σκέφτηκα πως ήταν προτιμότερο να ξεχάσω το οτιδήποτε και θα περνούσα τα γενέθλια μου μόνη μου στο σπίτι κερνώντας με ένα ποτηράκι ουίσκι για να μου ευχηθώ. Άντε να ερχόταν κι ο αδερφός μου για συμπαράσταση κι αν θα την θυμόταν την μέρα.

Ο Στράτος δεν μου ξανατηλεφώνησε. Σκεφτόμουν πως ήταν πολύ απασχολημένος με το καθαριστήριο του πατέρα του, τώρα που έλειπαν οι γονείς του διακοπές. Απ’ την άλλη ο Γιάννης απολάμβανε τις τελευταίες μέρες των διακοπών του πριν κατέβει στην Ρόδο –είχε τελικά εισαχθεί στο Παιδαγωγικό τμήμα του Πανεπιστημίου Αιγαίου- για την εγγραφή στο Πανεπιστήμιο και το σχετικό τρέξιμο για την εύρεση σπιτιού για την διαμονή του, γιατί το θέμα διαμονής του στην φοιτητική εστία το είχε ξεκόψει στους γονείς μας: «εγώ θέλω την ησυχία μου για να διαβάζω» είχε δηλώσει πεισματικά. Όλοι χαμένοι στον κόσμο μας σκεφτόμουν. Το σπίτι μου απόψε μου φαινόταν τόσο μεγάλο κι έρημο κι ας ήταν μια σταλίτσα, που για μένα ήταν υπεραρκετό για να ζω όπως θέλω. Άνοιξα την τηλεόραση. Έκανα ζάπινγκ και δεν είδα κάτι ενδιαφέρον. Άνοιξα το στέρεο να ακούσω λίγη μουσική, αλλά και πάλι ήθελα την ησυχία μου, το έκλεισα. Άνοιξα ένα βιβλίο που είχα αρχίσει από χθες βράδυ να το ξεφυλλίζω, αλλά και πάλι δεν είχα την διάθεση να διαβάσω.
Έβαλα λίγο κρύο χυμό απ’ το ψυγείο και ξάπλωσα στον καναπέ μου. Άφησα το μυαλό μου για πρώτη φορά να ταξιδέψει μερικές μέρες πίσω. Ήθελα να κάνω μια μικρή αναδρομή στις διακοπές τις φετινές που οι στιγμές τους δεν είχαν σβήσει απ’ το μυαλό μου. Μακάρι να μπορούσα να τις ξαναζήσω. Να ζήσω τις στιγμές που περάσαμε με τον Στράτο. Μαζί! Μακάρι να ήταν εδώ κοντά μου αυτή την στιγμή. Σκεφτόμουν πως μπορούσαμε να κρατάμε κάποια επαφή. Αλλά δεν το επεδίωξε. Με τον Γιάννη είχε, εκτός από εμένα. Δεν ξέρω γιατί με απέφευγε. Η μορφή του ερχόταν μπροστά μου συνέχεια κι ευχόμουν να ερχόταν η στιγμή που θα γνώριζα κάποιον και να είχε έστω κάτι απ’ τον χαρακτήρα του Στράτου. Αχ και να ήξερε ο Στράτος πόσο πολύ με είχε στηρίξει. Πόσο μεγάλη βοήθεια μου είχε προσφέρει. Δεν ξέρω πως θα ήταν η ζωή μου σήμερα χωρίς την παρουσία του. Ίσως να παρέμενα ένα ράκος για χάρη του Γιώργου.
Το χτύπημα του τηλεφώνου διέκοψε απότομα τις σκέψεις μου και σχεδόν πετάχτηκα απ’ τον καναπέ. Το ρολόι μου έδειχνε περασμένα μεσάνυχτα. Σίγουρα απ’ την δουλειά θα είναι. «Όχι κι άλλο τρέξιμο. Αφήστε με στην ηρεμία μου και λίγο». Άφησα τον τηλεφωνητή να καταγράψει το μήνυμα. Αναλόγως του ποιος ήταν ίσως να το σήκωνα. Και τέτοια ώρα πια;
- Ο Στράτος είμαι. Όποτε ευκαιρήσεις…
Πετάχτηκα σαν ελατήριο. Τι λες αγάπη μου «όποτε ευκαιρήσεις», τώρα ευκαιρώ. Με μια δρασκελιά αρπάζω το ακουστικό του τηλεφώνου που βρισκόταν στο γραφείο μου απέναντι απ’ τον καναπέ. Δεν ξέρω ίσως να πήρα παραμάζωμα διάφορα πράγματα ώστε να σηκώσω αμέσως το ακουστικό:
- Στράτο!
- Έλα μωράκι μου. Εκεί είσαι; Νόμιζα πως θα δούλευες.
Με τρέλαινε αυτό το ‘μωράκι μου’. Και πάντα μου άρεσε να τον ακούω να με αποκαλεί ‘μωρό του’ ή ‘μωράκι του’. Μου έφτιαχνε έτσι την διάθεση.
