Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2007

8. Η καληνύχτα της Κλαίρης


- Και πιστεύεις ότι αυτή την φορά θα δεχθεί! Άκουσα την φωνή του Γιάννη.
Ήταν απογευματάκι κι είχα ξυπνήσει εδώ και ώρα, είχα φτιάξει έναν ψευτοκαφέ και είχα απλωθεί στις καρέκλες της αυλής κάτω απ’ την συκιά. Χουζουρεύοντας! Ήμουν πολύ μα πάρα πολύ κουρασμένη να πήγαινα για το απογευματινό μου μπάνιο. Οι δε Γιάννης και Στράτος είχαν ξεπορτίσει νωρίτερα για τον καθιερωμένο τους καφέ στο κάμπινγκ. Κι είχαν ανοίξει κουβέντα για το γνωστό θέμα:
- Να δεις που απόψε θα ‘ρθεί! Απάντησε με σιγουριά ο Στράτος καθώς έμπαιναν στην αυλή.
Πέταξαν στο τραπέζι τα περιοδικά που είχαν προμηθευτεί και κάθισαν. Το πρακτορείο διανομής τύπου θα έπρεπε να αισθάνεται περήφανο με τόσο καλούς πελάτες! Κοίταξα τον Στράτο που επιπλέον πέταξε και τα τσιγάρα του στο τραπέζι αφού πρώτα άναψε ένα. Φύσηξε τον καπνό κι αμέσως έριξε το βλέμμα του επάνω μου. Θα πρέπει κι οι καπνοβιομηχανίες να ‘ταν ευχαριστημένες με έναν τέτοιο θεριακλή πελάτη! Προσπαθούσα να συνέλθω απ’ το χουζούρι και το βλέμμα μου κινιόταν μηχανικά: απ’ τα περιοδικά , στο άναμμα του τσιγάρου, στο πέταγμα του πακέτου των τσιγάρων, στο ρούφηγμα του καπνού και τέλος στον ίδιο τον Στράτο! Περίμενα να μου μιλήσει κάπως απότομα που φερόμουν σαν ρομπότ! Αλλά, τίποτε!
- Ο κύριος που κοιτάς έχει ελπίδες για την Κλαίρη! Μου είπε ο Γιάννης.
Άντε πάλι τα ίδια! Τι εμμονή ήταν κι αυτή με την Κλαίρη; Τι στο καλό πια; Το μέλι είχε; «Ο κύριος που κοιτάω»; Γύρισα το βλέμμα μου αμέσως στον αδερφό μου. Αναρωτιόμουν αν είχε καταλάβει ότι κάτι υπήρχε στον αέρα σε μένα και τον Στράτο.
- Και που είναι το παράξενο;
Σκέφτηκα πως έπρεπε να το παίξω λίγο ούφο. Μόνο αυτό μου έμενε για να μην καταλάβει ο Γιάννης, τίποτε. Το παραμικρό να μην καταλάβει. Να νοιώθει ότι ο αέρας έχει οξυγόνο και λίγη σκόνη απ’ την περιοχή και τίποτε άλλο. Ανάθεμα βέβαια αν κι εγώ καταλάβαινα τι είχε ο αέρας!
- Να και κάποιος που με υποστηρίζει. Αναθάρρησε ο Στράτος.
- Όλοι με μια ελπίδα ζούμε! Είπα ήρεμα.
- Δηλαδή; Ρώτησε ο αδερφός μου.
- Ελπίζουμε, μέχρι να φάμε χυλόπιτα.
Κατάλαβα ότι χάλασα την διάθεση του Στράτου, αλλά κι απ’ την άλλη παρά τις …ουφικές απαντήσεις, ήξερα τι έλεγα και στην ουσία ήταν απαντήσεις για τον ίδιο μου τον εαυτό. Μόνο που δεν το ‘χα καταλάβει εκείνη την στιγμή! Ο Στράτος με αγριοκοίταξε. Ή περίμενε να υποστηρίξω το κόλλημα του για την Κλαίρη ή τελικά είχε πιάσει το σκεπτικό μου.
- Γιατί μου πας κόντρα; Τι σου ‘χω κάνει;
Με ρώτησε. Τον κοίταξα, «με κλέβεις, κάθε μέρα κλέβεις την καρδιά μου, αυτό έχεις κάνει». Μάλλον δεν με κατάλαβε, γιατί είχε πάρει το ηλίθιο ύφος ενός πεισματάρικου παιδιού που δεν του κάνεις το χατίρι:
- Σε μένα; Τίποτε. Ίσως σου κάνει η Κλαίρη. Του είπα.
- Ναι. Καλά!
Καλάμια! Μπα σε καλό μας! Τι κόλλημα και τούτο. Μας έχει πρήξει εδώ και κάτι μερόνυχτα με την μαντάμ… Ένοιωσα θυμωμένη εκείνη την στιγμή. Ίσως γιατί ζήλευα που δεν ήμουν στην θέση της Κλαίρης. Ο Στράτος είχε κολλήσει το βλέμμα του επάνω μου την στιγμή που ξεφύλλιζα ένα χαζοπεριοδικό. Δεν μπορούσα να τον πείσω για τίποτε. Πόσο μάλλον για την περίπτωση της Κλαίρης. Μεγάλο παιδί ήταν. Το πάλευε. Κι άλλωστε δεν μπορούσα να κάνω την οποιαδήποτε πρόβλεψη. Κληρονομικό χάρισμα δεν είχα! Όμως προσπαθούσα να μπω λίγο στην θέση της Κλαίρης, μόνο και μόνο για να αποδείξω στον Στράτο πως δεν είχε νόημα όλη αυτή η απεγνωσμένη προσπάθεια κατάκτησης μιας γυναίκας που αδιαφορεί πλήρως για την παρουσία του. Ο Στράτος ενοχλήθηκε με όσα του έλεγα. Έδειχνε σαν μικρό παιδί που του λες «μη κακό αυτό»!
