Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2008

60. "...η ζωή που περνά και χάνεται"


Με δοκίμαζε. Ήμουν σίγουρη. Δοκίμαζε τον εαυτό μου αν μπορούσα να αντέξω αυτή την παράσταση! Δεν έδινα αφορμή καν, ούτε το πρόσχημα για να τον κάνω να πιστέψει πως με πλήγωνε. Ήθελα τόσο πολύ να γεφυρωθεί η ίδια μας η ζωή, όμως ένοιωθα πολύ κουρασμένη κι αδύναμη να προσπαθήσω πάλι. Στο τέλος άρχισα να αναρωτιέμαι αν άξιζε να κάνω άλλη μια προσπάθεια: να παλέψω, να πιέσω, να διεκδικήσω. Κάτι μέσα μου μ’ εμπόδισε και μου έλεγε πως αν το κατάφερνα δεν θα κρατούσε για πολύ και θα τον έχανα για πάντα. Ήμασταν δύο διαφορετικοί κόσμοι τελικά που το μόνο κοινό μας ήταν ότι στηριχτήκαμε ο ένας στον άλλο, μία και μοναδική στιγμή κι έκτοτε έμαθε εκείνος να στηρίζεται σε μένα αφού ήξερε πως ήμουν κοντά του οποιαδήποτε στιγμή.
Δεν μπορούσα να φανταστώ πως μπορούσε να ανατρέψει τα πάντα. Έμαθα πως επισημοποίησε τελικά την σχέση του με την Δέσποινα. Έτσι ξαφνικά κι απρόσμενα. Στην αρχή δεν μου προκάλεσε εντύπωση αλλά μετά συνειδητοποίησα πως δεν είχε αναφέρει απολύτως τίποτε αν όχι σε μένα –μιας και δεν γινόταν να με βρει- αλλά στον αδερφό μου, έστω και από τηλεφώνου. Έμαθα πως στον αρραβώνα αυτό είχε καλέσει μόνο τους πιο καλούς του φίλους. Αν όχι εγώ, ο Γιάννης δεν ήταν καν στην λίστα αυτή των προσκαλεσμένων καλών φίλων. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί είχε κάνει αυτή την διάκριση. Αν ποτέ με προσκαλούσε το σίγουρο ήταν ότι δεν θα πήγαινα. Δεν θα μου άρεσε να αντικρίζω την εικόνα του να μοιράζεται μια όμορφη ευτυχισμένη στιγμή με μια γυναίκα που θα έβαζα τον εαυτό μου στην θέση της, για να ζήσω το δικό μου όνειρο με τον αγαπημένο μου!
Οι φωτογραφίες μας απ’ την τελευταία εκδρομή ήταν το μοναδικά στοιχεία που μου έδιναν ζωή! Γέμιζαν κενά του εαυτού μου, προσπαθώντας να δώσω την ελπίδα ότι σε κάποια στιγμή θα γευόμουν κι εγώ όμορφες στιγμές αν όχι τις ίδιες, με κάποιον άλλον. Και γνώρισα ανθρώπους, μόνο που τίποτε δεν είχαν να με κάνουν να ξεχνιέμαι. Μάλλον δεν ήμουν έτοιμη να προχωρήσω.
Δεν ξέρω πόσος καιρός είχε περάσει παλεύοντας να ισορροπήσω τα μέσα μου. Μακριά απ’ τον Στράτο πονούσα. Βρισκόμουν στην Μυτιλήνη και πάλευα να μην τον σκέφτομαι. Συχνά-πυκνά άνοιγα το κινητό μου κοιτάζοντας τον αριθμό του. Πολλές φορές πατούσα την κλήση και άλλες τόσες τις απενεργοποιούσα. Έβγαινα έκανα βόλτες μόνη μου, πήγαινα εκδρομές μόνη μου και προσπαθούσα να ζήσω χωρίς τις μνήμες απ’ το παρελθόν. Μου ήταν δύσκολο.
Ξανάνοιγα το κινητό. Ξανακοιτούσα τον αριθμό του και δεν ήθελα να νοιώθει πως του ήμουν βάρος. Ήθελα τόσο πολύ να του μιλήσω. Ήθελα τόσο πολύ να τον ακούσω. Να ανασάνω, να αναστηθώ. Και πάλι έκλεινα το κινητό ή το πετούσα κάπου στο βάθος του σάκου μου ή το κλείδωνα στο κομοδίνο για να μου δημιουργώ την ψευδαίσθηση πως δεν είχα την δυνατότητα να επικοινωνήσω μαζί του.