- Νόμιζα πως ήταν απ’ την δουλειά γι’ αυτό κι άφησα τον τηλεφωνητή. Του είπα αμέσως.
- Σε έψαχνα κάτι μέρες. Γι’ αυτό και σκέφτηκα να σου τηλεφωνήσω αργά, για να σε βρω.
Τι μεγάλος ψεύτης! Με έψαχνε που; Δεν είχε αφήσει πουθενά μήνυμα. Στο ραδιόφωνο δεν μου είπαν ποτέ ότι κάποιος με ζήτησε αλλά δεν άφησε μήνυμα ή τουλάχιστον να μου πουν οι γονείς μου ότι τους τηλεφώνησε αναζητώντας με.
- Ξέρεις δεν μου αρέσει να μιλάω έτσι ξερά στον τηλεφωνητή σου. Προσπάθησα όμως να σε βρω στην δουλειά και στο πατρικό σου.
Γέλασα μέσα μου, γιατί τελικά ήταν μεγάλος ψεύτης! Αλλά μου άρεσε εκείνη την στιγμή να τον ακούω να λέει ψέματα.
- Να που με βρήκες! Του είπα χαρούμενη τελικά.
- Ξέρεις ήθελα κάποια στιγμή που να μπορείς κι εσύ, να περνούσα για κάνα καφέ.
- Όποτε θέλεις. Του είπα αμέσως κι ήλπιζα να μου ζητήσει «να ‘ρθω τώρα;».
- Στα γενέθλιά σου είναι καλά;
Απογοητεύτηκα που τελικά δεν θα ερχόταν τώρα, αλλά χάρηκα που με ξάφνιασε με το που θυμήθηκε τα γενέθλιά μου.
- Ναι αμέ! Του είπα σαν μαθητριούλα, λες κι έκλεινε το πρώτο ραντεβού τής ζωής της!
Με ρώτησε πως τα πήγαινα στην δουλειά, πως ήταν τα πράγματα με «εκείνο τον Γιώργο» και γενικά πως ήταν η ζωή μου πια. Του είπα πως με την δουλειά τα πράγματα πήγαιναν πολύ καλά παρά την κούραση, του είπα για την επιτυχία μου με τις αποκλειστικές δηλώσεις που εξασφάλισα απ’ τον Πάγκαλο, του είπα πως κι η εκπομπή μου πήγαινε πάρα πολύ καλά που οι δημοσκοπήσεις της έδιναν υψηλά ποσοστά ακροαματικότητας κι ότι το ενδιαφέρον ‘Γιώργος’ το έχω ξεπεράσει πια και κοιτάω μπροστά. Δεν μου άρεσε που δεν μιλούσαμε για μας λες και δεν είχε συμβεί τίποτε μεταξύ μας, αλλά τουλάχιστον με ικανοποιούσε και μόνο το γεγονός ότι τον άκουγα στην άλλη γραμμή του τηλεφώνου. Ο ίδιος μου είπε πως έμενε αρκετές ώρες στο καθαριστήριο μιας και οι γονείς του έλειπαν σε διακοπές κι ότι η αδερφή του, του δημιουργούσε προβλήματα με τις συνεχής παρατηρήσεις της και την μόνιμη απειλή ‘θα το πω στον μπαμπά’ αν δεν της έκανε κάποιο χατίρι. Που το θα ‘το πω στον μπαμπά’ μεταφραζόταν ως: πλήρη αναφορά στον μπαμπά για την εισβολή σου στην ταμειακή και που δεν αφήνεις φράγκο να φανούν τα έσοδα! Γέλασα με την εικόνα, αλλά και με την πεισματική αντίδραση του Στράτου να μην φανεί άξιος διαχειριστής στην επιχείρηση του πατέρα του! Τα υπόλοιπα θα τα λέγαμε από κοντά. Αυτό μου υποσχέθηκε. Δεν τον πίστεψα. Κι αυτό γιατί όσο κι αν κάποιος θέλει να περάσει τα γενέθλια μόνος του με κάποιον –έστω- που τον ενδιαφέρει είναι λες και του χτυπά μονίμως την πόρτα η γκαντεμιά κι εμφανίζονται οι φίλοι απ’ το πουθενά. Εκεί που είχες την εντύπωση πως όλοι τους είχαν κάτι να κάνουν! Ήθελα πολύ να τα λέγαμε από κοντά με τον Στράτο αλλά σε κάποια άλλη στιγμή κι όχι λόγω κάποιας γιορτής.



Είχαν μαζευτεί σχεδόν όλοι οι φίλοι. Περιέργως όλοι θυμήθηκαν τα γενέθλιά μου! Πράγμα σπάνιο γι’ αυτούς και που πάντα μερικές μέρες έπειτα επικοινωνούσαν μαζί μου για να ζητήσουν συγγνώμη που δεν τα θυμήθηκαν εγκαίρως. Δεν ξέρω τι είδους σύμπτωση ήταν αυτή που με θυμήθηκαν όλοι τους.