- Αφού βλέπεις ότι χαλάς τον χρόνο σου γι’ αυτή. Αδιαφορεί κι εσύ εκεί. Πείσμα. Όσο εσύ ασχολείσαι μαζί της, άλλο τόσο αυτή αδιαφορεί. Αλήθεια σκέφτηκες ότι μπορεί να υπάρχει κάποιος στην ζωή της; Ή έστω ότι μπορεί να την ενδιαφέρει κάποιος άλλος; Ή ότι ακόμη μπορεί να κρατά απόσταση λόγω της δουλειάς της; Να μην επιτρέπει στον εαυτό της πολλά πάρε δώσε με τους επισκέπτες για να μην χάσει την δουλειά της; Τόσο δύσκολο είναι να το καταλάβεις; Του είπα.
- Καλά.
Δεν του άρεσαν καθόλου αυτά που άκουσε. Ίσως πίστεψε πως θα του έδινα κάποιες φιλικές συμβουλές ώστε να πείσει την Κλαίρη. Και γιατί να το κάνω άλλωστε; Όλα ήταν εφήμερα. Σε μερικές μέρες θα φεύγαμε. Θα μπορούσε να επιδιώξει με άνεση την συνέχεια της γνωριμίας μαζί της αν έστω τελικά εκείνη άλλαζε διάθεση; Δεν γίνεται να σκέφτεται κανείς τόσο μακροπρόθεσμα. Κι εμένα με γοήτευε ο Βασίλης, αλλά μέχρις εκεί! Ποιος ξέρει τι είχε αφήσει πίσω να τον περιμένει; Ποιος ξέρει επίσης τι είχε αφήσει πίσω της η Κλαίρη να την περιμένει. Και ποιος ξέρει πως θα ήμασταν κι εμείς μεταξύ μας επιστρέφοντας! Ήταν τόσο απογοητευμένος. Φαινόταν στο πρόσωπο του. Δεν ξέρω, νοιώθω ότι όσο έπαιζε μαζί μου περίμενε να υποστηρίξω την οποιαδήποτε απόφασή του. Τον κοίταξα και έβγαλα έναν στεναγμό: «άρα παίζεις μαζί μου τελικά κι εσύ;». Δεν είχα απάντηση να δώσω στην απορία μου. Κι ούτε που η ματιά του έλεγε να πέσει επάνω μου για να καταλάβω τι γινόταν μέσα του. Να πάρω μια επιβεβαίωση. Κάτι τέλος πάντων. Κάτι μου έλεγε ότι η παρουσία μου δεν ήταν επιθυμητή εκεί. Τον άφησα να ατενίζει το άγνωστο με ένα τσιγάρο στο χέρι. Πήρα το βιβλίο μου και προτίμησα να τον απαλλάξω απ’ την παρουσία μου. Αφού ήθελε να φάει χυλόπιτα, εγώ δεν είχα καμία αντίρρηση. Κι ας με ενοχλούσε η επιρροή που θα είχε αυτό επάνω του.

Το βραδάκι τραβήξαμε κατά το κάμπινγκ. Απόψε θα το διασκέδαζα. Δεν ξέρω είχα μιαν καλή διάθεση και ήθελα να περάσω καλά. Θα φρόντιζα τουλάχιστον να μην τους χαλάσω το κέφι και την βραδιά γενικότερα. Το πόσο αναπάντεχος θα ήταν ο ερχομός της Κλαίρης στην παρέα μας ήταν άγνωστο. Κι ούτε ο Βασίλης μπορούσε να πει πολλά – πολλά για αυτήν. Οι επαφές τους ήταν πολύ τυπικές’ περιορίζονταν μόνο στο ‘καλημέρα – καλησπέρα’. Ο Στράτος πάντως ήταν αποφασισμένος να δώσει τον καλύτερο εαυτό του και να την κάνει να αισθανθεί πως δεν είναι παρείσακτη κι ότι το ενδιαφέρον του προς αυτήν δεν αποσκοπεί σε κάτι… Ναι καλά! Ο Στράτος δεν συνήθιζε τις παρέες του σε τέτοιες εκπλήξεις. Γνωριμία κοπέλας και να μην αποσκοπεί στο γνωστό… ήταν λίγο παράξενο. Μάλλον κάτι που έδειχνε επιστημονικής φαντασίας! Κι απ’ την άλλη πάλι, μπορεί να ήταν όντως έτσι. Τον Στράτο τον γοήτευε το συνεχές ‘καλά, θα δούμε’ που του απαντούσε κι αυτό τον κρατούσε σε εγρήγορση. Κι ίσως προκειμένου να μας αποδείξει πόσο δίκιο είχε να επιμένει θα έβαζε τον καλύτερο εαυτό του, για να φανεί στα μάτια μας κάπως!
Είχαμε κάτσει στην μπάρα και ως συνήθως ο Στράτος είχε μείνει στην ρεσεψιόν να μιλήσει μαζί της. Αναρωτιόμουν γιατί χαραμιζόταν έτσι. Γιατί της χάριζε τόσο χρόνο; Δηλαδή για να’ χεις κάποιον κοντά σου πρέπει να τον έχεις στο φτύσιμο; Δεν καταλαβαίνω τι είδους λογική ήταν αυτή.
- Κανονίστηκε. Θα ‘ρθει τελικά! Μας είπε ο Στράτος μόλις κατέφθασε.
Άφησε τα τσιγάρα και τον αναπτήρα στην μπάρα κι έκατσε δίπλα μου. Στο πρόσωπό του διαγραφόταν η ικανοποίηση του. Ήταν σαν να επιβράβευε τον εαυτό του για την νίκη του κατατροπώνοντας τις δικές μου αμφιβολίες. Έτσι νόμιζε! Δεν υπολόγιζε την περίπτωση αυτή η νίκη να ‘ναι πρόσκαιρη κι ότι το κάστρο μπορεί να χτυπήθηκε μεν, δεν κατατροπώθηκε δε! Ήταν θέμα στρατηγικής! Και δεν ξέρω κατά πόσο η στρατηγική του ήταν ικανή να κρατήσει την νίκη δική του! Με κοίταζε συνέχεια με εκείνο το βλέμμα του νικητή, αλλά το θεώρησα τόσο επιτηδευμένο που δεν ασχολήθηκα. Μέσα μου χαμογελούσα γιατί σχεδόν ήξερα την κατάληξη… άσχετα ότι στο πολύ βάθος με τρόμαζε η σκέψη πως τελικά τα κατάφερνε μαζί της. Είχα αφήσει το βλέμμα μου επάνω στον Βασίλη που ετοιμαζόταν να αναλάβει το πόστο του και πάντα ότι έκανε το έκανε χαμογελώντας μου. Αυτό που με ενοχλούσε ήταν ότι ήμουν στην μέση των συνοδών μου κι αναγκαστικά άκουγα τα ηλίθια σχόλια του Στράτου στην κουβέντα που έκανε με τον αδερφό μου, για την Κλαίρη. ‘Ντάξει κι άλλοι ερωτεύτηκαν έτσι δεν έκαναν! Χαζό παιδί χαρά γεμάτο! Δεν ξέρω πάντως η εικόνα του εκεί μπροστά στην ρεσεψιόν με το παρακαλετό υφάκι, δεν ήταν κι η καλύτερη! Και ίσως η κοπέλα βαρέθηκε να τον βλέπει εκεί συνεχώς και δέχθηκε την επίμονη πρόταση του για εκείνο το ποτό, προκειμένου να τον ξεφορτωθεί. Σταύρωσα τα πόδια μου και γύρισα προς το μέρος του και τα ακούμπησα δήθεν τυχαία στα δικά του και κατέβασα μονορούφι το ουίσκι που είχα παραγγείλει λίγο πριν.