Τελικά δεν άντεξα. Μια μέρα πριν φύγω απ ‘την Μυτιλήνη και πάω να βρω τον αδερφό μου στην Ρόδο, του τηλεφώνησα. Ήμουν μίλια και μήνες μακριά του και δεν άντεχα άλλο να μην τον ακούσω έστω για λίγο. Στο άκουσμα της φωνής μου αναστήθηκε. Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που του έδωσε τέτοια χαρά. Κι εγώ χαιρόμουν μαζί του. Η φωνή του με δυνάμωνε και τα νέα του με έκαναν να πετάξω από χαρά. Μου εξομολογήθηκε πως η δεύτερη ευκαιρία με την Δέσποινα πήγε στράφι. Πάλεψε να κρατήσει την σχέση του μαζί της, άλλα δεν άντεξε κι έδωσε ένα οριστικό τέλος. Η πίεση της συμβίωσης και η πεζή πραγματικότητα της τον έκανε να μπει σε ένα καλούπι που δεν ήταν στα μέτρα και τα σταθμά τα δικά του. Η Δέσποινα προσπαθούσε να τον κρατά προσγειωμένο ώστε να ανέβουν εκείνο το σκαλί που οδηγεί στην εκκλησία. Η πραγματικότητά τους ήταν απλά μια συνεχή στέρηση σε πράγματα της ίδιας τους της ζωής. Όχι έξοδοι, όχι έξοδα, όχι επισκέψεις σε φίλους που ίσως έχουν κι έξοδα, όχι διασκέδαση κι ο Στράτος να παλεύει για χάρη της κάνοντας δυο δουλειές. Ήθελαν να στήσουν το δικό τους σπίτι, αλλά η πίεση ήταν μεγάλη κι υπερβολική. Και γενικά όλη τους η ζωή επηρεαζόταν από αυτές τις πιέσεις. Κι ο Στράτος αποφάσισε να φύγει μακριά της, δείχνοντας της πως διαφωνούσε να ζει έτσι. Ήθελε να χαίρεται την ζωή αλλά και να την οργανώνει με τον δικό του τρόπο κι όχι με τα ‘πρέπει’ της Δέσποινας.
- Νοιώθω ελεύθερος! Το καταλαβαίνεις;
- Σε νοιώθω γλυκέ μου!
«Μόνο που δεν μπορώ να είμαι εκεί κοντά σου να μοιραστώ την χαρά σου. Η Δέσποινα δεν μου χρωστά τίποτε σε αυτό, αλλά χαίρομαι για την δική σου χαρά αγάπη μου» σκεφτόμουν όταν τον άκουγα να μου μιλά ατελείωτα στο τηλέφωνο και να νοιώθω το κινητό μου έτοιμο να πάρει φωτιά απ’ την υπερθέρμανση της πολύωρης συζήτησής μας.
- Μαρίνα θέλω να σε δω.
- Είμαι μακριά δεν γίνεται.
- Θέλω να βγούμε να τα πιούμε.
- Μακάρι να μπορούσα να σου πω ότι πετάγομαι τώρα.
- Γιατί έφυγες και δεν είπες τίποτε;
- Ήθελα να βρω λίγο την ηρεμία μου.
- Πότε θα γυρίσεις;
- Δεν ξέρω.
- Μου λείπεις ρε γαμώτο.
- Κι εμένα ψυχή μου.
- Όποτε γυρίσεις πίσω να μου τηλεφωνήσεις την στιγμή που θα ταξιδεύεις να έρθω να σε παραλάβω.
- Θα δούμε.
Και ποτέ δεν με παρέλαβε. Ποτέ δεν γύρισα. Δεν ήμουν έτοιμη να γυρίσω. Τον αγαπούσα πάρα πολύ για να γυρίσω και να τον ακούσω να μου μιλά για την οποιαδήποτε νέα κατάκτηση έμπαινε στην ζωή του.
Είχα χαρεί πολύ εκείνο το τηλεφώνημα. Μιλούσαμε με τις ώρες και τον είχα αγαπήσει πολύ περισσότερο. Μόνο που ποτέ δεν του έδωσα την ευκαιρία να το καταλάβει. Τι σημασία είχε πια; Οι δρόμοι μας ήταν τόσο μακρινοί πια!




Κεφάλαιο 61

Δεν υπάρχουν σχόλια :