Δεν είχα κάνει καμιά προετοιμασία για πάρτυ. Ίσα-ίσα που είχα ετοιμαστεί και είχα γίνει όμορφη για την επικείμενη επίσκεψη του Στράτου.
Στο σπίτι μου θα γινόταν η αρχή της βραδιάς μας όπως πίστευαν οι φίλοι μου. Μάλιστα απ’ την στιγμή που έσκασαν μύτη οι πρώτοι γνωστοί έκαναν λόγο για έξοδο αμέσως μετά τα πρώτα ποτά και το σβήσιμο των κεριών της τούρτας που μου έφεραν και που εγώ επίτηδες είχα ξεχάσει να αγοράσω: «Α! Αγαπητοί μου, σας αγαπάω σας εκτιμάω, αλλά λεφτά για επιπλέον έξοδα δεν μπορώ να διαθέσω». Τους ξεκαθάρισα την θέση μου. Τους ήξερα τι νεροφίδες ήταν στα ποτά και δεν είχα σκοπό να πετάω τα ωραία μου λεφτά για την δική τους ικανοποίηση και που εγώ έτρεχα ολημερίς και καμιά φορά ολονυχτίς για να τα κερδίσω! Εκτίμησαν την εξήγησή μου και έτσι μου ξεκαθάρισαν πως ο καθένας τους θα πλήρωνε το ποτό του ξεχωριστά και να μην ανησυχώ για τυχόν επιβάρυνσή μου!
Ο Στράτος ήρθε τελευταία στιγμή. Έδειξε έκπληκτος που τόσος κόσμος είχε σκάσει μύτη στο σπίτι μου για τον ίδιο σκοπό που κι ο ίδιος είχε μόλις καταφτάσει! Μάλιστα το πρόχειρο ντύσιμό του πρόδιδε πως η επίσκεψή του ήταν γι’ αυτό που μου ‘χε ζητήσει’ για έναν καφέ κι όχι για έξοδο. Αυτό όμως δεν τον πτόησε καθόλου. Δέχθηκε μετά χαράς να ακολουθήσει όλη την παρέα. Προσωπικά ένοιωσα μια μικρή απογοήτευση γιατί απόψε ήθελα να μέναμε μόνοι οι δυο μας. Όμως δεν στάθηκε δυνατό. Ο αδερφός μου έβγαλε την τούρτα απ’ το ψυγείο, έβαλε και τα κεράκια-αριθμούς για να μην ξεχάσω πόσο γινόμουν και κάποιος έσβησε τα φώτα. Δεν ήθελα να τους χαλάσω το χατίρι. Έσβησα τα κεράκια κάνοντας την χαζοχαρούμενη και τα φώτα άναψαν. Ο Στράτος στεκόταν σε μιαν άκρη θεατής. Του χαμογέλασα. Δεν μπορούσα να κάνω κάτι παραπάνω. Ήμασταν λίγοι και καλοί και η παραμικρή κίνησή μου προς αυτόν ίσως έδινε τροφή για κουτσομπολιά. Και δεν ήθελα. Ο αδερφός μου τον πλησίασε κι εγώ αυτό που έκανα ήταν να πάω στην κουζίνα και να αρχίσω να μοιράζω την τούρτα στους …πειναλέους! Να γιατί ήθελα να αποφύγω την γιορτή αυτή: η εορταζόμενη ποτέ δεν κάθεται να απολαύσει την ημέρα της και γίνεται υπηρέτρια με τα όλα της για να περάσουν καλά οι …ακάλεστοι!
Όλοι έφαγαν το κομμάτι τους με εξαιρετική ταχύτητα. Οι μισοί μπουκωμένοι άφησαν τα πιατάκια στο τραπεζάκι του καθιστικού και είχαν ήδη σηκωθεί προτρέποντας τους υπόλοιπους κι εμένα μαζί να βιαστούμε για έξω και χωρίς πολλά σούξου-μούξου! Τέτοια βιασύνη δεν μπορούσα να την δικαιολογήσω, αλλά προφανώς το έκαναν μήπως και το μετάνιωναν οι υπόλοιποι. Τους ζήτησα να προχωρήσουν και θα τους έβρισκα σε λίγο σε κάποιο απ’ τα αυτοκίνητά τους μιας και ήθελα να φρεσκάρω το μακιγιάζ μου: «Έλα κούκλα είσαι. Βιάσου» μου είπε η Τέτα, η αδερφή του Βασίλη –ο φίλος του αδερφού μου που δεν μας ακολούθησε στις διακοπές.
Ο μόνος που έμεινε τελευταίος ήταν ο Στράτος ο οποίος προθυμοποιήθηκε να με βοηθήσει στο συμμάζεμα των ποτηριών και των πιάτων προκειμένου να μην βρεθώ στην απόλυτη ακαταστασία επιστρέφοντας απ’ το κλαμπ. Το φρεσκάρισμα του μακιγιάζ αυτό σήμαινε τελικά!
- Δεν στο είπα: απόψε είσαι κούκλα!