- Τι έγινε μωράκι; Με ρώτησε όλο κέφι και νάζι.
- Τίποτε δεν έγινε! Του έριξα την μπηχτή κι ανάθεμα αν την κατάλαβε.
- Σε βλέπω λίγο κακόκεφη ή είναι ιδέα μου;
- Το δεύτερο. Του είπα και καρφίτσωσα στο πρόσωπο μου ένα χαμόγελο.
Στρίμωξα τα πόδια μου περισσότερο στα δικά του σαν να μην είχε χώρο κοτζάμ άδεια σχεδόν μπάρα! Με κοίταξε για λίγο μάλλον ενοχλημένος και κατέβασε το βλέμμα του στο κουτί με τα τσιγάρα του. Αισθανόταν άβολα. Πολύ άβολα. Έτσι έπρεπε όμως! Να καταλάβει πόσο άβολα αισθανόμουν εγώ κάθε φορά που με άγγιζε και κάθε φορά που μιλούσε για την Κλαίρη. Πήρα τα πόδια μου από κοντά του και κάθισα κανονικά στο σκαμπό μου. Κοίταζα και πάλι τον Βασίλη που έκανε κι έλεγε ότι χαζομάρα του περνούσε απ’ το μυαλό για να με κάνει να γελάσω. Συμμετείχα όσο μπορούσα παρά το κολλημένο μυαλό μου εκείνη την στιγμή στον Στράτο. Κάτι γινόταν μέσα μου και κάθε φορά που τον σκεφτόμουν ένοιωθα ένα μικρό τσίμπημα στην καρδιά. Δεν ήθελα να δώσω περαιτέρω εξήγηση σε αυτό το περίεργο συναίσθημα. Με τρόμαζε. Θα ήταν λάθος. Γιατί δεν μπορεί να συνέβαινε κάτι περισσότερο μέσα μου. Όχι-όχι! Δεν μπορεί. Ήταν ζήλεια. Ναι. Αυτό που ένοιωθα ήταν ζήλια. Τίποτε άλλο. Δεν μπορεί να ήταν κάτι άλλο. Δεν θα έπρεπε να ήταν κάτι άλλο, αν και τελικά το ήθελα. Ο Βασίλης με έβλεπε αμίλητη στο κέντρο της παρέας μου να κοιτάζω τριγύρω τον κόσμο που κατέφθανε για ένα ποτό. Για να μου αποσπά την προσοχή ή θα έκανε θόρυβο με κάποιο μπουκάλι που τακτοποιούσε στο ράφι του κέντρου ή θα χτυπούσε ρυθμικά τα ποτήρια ή θα τραγουδούσε ή θα χόρευε. Δεν μπορούσα να μην γελάσω. Διασκέδαζε που ήμουν νηφάλια και καλοδιάθετη σε αντίθεση με το περασμένο βράδυ. Κι όταν ο Στράτος πήγε κι έκατσε για λίγο δίπλα στον αδερφό μου, ο Βασίλης βρήκε την ευκαιρία να με πλησιάσει:
- Όλα καλά; Ρώτησε υπονομευτικά για να μην ακούσουν οι συνοδοί μου.
- Όλα καλά! Απάντησα απορημένη.
Κάτι δεν πίστεψε και με κοίταξε με έντονο βλέμμα σαν να μου έλεγε «λες ψέματα, δεν με ξεγελάς». Δεν καταλάβαινα που το πήγαινε:
- Τρέχει κάτι; Με ξαναρώτησε καρφώνοντας τη ματιά του στα μάτια μου.
- Σαν τι να τρέχει; Κάτι μου λέει πως με είχε διαβάσει.
- Με τον Στράτο…
- Τι να τρέχει δηλαδή; Δεν μπορούσα να καταλάβω που το πήγαινε.
- Βλέπω κάποιο ενδιαφέρον μεταξύ σας.
- Αυτή την εντύπωση έχω δώσει; Κοίτα να δεις πως μπορείς να παρεξηγηθείς! Δεν συμβαίνει τίποτε μεταξύ μας. Φιλαράκια είμαστε. Και σαν φιλαράκια είχαμε μια διαφωνία για κάτι που κουβεντιάζαμε και στο σπίτι.