Μου είπε ο Στράτος την στιγμή που κι οι δυο συγχρόνως αφήναμε τα τελευταία ποτήρια στον νεροχύτη. Του χαμογέλασα και τον ευχαρίστησα. Του είπα πως πήγαινα να πάρω την τσάντα μου να φύγουμε και αν ήθελε μπορούσε να πάει να βρει τους υπόλοιπους. Συμφώνησε.
Διόρθωσα μερικές ατέλειες στο μακιγιάζ μου στον καθρέπτη του μπάνιου, πήρα την τσάντα μου και είδα ότι εκείνος με περίμενε στην πόρτα εισόδου.
- Δεν είναι σωστό να σε αφήσω μόνη σου. Θα σε συνοδεύσω εγώ.
Μου είπε και με άφησε να τον κοιτάζω χωρίς να έχω να πω κάτι. Εντελώς μηχανικά κλείδωσα το σπίτι μου και έριξα τα κλειδιά στην τσάντα μου:
- Δεν σου ευχήθηκα με στον πανικό που επικρατούσε μέσα. Πολύχρονη κι ότι ποθείς.
Μου είπε ευγενικά και με φίλησε στην άκρη των χειλιών μου. Κοκκίνισα:
- Σ’ ευχαριστώ Στράτο!
«Αχ και να ήξερες πως είσαι αυτός που ποθώ» σκέφτηκα και του χαμογέλασα. Ένοιωσα ότι ίσως είχε διαβάσει την σκέψη μου και η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. Κοιταζόμασταν στα μάτια κι εγώ δεν ξέρω πόση ώρα. Ήθελα τόσο πολύ να με αρπάξει και να με αγκαλιάσει. Αλλά πως μπορεί κανείς να πραγματοποιήσει τέτοιες επιθυμίες; Το μόνο που έκανε ήταν να με πιάσει απ’ το χέρι και να με συνοδεύσει μέχρι έξω. Όλοι είχαν μπει στα δικά τους αυτοκίνητα κι εμείς μπήκαμε στου Παναγιώτη. Καθίσαμε πίσω οι τρεις μας, ο αδερφός μου, ο Στράτος κι εγώ. Κι εγώ στην άκρη. Δεν ξέρω αν ήταν σχέδιο του Στράτου. Αλλά μπαίνοντας ανάμεσα σε μένα και τον αδερφό μου αμέσως με απομόνωνε. Κι έτσι όπως ήμασταν στριμωγμένοι εκεί πίσω αναγκαστικά με είχε αγκαλιά για να καθόμαστε πιο άνετα. Αν ήταν όντως σχέδιο του, μου άρεσε πολύ. Απολάμβανα που σε όλη την διαδρομή με είχε στην αγκαλιά του. Ο Παναγιώτης κάτι πρέπει να είχε πιάσει γιατί έβλεπα στον καθρέπτη του ότι μας κοιτούσε. Ο δε Μάκης που καθόταν στην θέση του συνοδηγού, απλώς έλεγε διάφορες βλακείες για να περάσει η ώρα μέχρι να φτάσουμε στο Coco Beach που ήταν κάπου σαράντα λεπτά μακριά απ’ την πόλη!

Πόσο ήθελα η διαδρομή να κρατούσε πολύ παραπάνω. Δεν ήθελα με τίποτε να βγω απ’ την αγκαλιά του Στράτου, αλλά έπρεπε. Ήδη είχαμε φτάσει και οι περισσότεροι της παρέας μαζεύονταν σε πηγαδάκι περιμένοντας εμάς τους τελευταίους. Επιτέλους συγκεντρωθήκαμε. Ρίξαμε όλοι μια ματιά στην είσοδο του κλαμπ που είχε σχηματιστεί μια μεγάλη ουρά από πελάτες που ήθελαν να μπουν για να διασκεδάσουν! «Ωραία» σκέφτηκα! Απογοητεύτηκα πάρα πολύ με την εικόνα. «Τι ήθελα και τους ακολούθησα και δεν καθόμουν σπιτάκι μου μαζί με τον Στράτο; Θα περνούσαμε πιο καλά». Ξανασκέφτηκα. Ήμουν σίγουρη ότι για να περιμένει τόσος κόσμος έξω μάλλον πρέπει μέσα να γινόταν ο χαμός. Κι εδώ που τα λέμε δεν λέει να πηγαίνεις για διασκέδαση και να νοιώθεις σαν σαρδέλα σε κονσέρβα! Προχώρησα μπροστά μην αντέχοντας να τους ακούω να γκρινιάζουν για το αν έπρεπε να φύγουμε ή να μείνουμε. Μπήκα στην ουρά σαν πολιτισμένος κι υπομονετικός άνθρωπος μέχρι να καταλήξουν οι υπόλοιποι σε κάποια απόφαση. Ο πορτιέρης ξαφνικά βλέποντας με μου κάνει νόημα να τον πλησιάσω. Τον πλησιάζω:
- Πόσοι είστε; Με ρώτησε αμέσως.
- Εννιά. Του απαντάω.
- Περάστε! Μου λέει χαμογελώντας δείχνοντας μου ευγενικά την είσοδο που την άνοιγε ο δεύτερος πορτιέρης για να περάσουμε!
Έκανα νόημα στην παρέα μου που ακόμη δεν ήξερα τι γινόταν και τελικά έτρεξαν για να μπουν. Όλοι απόρησαν πως τελικά έγινε αυτό το θαύμα:
- Ξέρεις το πορτιέρη; Με ρώτησε ο Γιάννης.
- Όχι! Ίσως να του άρεσα! Αστειεύτηκα.
Βγάλαμε όλοι τα εισιτήρια μας και μπήκαμε στα ενδότερα του κλαμπ. Η τύχη συνέχισε εκείνη την στιγμή να είναι με το μέρος μας. Προχωρώντας στο βάθος του χώρου μια παρέα έφευγε και άφηνε ελεύθερο ένα πάσο. Ήταν για μας το τέλειο αποκούμπι για τα ποτά μας και επιπλέον είχαμε και δυο διαθέσιμα σκαμπό σε περίπτωση που θέλαμε να ξεκουραστούμε!
- Ήξερες τον πορτιέρη;
Άκουσα τον Στράτο να με ρωτά την στιγμή που ακουμπούσα στο πάσο κοιτάζοντας ολόγυρα. Κούνησα το κεφάλι μου αρνητικά γιατί ήταν αδύνατο να με ακούσει μέσα σε τόση φασαρία και με την μουσική να σου τρυπά τα τύμπανα των αυτιών σου! Παραγγείλαμε τα ποτά μας. Εγώ άφησα την αντροπαρέα να τα πουν μεταξύ τους –σχετικό αυτό μες την βαβούρα κι εγώ ακολούθησα τα κορίτσια στον χορό. Η Τέτα κι οι ξαδέρφες της έδιναν τον καλύτερο εαυτό τους στον χορό και πραγματικά το χάρηκα. Δεν σκεφτόμουν τίποτε. Διασκέδαζα πραγματικά. Παρά την αρχική απογοήτευση που τους είδα να εμφανίζονται όλοι τους στο σπίτι μου, τελικά μου άρεσε που τους ακολούθησα. Ίσως το ξεβίδωμα στον χορό να το είχα ανάγκη. Ίσως να υπήρχε αρκετή διαθέσιμη ενέργεια μέσα μου για ξόδεμα! Ίσως και πάλι να ήταν η χαρά μου που έβλεπα τον Στράτο μετά από αρκετές μέρες. Που και που έπιανα τα μάτια του να ‘ναι καρφωμένα επάνω μου κι άλλες να καπνίζει νευρικά κοιτάζοντας τριγύρω. Δεν ξέρω αν κάτι έψαχνε. Δεν ήξερα πια τι γινόταν στην ζωή του. Δεν βρεθήκαμε ποτέ για να τα πούμε κι αυτό ήταν κάτι που μάλλον κι οι δυο μας φταίγαμε που δεν το είχαμε επιδιώξει. Εκείνος στο μαγαζί και ποιος ξέρει πως περνούσε το υπόλοιπο της μέρας του κι εγώ να τρέχω συνεχώς για τις ανάγκες της δουλειάς μου. Ήθελα τόσο πολύ εκείνη την στιγμή να σηκωθεί να με αρπάξει στην αγκαλιά του και να χορέψουμε, έτσι όπως μόνο εμείς ξέραμε. Ήξερα ότι δεν υπήρχε πιθανότητα να το κάνει. Δεν έδειχνε ιδιαίτερα κεφάτος. Ή χάλασε η διάθεσή του βλέποντας κόσμο στο σπίτι μου ή κάτι άλλο συνέβαινε που δεν μπορούσα να φανταστώ. Να υπήρχε άραγε κάποια άλλη στην ζωή του; Να ξαναμπήκε στην ζωή του η Τόνια; Όχι δεν ήταν αυτό. Ήμουν σίγουρη. Κάτι θα μου έλεγε ο Γιάννης αν κάτι υπήρχε στην ζωή του. Άλλωστε δεν υπήρχε το χρονικό περιθώριο για να δημιουργήσει κάποια σχέση αφού σε λίγο καιρό θα έφευγε για το στρατιωτικό του. Χόρευα και πάντα έριχνα κλεφτές ματιές επάνω του για να μπορέσω να καταλάβω τι γινόταν στο μυαλό του.