Η απάντησή μου δεν ικανοποίησε τον Βασίλη. Συνέχισε να με κοιτά στα μάτια για να βεβαιωθεί ότι έλεγα αλήθεια. Δηλαδή το πρόσωπο μου φώναζε ‘Στράτο’; Δεν καταλάβαινα. Πως έβγαλε το συμπέρασμα ότι κάτι συνέβαινε ανάμεσα σε μένα και τον Στράτο; Από πού κι ως που; Δεν με άφησε να σκεφτώ παραπάνω και αμέσως άλλαξε θέμα συζήτησης. Ίσως επειδή ο Στράτος είχε προσέξει πως μιλούσαμε ψιθυριστά με τον Βασίλη και προσπαθούσε να διαβάσει τα χείλη μας. Ρωτούσε να μάθει για μένα. Αν εργαζόμουν για παράδειγμα. Που εργαζόμουν; Εντυπωσιάστηκε όταν του απάντησα «σε ραδιόφωνο». Και φυσικά ο επόμενος χείμαρρος ερωτήσεων είχε να κάνει με την φύση της δουλειάς μου. Τι περίεργο! Μιλούσαμε για το ραδιόφωνο και δεν με ενοχλούσε πια τόσο πολύ η σκέψη του Γιώργου. Σε περισσότερες από τις ερωτήσεις δεν προλάβαινα να ανταποκριθώ και πεταγόταν ο Στράτος, ο οποίος ξανάρθε κι έκατσε δίπλα μου κολλώντας το πόδι του στο δικό μου! Ενοχλήθηκα και τράβηξα το σκαμπό μου λίγο πιο κει για να υπάρχει μια άνεση χώρου. Ο Στράτος επέμεινε και έκανε το ίδιο, επιμένοντας να έχει το πόδι του κολλημένο σε μένα. Τον κοίταξα κατάματα για να του δώσω να καταλάβει ότι αυτό που έκανε με ενοχλούσε πάρα πολύ και δεν αισθανόμουν άνετα.
- Έτσι δεν είναι; Με ξάφνιασε όταν ολοκλήρωσε στον Βασίλη κάτι για τις εκπομπές μου!
- Τι πράγμα; Επέμεινα να τον κοιτάζω, που κι εκείνος επέμεινε να το παίζει αναίσθητος.
- Ότι όποια ώρα και να βάλουν την εκπομπή σου έχεις πάντα την ίδια υψηλή ακροαματικότητα.
- Α! Ναι – ναι! Απάντησα βιαστικά και από αντίδραση του τσίμπησα δυνατά το πόδι του.
Ένοιωσα λες και δεν άκουγα τίποτε. Μα δεν άκουγα τίποτε. Ήμουν θυμωμένη μαζί του απίστευτα εκείνη την στιγμή. Ξέχασε για λίγο την Κλαίρη και έπαιζε μαζί μου. Αυτό ήταν που με ενοχλούσε και με έβγαζε απ’ τα ρούχα μου. Ο Βασίλης μου χαμογέλασε ικανοποιημένος. Μου έκλεισε το μάτι και πήγε να βάλει ποτά σε μια παρέα. Τον κοίταζα αποσβολωμένη κι αναρωτιόμουν τι είχε γίνει μόλις τώρα. Ένοιωσα τα μάγουλα μου να καίνε. Ντράπηκα. Ο Βασίλης βεβαιώθηκε για κάτι που εγώ δεν ήμουν σίγουρη. Γιατί όμως; Τι ήταν αυτό που τον έκανε να ικανοποιηθεί; Δεν ειπώθηκε κάτι άλλο πέραν απ’ το θέμα της δουλειάς μου. Ο Στράτος δεν έδειξε να πονά απ’ την τσιμπιά μου, ίσα-ίσα που τον ικανοποίησε κι αυτόν! Τι γινόταν ρε γαμώτο τούτη δω την στιγμή; Έριξα μια δυνατή σφαλιάρα στο πόδι του Στράτου και στράφηκα στον αδερφό μου ο οποίος είχε πιάσει μιαν εξ αποστάσεως κουβέντα με τον Βασίλη με το τι έκανε πέρα απ’ την δουλειά του μπάρ-μαν. Έμαθα ότι σπούδαζε ‘διοίκηση επιχειρήσεων και μάρκετινγκ’ σε ιδιωτική σχολή, ότι είχε κι άλλον αδερφό μικρότερο κι ότι καταγόταν απ’ την Κεφαλονιά. Εργαζόταν στο κάμπινγκ έπειτα από πρόταση που τους έκαναν στην σχολή για να συνδυάσουν και τις διακοπές τους μαζί. Του άρεσε κι έτσι τα χρήματα που κέρδιζε απ’ την δουλειά αυτή τα κατέθετε για τα μελλοντικά του σχέδια κι ότι διασκέδαζε πολύ που βρισκόταν στο συγκεκριμένο κάμπινγκ που αν ήταν άλλο μάλλον θα σκεφτόταν το αν εργαζόταν σε κάμπινγκ.
- Μ’ αρέσει ο Βασίλης! Είπα στον αδερφό μου όταν απομακρύνθηκε ο Στράτος να αγοράσει τσιγάρα.
- Ανάσταση! Με ξάφνιασε ο αδερφός μου και πετάχτηκα.
- Ορίστε;
- Επιτέλους ξύπνησες! Ο άνθρωπος νοιάζεται για σένα και κάθε φορά που μας βλέπει μόνους μας ρωτάει συνεχώς, το πάει «που είναι η Μαρίνα;» και «που είναι η Μαρίνα;».
- Ο Βασίλης; Απόρησα για το αν μιλάμε για τον ίδιο Βασίλη τον εδώ.
- Ναι! Βλέπεις κάναν άλλον;
- Ναι, ε;
Άρχισα τώρα να καταλαβαίνω γιατί μου έκανε όλες εκείνες τις ερωτήσεις για το αν τρέχει κάτι με μένα και τον Στράτο. Ήθελε να βεβαιωθεί. Ίσως σκεφτόταν να κάνει ένα πρώτο βήμα προς τα μένα. Ίσως και πάλι όχι πια, γιατί πήρε την επιβεβαίωση μάλλον λίγο νωρίτερα. Κι ο Στράτος τώρα που ήταν εξαφανισμένος; Κι άρχισα να κοιτάω ολόγυρα!
- Στα ηλεκτρονικά είναι αν ψάχνεις τον Στράτο. Με ξάφνιασε ο αδερφός μου.
Εκεί ήταν όντως. Έπαιζε πάνω σε ένα μηχάνημα και κρεμόταν απ’ τα χείλη του ένα τσιγάρο. Έπαιζε με νεύρο. Αναρωτιόμουν αν ενοχλήθηκε που είπα στον Γιάννη ότι μου άρεσε ο Βασίλης. Ήμουν σίγουρη ότι το άκουσε αυτό καθώς πήγαινε στο περίπτερο για τα τσιγάρα του. Πως μπορούσα όμως να το βεβαιώσω αυτό;
- Νόμιζα πως είχε πάει στην Κλαίρη πάλι!
- Παίρνει δυνάμεις για την μεγάλη στιγμή.