Άφησα τα κορίτσια να συνεχίζουν τον χορό τους και αποφάσισα να καθίσω. Όταν πλησίασα το σκαμπό ο Στράτος είχε εξαφανιστεί μαζί με τον αδερφό μου. Ο Παναγιώτης, ο Μάκης κι ο Βασίλης προσπαθούσαν να φλερτάρουν με κάποιες κοπέλες που κάθονταν στο μπαρ απέναντί μας. Που και που κατάφερνα να τους ακούω να προσπαθούν να βρουν έναν τρόπο να τις πλησιάσουν. Γέλασα. Ήταν νέοι άνθρωποι που ήθελαν να ζήσουν κάθε στιγμή της ελεύθερης και ξένοιαστης ζωής τους ένα βήμα πριν τις υποχρεώσεις τους λόγω σπουδών. Συνειδητοποιούσα ότι η ζωή μου ανατρεπόταν εντελώς: όλοι θα χάνονταν. Άλλος για το στρατιωτικό του, άλλοι για τις σπουδές, άλλοι στο εξωτερικό! Δεν ήθελα στην σκέψη μου να βάλω και τις κολλητές μου που ήταν ήδη παντρεμένες και με παιδιά. Αυτές βρίσκονταν σε μόνιμες υποχρεώσεις και εγώ ήμουν απλά το ευχάριστο διάλλειμα τους στην μονότονη καθημερινότητά τους, όποτε τις επισκεπτόμουν!
Κοίταζα ολόγυρα στον κόσμο. Βασικά έψαχνα να βρω τον Στράτο. Τον ήθελα κοντά μου εκείνη την στιγμή. Που διάολο εξαφανίστηκε;
Η βραδιά ήταν υπέροχη, ήταν δροσερή και είχε πανσέληνο. Στο κέντρο του κλαμπ υπήρχε πισίνα στην οποία ολόγυρα έκαιγαν πυρσοί και η αντανάκλαση του φεγγαριού στο νερό της δημιουργούσε μια πανέμορφη εικόνα. Που και που χαλούσε αυτή η εικόνα όταν κάποιοι τολμούσαν να βουτήξουν για να δροσιστούν! Το κλαμπ έγλυφε η θάλασσα. Ήταν παραλιακό και σχεδόν μπροστά στο κύμα. Μες το σκοτάδι το μόνο που την έκανε να ξεχωρίζει ήταν οι ασημί αντανακλάσεις του φεγγαριού. Ξαφνικά όλα αυτά μου φαίνονταν τόσο απόμακρα. Πέρασε απ’ το μυαλό μου η στιγμή που είχα ζήσει στο ‘Στάντιουμ’ όταν ο Στράτος είχε χαθεί αφήνοντάς με στην πίστα να χορεύω μόνη για να μας φέρει ποτά. Πόση απογοήτευση ένοιωσα να παίρνω στην σκέψη πως με είχε εγκαταλείψει εκεί! Και να που τώρα ένοιωθα πάλι απογοήτευση που δεν ήταν εδώ κοντά μου. Με πλησίασε ο Βασίλης και με απέσπασε για λίγο απ’ τις αρνητικές μου σκέψεις ρωτώντας με για τις διακοπές μας. Δικαιολογήθηκε πως πάντα τέτοια εποχή έβγαζαν τον απολογισμό του περασμένου μήνα στο μίνι μάρκετ που διατηρούσε η μητέρα του κι επιπλέον έπρεπε να γίνει και εκκαθάριση στην αποθήκη με όσα προϊόντα είχαν λήξει κι έπρεπε να επιστραφούν. Αισθανόταν άσχημα που ενώ είχε υποσχεθεί στον Γιάννη πως θα ερχόταν, αλλά δεν γινόταν διαφορετικά.
- Θα πιες κάτι; Άκουσα ξαφνικά στο αυτί μου την φωνή του Στράτου.
Πετάχτηκα γιατί ήταν κάτι εντελώς ξαφνικό. Νόμιζα πως είχε φύγει. Πως είχε βρει ταξί να επιστρέψει σπίτι του. Μα γιατί να το κάνει, απ’ την στιγμή που ήμουν εγώ το τιμώμενο πρόσωπο; Γιατί να σηκωθεί να φύγει χωρίς να με αποχαιρετήσει;
- Που χαθήκατε εσείς; Τον ρώτησα όταν είδα ότι δίπλα του στεκόταν ο αδερφός μου.
- Στον Ηλία! Βάζει μουσική εδώ! Είπε ο Γιάννης.
Ο Ηλίας δούλευε σε αυτό το κλαμπ; Ήταν ντι-τζέϊ δηλαδή; Προσπάθησα μπας και τον δω στο υπερυψωμένο πόστο του ντι-τζέϊ αλλά δεν μπορούσα να τον διακρίνω. Λες να ερχόταν εδώ; Λες να τον κάλεσαν να έρθει να μας βρει; Αχ, όχι!
- Λοιπόν τι θα πιεις; Με ξαναρώτησε ο Στράτος.
Του είπα να μου φέρει ένα κονιάκ με σόδα. Και χάθηκε μες τον κόσμο κατευθυνόμενος στο μπαρ απέναντί μας. Πως μου ήρθε να παραγγείλω κάτι τέτοιο; Αφού πάντα έπινα ουίσκι. Το κονιάκ πως μου ήρθε; Που αν τολμούσα να πιω κάτι άλλο εκτός από ουίσκι άντε να ήταν κάνα μαρτίνι!
- Ορίστε! Στην υγειά σου και να σε χαιρόμαστε!
Σε χρόνο ρεκόρ ο Στράτος είχε επιστρέψει με τα ποτά. Τον ευχαρίστησα, τσουγκρίσαμε τα ποτήρια μας για ‘με χαιρόμαστε’ και ήπιαμε κι οι δυο μεγάλες γουλιές απ’ τα ποτά μας λες και ήταν σφηνάκια. Ένοιωσα το στόμα μου να καίγεται απ’ το κονιάκ αλλά το ευχαριστήθηκα. Δεν ξέρω αλλά αυτό το κάψιμο με έκανε να αναθαρρήσω. Άφησα το ποτήρι μου στο πάσο, πήρα το ποτήρι του Στράτου απ’ τα χέρια και το άφησα κι αυτό στο πάσο και τον τράβηξα να χορέψουμε. Ξαφνιάστηκε. Και να ήθελε δεν τον έπαιρνε να διαμαρτυρηθεί. Έπρεπε να του θυμίσω ότι ήμουν η ‘οικοδέσποινα’ όπως τότε κι έπρεπε να χορεύει μαζί της! Χαμογέλασε. Ήξερε ότι το έκανα από καλή διάθεση για να τον κάνω να διασκεδάσει. Κάτι τον έτρωγε και δεν μπορούσα να καταλάβω τι ήταν αυτό. Με έπιασε απ’ την μέση και έκανε προσπάθεια να ακολουθήσει τα βήματά του. Δεν χόρευε απλά βημάτιζε μόνο και μόνο για να υποβοηθά εμένα που χόρευα. Με κοίταζε στα μάτια. Δεν ήξερα τι έπρεπε να διαβάσω στο βλέμμα του. Δεν ήξερα αν αυτό που έβλεπα ήταν τρυφερότητα ή απλά μια παράκληση να μην συνεχίσω να τον ‘βασανίζω’ άλλο με τούτο τον χορό:
- Μίλησέ μου! Του είπα καθώς καταλάβαινα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.
Συνέχισε να με κοιτά στα μάτια. Χάιδευε την πλάτη μου απαλά και μου χαμογέλασε:
- Λυπάμαι αλλά δεν έχω διάθεση για χορό. Συγγνώμη ρε Μαρινάκι.
- Συμβαίνει κάτι; Τον ρώτησα προσπαθώντας να μάθω τι ήταν αυτό που του είχε χαλάσει το κέφι.
- Είμαι χάλια. Είχα πιει νωρίτερα στο σπίτι και τώρα είμαι… άστα!
- Περίμενα να μου χάριζες αυτόν τον χορό. Γενέθλια έχω και ήθελα τόσο να χορέψουμε!
Του παραπονέθηκα. Δεν πήρα απάντηση. Παρά είχε κολλήσει το βλέμμα του στα μάτια μου κάνοντας την ράχη μου να ριγήσει. Σαν να μου έλεγε «κι εγώ το θέλω». Τύλιξε τα χέρια του γύρω απ’ την μέση μου και προσπάθησε να μου κάνει το χατίρι. Ένοιωθα την ανάσα του βαριά και καυτή στον λαιμό μου, αλλά δεν ήταν από επιθυμία και πάθος, αλλά από άνθρωπο που εκείνη την στιγμή υπέφερε από κάτι:
- Μαρίνα το στομάχι μου με πεθαίνει. Πάω να καθίσω.
Τον κοίταξα και άφησα τα χέρια μου που είχαν δέσει τον λαιμό του. Είχε χάσει το χρώμα του και δεν μπορούσα να εξηγήσω τι στο καλό γινόταν. Τον ακολούθησα προκειμένου να τον βοηθήσω. Έκατσε στο σκαμπό δίπλα στον Γιάννη και έπιασε το ποτό του. Ποτό στα χάλια που είναι;
- Πως είσαι; Τον ρώτησα και στάθηκα δίπλα του.
- Σκατά είμαι. Το στομάχι μου…
- Τότε να φύγουμε! Πρότεινα.
Δεν είχα σκοπό να ξεσηκώσω όλη την παρέα αλλά θα ζητούσα από κάποιον υπάλληλο του κλαμπ στην είσοδο να καλέσει ταξί για μας.
- Δεν είμαι τόσο χάλια για να ξεσηκωθούμε όλοι. Άλλωστε αν δω ότι χειροτερεύω θα πάρω ταξί και θα φύγω. Είπε σαν να ήθελε να προλάβει την σκέψη μου.
Πήρα το ποτό του απ’ το χέρι του και το απομάκρυνα από κοντά του. Πως ήταν δυνατόν να τον πονά το στομάχι και να πίνει; Χάθηκα για λίγο και πήγα στο μπαρ και του έφερα να πιει λίγο νερό. Όσο κατέβαζε μερικές γουλιές εγώ του κρατούσα το ελεύθερο χέρι του για να του δώσω δύναμη. Ο δε αδερφός μου είχε απομακρυνθεί για να μιλήσει στους υπόλοιπους της παρέας.