Για την μεγάλη στιγμή ή είναι ένα ξέσπασμα; Τελείωσα και το δεύτερο ποτό μου και προς στιγμήν ένοιωσα ζάλη. Δεν ήθελα να γίνω όπως χθες. Ο Στράτος μας πλησίασε και πάλι κι εκείνη την στιγμή σηκώθηκα εγώ απ’ το σκαμπό μου. Ήταν η σειρά μου να απομακρυνθώ λίγο για να πάρω αέρα και να μου φύγει η ζάλη.
- Πάω να περπατήσω λίγο να μου φύγει η ζάλη.
Είπα στον Γιάννη κι απομακρύνθηκα χαμογελώντας πρώτα στον Στράτο που κοιτούσε τα χείλη μου και μετά τον Βασίλη.

Το κάμπινγκ απλωνόταν σε μια πευκόφυτη δασική απόσταση. Ακολούθησα το δρομάκι που είχαν ανοίξει σε αυτή την απόσταση για να εξυπηρετεί την όλη την λειτουργία της επιχείρησης. Το νυχτερινό αεράκι χτύπησε το πρόσωπό μου και ένοιωσα το οξυγόνο να μου ανοίγει τα πνευμόνια και το μυαλό. Ο ουρανός ήταν ξάστερος κι όσο βημάτιζα αργά η ζάλη μου αποχωρούσε. Μου άρεσε ο περίπατος αυτή την στιγμή εδώ μέσα. Με εξέπληττε ο χώρος. Ήταν τόσο σωστά κατανεμημένος ώστε ο κάθε πελάτης να ‘χει το δικό του τετράγωνο για να βάλει το τροχόσπιτο ή την σκηνή, το οποίο χωριζόταν με μικρές πρασιές δημιουργώντας έτσι μια εικονική αυλίτσα! Οι περισσότερες σκηνές ή τα τροχόσπιτα ήταν ‘πλάτη με πλάτη’ κι έτσι η ‘αυλίτσα’ άφηνε χώρο για τα τραπέζια και τα καθίσματα της οικογένειας ή της παρέας που έκαναν διακοπές! Δεν ήταν τυχαία τα σχόλια που άκουγα να λένε στον Βασίλη καινούριοι πελάτες και να υπόσχονται πως οπωσδήποτε θα ξανάρχονταν και την επόμενη χρονιά! Ήταν αυτό που ήθελα να διαπιστώσω με τούτο τον περίπατο. Εμείς ήμασταν απλοί επισκέπτες και το πώς ήταν η διαμονή εδώ ήταν από όσα ακούγαμε ολόγυρα!
Η ησυχία επικρατούσε παντού. Με εξαίρεση το τραγούδι των τζιτζικιών ψηλά στα πεύκα και των γρύλλων που κρύβονταν κάτω απ’ τις πέτρες ή τις πρασιές. Που και που ακουγόταν και κάνας ψίθυρος από τις παρέες που κάθονταν έξω κι απολάμβαναν την βραδιά και καμιά φορά το θρόισμα απ’ τα κλαδιά των δέντρων όταν κάποιο νυχτοπούλι ήθελε να αλλάξει μεριά! Ένοιωσα μια μικρή αγαλλίαση μέσα μου. Ήταν λες κι εκείνη την στιγμή είχα αδειάσει από όλα όσα είχα στο μυαλό τις τελευταίες μέρες. Ζήλεψα μεν την εικόνα των ζευγαριών που κάθονταν αγκαλιά κι απολάμβαναν μια τέτοια βραδιά, αλλά δεν με πόνεσε. Ένοιωθα περιέργως ελεύθερη. Λες και έφυγε ένα βάρος απ’ την πλάτη μου που με κούραζε και με ταλαιπωρούσε. Ήταν τόσο όμορφη αυτή η μεριά του κάμπινγκ. Και σκοτεινή και όμορφη. Περίεργος συνδυασμός. Επικίνδυνος αλλά γοητευτικά επικίνδυνος συνδυασμός. Ήταν η γοητεία της νύχτας και τα καμώματά της να σκέφτεσαι και λίγο αθώα και λίγο πονηρά!
Είχα βάλει τα χέρια στις τσέπες του παντελονιού και βάδιζα αργά. Η μουσική απ’ το μπαρ δεν ακουγόταν πάρα πολύ. Δεν ξέρω αν είχα απομακρυνθεί αρκετά ή είχαν μειώσει την ένταση της μουσικής. Γύρισα πίσω μου. Δεν ξέρω πως μου ήρθε. Ήθελα να με βρει ο Στράτος. Η παρουσία του περιέργως λειτουργούσε καταλυτικά. Δεν με ακολουθούσε όμως. Έκλεισα τα μάτια μου κι αισθανόμουν τα χείλη του επάνω στα δικά μου όπως χθες βράδυ. Ήθελα να το ξαναγευτώ αυτό το φιλί. Η επιθυμία μου δεν εισακούστηκε από κανένα τζίνι για να την πραγματοποιήσει! Αναρωτιόμουν τι ήταν τελικά αυτό που είχα αντιπαθήσει σε αυτόν τόσο καιρό, ενώ δεν ήταν έτσι. Εγώ έβλεπα έναν γοητευτικό νέο άντρα, που όσο κι αν με ενοχλούσαν κάποιες του κινήσεις, στην ουσία τις θεωρούσα απαραίτητες. Συνειδητοποιούσα ότι τελικά δεν μπορούσα χωρίς αυτές. Ήταν σαν φάρμακο. Ήταν η δόση μου! Αν μια μέρα δεν με κοιτούσε στα χείλη ή δεν ακουμπούσε επάνω μου τάχα μου τυχαία, ήταν σαν κάτι να έλειπε. Μου δημιουργούσε ένα περίεργο κενό. Ίσως επειδή ποτέ άλλοτε δεν μου είχε συμβεί κάτι παρόμοιο. Ακόμη και τα εντελώς τυχαία αγγίγματα στην δουλειά με κάποιον συνάδελφο ήταν τόσο τυπικά που ένοιωθα λες και απαιτούσαν την απόσταση από εμένα. Ίσως και η ίδια να είχα δώσει την εικόνα αυτή. Ναι! Αυτό ήταν. Εγώ δεν άφηνα να γίνει έστω κι ένα φιλικό άγγιγμα. Το απέφευγα μόνο και μόνο για να μην δημιουργήσω κακή εικόνα στον Γιώργο. Η εικόνα μου! Ήθελα να δείχνω ότι κοιτάω την δουλειά μου τελικά και δούλευα ώρες αρκετές για να τον βλέπω όσο μπορώ περισσότερο. Κι αυτό με γέμιζε από ικανοποίηση. Μου άρεσε να έχω την αίσθηση πως όσο εκείνος καθόταν στο γραφείο του μου έριχνε κλεφτές ματιές να δει τι κάνω. Αν και φαντάζομαι ότι οι κλεφτές ματιές αυτές δεν ήταν τίποτε άλλο απ’ το να διαπιστώσει ότι κάνω την δουλειά μου και δεν χαζεύω. Ή πάλι να διαπιστώνει ιδίοις όμμασι ότι είμαι δουλευταρού! Άραγε επιστρέφοντας πίσω πως θα είναι τα πράγματα; Πως θα είμαι εγώ; Θα καταφέρω να ανέχομαι την παρουσία του, θα έχω την δύναμη; Οι μέρες πλησιάζουν και δεν ξέρω πως θα είμαι επιστρέφοντας στην δουλειά μου. Ένοιωσα ένα βάρος εκείνη την στιγμή στην καρδιά μου. Ανακάλυπτα ότι όσο εγώ ήμουν σε άδεια και μακριά του η σκέψη του με πονούσε λιγότερο αλλά δεν σκέφτηκα πως θα είμαι επιστρέφοντας. Θα έχω την δύναμη να τον βλέπω σαν να μην αισθανόμουν τίποτε γι’ αυτόν; Γιατί αυτός ούτως ή άλλως θα με βλέπει πάντα σαν την γνωστή του και εργαζόμενη στην εταιρεία του. Εκτός κι να είχε καταλάβει κάτι. Ήξερε τι αισθήματα έτρεφα γι’ αυτόν και προσπαθούσε να κρατήσει τις ισορροπίες, μάλλον τις αποστάσεις. Ξεκαθαρίζοντας μου ότι ήμασταν εντελώς δύο διαφορετικοί κόσμοι, που δεν συμπίπτανε πουθενά και με κανέναν τρόπο. Ίσως και δεν ξέρω σίγουρα, να φρόντιζε να μην επηρεάσει η ζωή του την επαγγελματική μας σχέση. Δεν ξέρω! Δεν ξέρω! Θα το αντιμετώπιζα επιστρέφοντας. Θα έπρεπε να βάλω τα δυνατά μου να αντέξω. Δεν είναι εύκολο από την μια στιγμή στην άλλη να πεις: οκέι, αυτός προχωρά την ζωή του και καλά κάνει, μήπως να ξεκολλήσεις και να προχωρήσεις με την δική σου ζωή; Για την ώρα τα μπόσικα της ζωής μου κρατούσε ο Στράτος. Που να το φανταζόμουν; Ούτε στον ξύπνιο μου σαν σκέψη, είχε περάσει απ’ το μυαλό μου ότι ο Στράτος θα με έκανε να χαμογελάσω μέσα μου και να αδειάσω σαν τσουβάλι όλα όσα φύλαγα μέσα μου.
Έκοψα μέσα από κάτι μικρά σταυροδρόμια και βγήκα στους χώρους για την εξυπηρέτηση των πελατών και με έκπληξη διαπίστωνα πόσες ανέσεις παρείχε το κάμπινγκ: τουαλέτες, μπάνια, πλυντήρια-στεγνωτήρια, σιδερωτήριο, μαγειρείο… και πολλά άλλα που δεν συγκράτησα απ’ την έκπληξη του πόσο άψογα οργανωμένο ήταν. Είχα χαζέψει στην κυριολεξία… Και να που παρακεί έβλεπα και τα μπάνγκαλοουζ για όσους ήθελαν να κάνουν διακοπές χωρίς σκηνή ή τροχόσπιτο! Και πιο δίπλα οι χώροι διασκέδασης: ηλεκτρονικά, πινγκ πονγκ, μπάσκετ, παιδική χαρά κλπ.. Από εδώ φαινόταν κι η μπάρα. Είχε κόσμο. Πάρα πολύ κόσμο. Με το ζόρι διέκρινα τον Γιάννη και κάποια στιγμή και το Στράτο την στιγμή που έπινε μια μεγάλη προφανώς γουλιά απ’ το ποτό του. Δεν τους έκανε ακόμη την τιμή η Κλαίρη. Ίσως να εμφανιζόταν σε λίγο. Μακάρι όχι. Δεν ήθελα να εμφανιστεί. Δεν ήθελα να παραγκωνιστώ στην άκρη για χάρη της. Όχι!
- Είσαι δικός μου!