Αυτή την φορά κάθισα εγώ στην μέση στο αυτοκίνητο αφήνοντας τον Στράτο προς την πόρτα ώστε με το που θα φθάναμε σπίτι του να κατέβει αμέσως. Τον έβαλα στην αγκαλιά μου χαϊδεύοντας τον στην πλάτη. Ήθελα να του δείξω ότι ήμουν δίπλα του. Είχε ρίξει όλο το βάρος του επάνω μου κι ένοιωθα ότι είχε ανάγκη αυτή την αγκαλιά. Δεν ξέρω τι είχε συμβεί πολύ νωρίτερα πριν έρθει σπίτι μου. Αλλά πώς να εξηγήσω το ότι ήδη είχε έρθει πιωμένος και με χάλια διάθεση; Ίσως να ένοιωθε την ανάγκη να μιλήσει μαζί μου. Ίσως κάτι τον βάρυνε και θεωρούσε ότι η παρουσία μου θα τον βοηθούσε.
Και τι σύμπτωση! Συνέβαινε αυτή την στιγμή ότι είχε συμβεί σε μένα στις διακοπές μας όταν το στομάχι μου διαολιζόταν από εκείνο το κοκτέιλ που με είχε κεράσει και οι σκέψεις μου ήταν τόσο μπερδεμένες και με κρατούσε αγκαλιά για να με βοηθήσει. Και που φιληθήκαμε αλλά μας διέκοψε ο αδερφός μου. Και να που σχεδόν το ίδιο συνέβαινε με αρκετές παραλλαγές όμως. Δεν ήμασταν οι δυο μας αλλά με παρέα. Τον είχα αγκαλιά και τον χάιδευα. Είχα χώσει το χέρι μου κάτω απ’ το πουκάμισό του και χάιδευα με τα νύχια μου την πλάτη του όπως του άρεσε και τον ηρεμούσε. Κι αυτή την στιγμή έδειχνε ήρεμος. Και δεν μιλούσε. Και δεν μιλούσα κι εγώ. Τι να πω με την παρουσία και των άλλων; Αρκεί που είχε πέσει σχεδόν όλος επάνω μου και τον χάιδευα. Είχε παραδοθεί στο χάδι μου.
Όση ώρα κράτησε η διαδρομή της επιστροφής δεν είχε κουνηθεί από κοντά μου. Μου άρεσε που προσπαθούσα να του δώσω δύναμη να αντέξει τον στομαχόπονο που τον είχε σχεδόν διπλώσει στα δύο για αρκετές στιγμές. Ο Παναγιώτης σταμάτησε το αυτοκίνητο του μπροστά στην είσοδο του σπιτιού του Στράτου. Τράβηξα το χέρι μου κι έστρωσα το πουκάμισό του για να κατέβει.
- Θες να έρθω μαζί σου; Χρειάζεσαι κάποια βοήθεια; Τον ρώτησα.
- Όχι θα τα καταφέρω. Μην στενοχωριέσαι. Στο σπίτι μου είμαι άλλωστε.
Δεν πρόλαβα να του απαντήσω και να του πω ότι δεν σήκωνα αντιρρήσεις και σχεδόν με αποστόμωσε φιλώντας με απαλά στα χείλη. Τα μαλλιά μου εμπόδισαν τον καθένα απ’ τους υπόλοιπους να δουν το φιλί του. Χάιδεψα τρυφερά το μάγουλό του ζητώντας του να τηλεφωνήσει σε περίπτωση που χρειαζόταν την οποιαδήποτε βοήθεια. «Εντάξει» μου είπε και ζήτησε συγγνώμη που μου χάλασε την βραδιά.
- Θα τηλεφωνηθούμε! Μου είπε βγάζοντας ένα ‘αχ’ ξαφνικό απ’ τον στομαχόπονο κι απομακρύνθηκε ανεβαίνοντας στα τρία σκαλιά της εισόδου του σπιτιού του.
Ο Παναγιώτης έβαλε μπρος το αυτοκίνητο του όταν ο Στράτος είχε πια μπει στο σπίτι. Σκεφτόμουν πως ήταν μεγάλη απερισκεψία να τον αφήσω μόνο κι αβοήθητο. Εκείνος είχε σταθεί κοντά μου κι εγώ δεν μπορούσα να κάνω το ίδιο, γαμώ τις τυπικότητες για τους τρίτους! Αν πάθαινε κάτι στην διάρκεια της βραδιάς; «Θεέ μου βοήθησέ τον» είπα. Ένοιωσα τύψεις. Ήθελα να πάω να τον βρω να δω αν είναι καλά. Αλλά και πάλι δεν μπορούσα. Τι θα έλεγα στην αδερφή του; Θα με έβλεπε ξαφνικά μες το άγριο ξημέρωμα να χτυπάω το κουδούνι του σπιτιού τους δηλώνοντας την ανησυχία μου για τον αδερφό της και τι θα σκεφτόταν; Από πού κι ως που εγώ, θα εμφανιζόμουν εκεί; Με τι δικαίωμα;
Γιατί η ζωή να παίζει τόσο περίεργα με μας τους δύο και να μην μας αφήνει να την ζήσουμε χωρίς εμπόδια;


Δεν υπάρχουν σχόλια :