Ψιθύρισα καθώς ακουμπούσα σε ένα πεύκο και κοιτάζοντας τον εκεί από τόσο μακριά! Τι με έπιασε τώρα; Τι είναι αυτό που ξεστόμισα; Πως μου ήρθε; Ξαφνικά ένοιωσα την καρδιά μου να χτυπά σαν τρελή. Έκλεισα το στόμα μου και με τα δυο χέρια για να μην το ξανα-ξεστομίσω. Δεν έπρεπε. Δεν ήταν έτσι. Ένα τρυφερό φιλί δεν σου δίνει το δικαίωμα να κάνεις τρελές σκέψεις Μαρίνα. Σύνελθε! Ήταν απλά μια παρόρμηση της στιγμής. Και ένα φιλί δεν επισφραγίζει πάντα μια προσέγγιση, έτσι όπως εγώ την είχα στο μυαλό. Συγκράτησα την τρελή σκέψη και μου ‘ρθε στο μυαλό το πρώτο φιλί που μοιράστηκα με κάποιον άγνωστο μου σχεδόν. Ήταν θυμάμαι μια συνάντηση γνωριμίας. Πάντα θεωρώ ότι η πρώτη συνάντηση σε μια γνωριμία έχει αναγνωριστικό σκοπό. Έτσι λοιπόν σε αυτή την πρώτη συνάντηση εκείνος δεν ήθελε να φύγω με το κλασσικό «χάρηκα για την γνωριμία». Αυτό έδειχνε ότι εσύ δεν είσαι ενθουσιασμένη κι ότι αποκλείεται να επιτευχθεί και μια νεώτερη συνάντηση. Έτσι στο παράπονό του «έτσι φεύγεις» τον φίλησα στον μάγουλο. Δεν τον ικανοποίησε γιατί ήθελε κάτι παραπάνω. Ήθελε να επισφραγίσουμε αυτή την γνωριμία με ένα φιλί στο στόμα, ούτε καν στα χείλη. Και με φίλησε. Ήταν μια δύσκολη στιγμή αυτή για μένα. Δεν με έκανε να ανατριχιάσω όπως μου ‘λεγαν οι φίλες μου. Το αντίθετο ένοιωσα αηδία. «Έτσι είναι;» αναρωτιόμουν μέχρι να φτάσω σπίτι και να απολυμάνω το στόμα μου. Πίστευα πως το φιλί έχει κάτι τρυφερό. Την επόμενη μέρα φρόντισε να με κάνει να αισθανθώ κάπως καλύτερα. Ήταν πιο άνετος, αστειευόταν και φερόταν ευγενικά. Και ξαφνικά άρχισε να μου μιλά για τα σχέδια που έκανε για μας: δεν έβλεπε την ώρα να με αγκαλιάσει και να με φιλήσει. Αναρωτιόμουν τι ήταν όλα αυτά που έλεγε. Δεν ένοιωθα ότι εκείνη την στιγμή έμπαινα στο παιχνίδι μιας σχέσης. Για μένα ήταν το πρώτο στάδιο γνωριμίας, αλλά εκείνος δεν το έβλεπε τελικά έτσι. Κι απ’ την άλλη διαπίστωσα ότι δεν τραβούσε, δεν με έλκυε η παρουσία του για να κάνω ένα βήμα παραπάνω. Και η σκέψη ότι θα με αγκάλιαζε και θα με φιλούσε με πάγωνε. Αποφάσισα πως έπρεπε να πω κι εγώ την γνώμη μου. Με οποιοδήποτε κόστος. Του εξήγησα πως ένα φιλί δεν επισφραγίζει μια σχέση με την πρώτη συνάντηση. Κι ότι εγώ δεν ήμουν εγώ όταν εκείνος με φίλησε. Πως ήταν τρελό να απαιτήσει από μένα κάτι, χωρίς να μου δώσει την ευκαιρία να του δείξω ότι το ήθελα ή όχι. Με κοίταζε αποσβολωμένος. Δεν το περίμενε. Ήταν άνθρωπος που είχε τις εμπειρίες του και ξαφνιάστηκε όταν ένα νιάνιαρο του μίλησε έτσι. Και προσγειώθηκε. Φάνηκε ότι σκεφτόταν πολλά και μου είπε ότι είχα δίκιο. Μου πρότεινε να περιοριζόμασταν στην γνωριμία μας. Να τον μάθω και να με μάθει και ό,τι τελικά προέκυπτε. Δεν προέκυψε, αλλά είναι άλλο θέμα αυτό. Κάπως έτσι φαντάζομαι ότι συνέβαινε και με τον Στράτο ο οποίος ήταν στην δική μου θέση προφανώς. Ήταν όμως; Όταν με φίλησε δεν έδειξε πως ήταν κάτι που δεν ήθελε να το κάνει. Ένοιωσα ότι το ήθελε, όπως το ήθελα κι εγώ. Και δεν ήταν κάτι που επεδίωξα να γίνει. Εκείνη την στιγμή η αγκαλιά του ήταν η παρηγοριά μου. Ήταν κάτι που το είχα ανάγκη. Όπως κάθε άνθρωπος που νοιώθει να καταρρέει. Κι ο Στράτος απλά πήγε ένα βήμα πιο πέρα. Νομίζω ότι ήθελε και το έκανε και που μου άρεσε που το έκανε. Αυτό λειτούργησε σαν ένα φάρμακο για να προσπεράσω τις επίμονες σκέψεις που με πονούσαν και να δω λίγο παραπέρα. Αλλά μέχρι εκεί. Γιατί διαφορετικά πιστεύω ότι αν νοιαζόταν όπως εγώ ήθελα, τότε δεν θα επέμενε με την Κλαίρη.
Προχώρησα λίγο πιο κάτω. Αισθανόμουν καλύτερα. Η ζάλη είχε αποχωρήσει και αργά – αργά πλησίαζα στο μπαρ. Κοντοστάθηκα και πάλι. Τους έβλεπα όλους καθαρά. Ο Βασίλης σερβίριζε ποτά. Ο Γιάννης μιλούσε στον Στράτο κι ο Στράτος κάπνιζε και κοίταζε ολόγυρα νευρικά. Κρύφτηκα στις γυναικείες τουαλέτες. Δεν ήθελα να με δει. Προσπαθούσα να εξηγήσω τον εκνευρισμό του. Η Κλαίρη μάλλον άργησε να εμφανιστεί κι ο Στράτος καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα. Ήταν όμορφος. Τον χάζευα και δεν ξέρω κι εγώ πόση ώρα. Αποφάσισα να βγω απ’ την κρυψώνα μου. Ο Στράτος ήταν ο φίλος μας, ήταν η παρέα μας και ότι έκανε το έκανε για να βοηθήσει. Μήπως τον είχα ερωτευτεί; Ένα σκίρτημα ένοιωσα στην καρδιά. Ο Βασίλης με είδε και το βλέμμα του δεν έλεγε να το πάρει από επάνω μου. Με κοιτούσε συνέχεια και χαμογελούσε. Του έκλεισα το μάτι. Το χαμόγελό του πάντα με έκανε να αισθάνομαι καλά. Όταν πια πήγα να κάτσω στο σκαμπό μου έκλεισε κι εκείνος το μάτι με τη σειρά του και με πλησίασε:
- Είσαι εντάξει; Με ρώτησε με ενδιαφέρον.
- Καλύτερα δεν γίνεται! Θα μου βάλεις το γνωστό;
- Ουίσκι; Έφτασε!
Ένας αξιοπρεπής μπάρ-μαν. Έκανε την δουλειά του και το χαιρόταν. Χωρίς πολλές επιδείξεις και νούμερα με τα μπουκάλια που έκαναν άλλοι αντιγράφοντας τον Τομ Κρουζ στο ‘Κοκτέιλ’!
- Που χάθηκες εσύ; Με ρώτησε ο Γιάννης, όταν βολεύτηκα καλά.
- Έκανα μια μικρή περιοδεία στο κάμπινγκ. Γι’ αυτό καθυστέρησα. Έχασα κάτι;
Ο Βασίλης άφησε το ποτό μου μπροστά με ένα χαμόγελο και γύρισε να βάλει κι άλλα ποτά σε άλλες παρέες. Ο Στράτος δίπλα μου, κοίταζε τον Βασίλη με μισάνοιχτα μάτια και κάπνιζε νευρικά! Εγώ ήμουν λες και δεν ήμουν εκεί δίπλα του. Τι έγινε τώρα; Τι έκανα; Τι συμπεριφορά ήταν αυτή;
- Αν έχασες λέει! Μου απάντησε ο αδερφός μου.
- Δεν ήρθε τελικά; Ρώτησα τον Στράτο.
- Πριν λίγο έφυγε.
Είπε άτονα και κατέβασε και την τελευταία γουλιά απ’ το ποτό του, αφήνοντας τα παγάκια άθικτα. Γιατί έπινε έτσι;
- Θα ξανάρθει; Επέμεινα.
- Όχι. Μου απάντησε ο Γιάννης και πάλι.
Προσπαθώ να φανταστώ την σκηνή. Αλλά δεν μπορούσα. Ήρθε κι έφυγε; Έτσι απλά;
- Όταν έκλεισε την ρεσεψιόν ήρθε κατ’ ευθείαν εδώ. Και τι του είπε;
- Τι του είπε;
- «Ήρθα τι θέλεις;» Ακούς τι ρώτησε η γυναίκα. Ο Στράτος της πρότεινε να την κεράσει κάτι κι εκείνη του πέταξε ένα «όχι» απότομα κι αυτό ήταν. Είπε εκνευρισμένα ο Γιάννης.
Δεν ήταν συμπεριφορά αυτή. Πόσο μάλλον για μια γυναίκα που θέλει να είναι τυπική. Κι από την στιγμή που κανείς άλλος απ’ την παρέα δεν της έδειξε παρά ευγένεια και μέτρο, όποτε την συναντούσαμε. Κοίταξα τον Στράτο που έμενε σκεπτικός και που είχε σταματήσει τώρα να κοιτάει ολόγυρα. Εμένα έψαχνε;
- Γι’ αυτό είσαι έτσι; Τον ρώτησα εντελώς αθώα..
- Καλιηνύχτα σας!!!
Τον άκουσα ξαφνικά και απόρησα. Τι γινόταν τώρα; Περίμενε να έρθω για να φύγει;
- Φεύγεις; Τον ρώτησα αφελέστατα.
- Όχι ρε! Έτσι μας χαιρέτησε η Κλαίρη!
Απάντησε και πάλι ο Γιάννης. Ο Στράτος προσπάθησε και πάλι να μιμηθεί το ύφος της. Κρατήθηκα να μην γελάσω. Γιατί παρά την χυλόπιτα προσπαθούσε να το διασκεδάσει. Κι εγώ αισθανόμουν ανακούφιση. Χτύπησα φιλικά την πλάτη του Στράτου:
- Φίλε μου, εγώ στα ‘πα!
Είπα περήφανα! Ήταν τελικά θέμα στρατηγικής. Κι ο Στράτος πια είχε χάσει το παιχνίδι. Η Κλαίρη επέμεινε στην ίδια στάση κι αυτό ήταν. Ο Στράτος σήκωσε τους ώμους και τα φρύδια με απορία και προσπαθούσε να καταλάβει από πού του ΄ρθε! Άραγε δεν ήταν συνηθισμένος να του λέει ‘όχι’ μια γυναίκα; Και η Κλαίρη να ήταν η πρώτη; Δυστυχώς δεν είχα την ευκαιρία να απολαύσω το μοναδικό ρεσιτάλ ερμηνείας της Κλαίρης την στιγμή που με την συμπεριφορά της του έλεγε: «άντε γαμήσου»! Τι να κάνουμε! Έτσι είναι η ζωή. Πρέπει να ξέρεις να χάνεις, όχι μόνο να κερδίζεις! Ίσως στο πρόσωπό μου να διαγραφόταν ο θρίαμβος μου κι εκείνος από αντίδραση πετάχτηκε απ’ το σκαμπό και χάθηκε. Απόρησα. Δεν θα έπρεπε να το δείξω. Ένοιωσα ένοχη που τον πίκρανα. Νόμιζα πως ήταν ένα παιχνίδι εκείνη την στιγμή, δεν φαντάστηκα ότι θα τον ενοχλούσε. Ήθελα να σηκωθώ να τρέξω ξωπίσω του. Δεν μπορούσα όμως. Ο Γιάννης! Δεν ήθελα να φανταστεί το οτιδήποτε ο Γιάννης. Συγκρατήθηκα. Ο Γιάννης δεν έδωσε σημασία. Το ‘χαν συζητήσει πριν προφτάσω να εμφανιστώ εγώ κι έτσι δεν έδειξε να ενοχλείτε απ’ την συμπεριφορά του φίλου του. Δεν πέρασε ώρα κι ο Στράτος εμφανίστηκε και πάλι. Μάλλον είχε πάει στις αντρικές τουαλέτες κι είχε ρίξει νερό στο πρόσωπο. Έσταζε νερά! Το είχε ανάγκη μάλλον για να συνέλθει:
- Είσαι εντάξει; Τον ρώτησα με ενδιαφέρον.
- «Καλιηνύχτα σας» μου είπε!
- Έτσι σου είπε; Τον ρώτησα και γέλασα έτσι όπως το έλεγε.
- «Καλιηνύχτα σας» μου ξαναείπε χαμογελώντας.
Γύρισε και με κοίταξε στα μάτια, έπειτα στα χείλη και γύρισε στον αδερφό μου ακουμπώντας το πόδι του στο δικό μου! Για πρώτη φορά δεν με ενόχλησε. Μου άρεσε κι ακούμπησα το χέρι μου στο πόδι του, σαν να τον ένοιωθα δικό μου. «Είμαι κι εγώ εδώ» έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται!


Κεφάλαιο 9

Δεν υπάρχουν σχόλια :