Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2007

28. Έφυγες!



That's me in the corner
That's me in the spotlight
Losing my religion
Trying to keep up with you
And I don't know if I can do it
Oh no I've said too much
I haven't said enough
I thought that I heard you laughing
I thought that I heard you sing
I think I thought I saw you try
…………….

Εγώ είμαι στην γωνία
Εγώ είμαι στο επίκεντρο
Που χάνω την πίστη μου
Προσπαθώντας να κρατηθώ μαζί σου
Και δεν ξέρω αν μπορώ να το κάνω
Ω! Όχι είπα πάρα πολλά
Δεν είπα αρκετά
Σκέφτηκα πως σε άκουσα να γελάς
Σκέφτηκα πως σε άκουσα να τραγουδάς
Νομίζω πως σκέφτηκα ότι σε είδα να προσπαθείς…

Άλλη μια εκπομπή με ένα αγαπημένο τραγούδι –αυτό των REM, ‘Loosing My Religion’- τελείωσε και νόμιζα πως βγαίνοντας απ’ το στούντιο ίσως στην άκρη του διαδρόμου να έβλεπα τον Στράτο. Τα λόγια του τραγουδιού αντικατόπτριζαν εμένα και το πώς ήμουν εκείνο το διάστημα. Ένοιωθα να εγκλωβίζομαι σε πολλά πράγματα. Απ’ την μια έκανα τεράστια υπομονή στην δουλειά, απ’ την άλλη δοκιμαζόμουν με το ατελείωτο κυνήγι του Δημήτρη και τέλος η επαφή με τον Στράτο είχε και πάλι χαθεί. Πάνω που νόμιζα ότι είχαμε βρει τις ισορροπίες μας και κάναμε αργά βήματα και σταθερά, χανόταν χωρίς ειδοποίηση και δεν ήξερα πια τι να σκεφτώ! Στο τελευταίο μου γράμμα του είχα ανοιχτεί πολύ και του μιλούσα για όλα όσα μου συνέβαιναν. Ίσως το ζήτημα με τον αδερφό μου να προείχε ξανά στο κεφάλι του και να μην ήθελε άλλο να βασανίζεται αποφεύγοντας να έχει επαφή μαζί μου. Απογοητευόμουν μέρα με την μέρα και ο Δημήτρης ήταν πάντα εκεί για να με κρατάει σε εγρήγορση η κάθε του κίνηση. Τα γράμματα του έφταναν πάντα όταν εγώ ένοιωθα να κατρακυλάω. Ήθελα τον Στράτο κοντά μου. Μου έλειπε απίστευτα. Καμιά φορά δικαιολογούσα την απουσία της επικοινωνίας του μαζί μου στο ότι ίσως είχε ασκήσεις με την μοίρα του, ότι το πρόγραμμα του ήταν βαρύ κι ότι αυτά και μόνο δεν του επέτρεπαν να σκέφτεται κάτι άλλο.
Ο Γιώργος στην δουλειά είχε αρχίσει να είναι πολύ ευγενικός μαζί μου και γενικά η συμπεριφορά του για πρώτη φορά έδειχνε ότι ενδιαφερόταν για μένα αληθινά. Δεν ήμουν πια η Μαρίνα που ήξερε πριν από πολύ καιρό. Είχα αλλάξει και το ένοιωθα. Ο Γιώργος δεν ήταν τίποτε άλλο πια για μένα παρά ένας απ’ τους προϊσταμένους που αρνιόμουν επίμονα να συνεργαστώ μαζί του που αν ήταν διαφορετικά τα πράγματα ίσως να τον ακολουθούσα πιστά περιμένοντας ένα του βλέμμα να με κάνει να ζωντανέψω. Τώρα πια, δεν είχε μείνει τίποτε από εκείνη την Μαρίνα. Όλα όσα νόμιζα ότι αισθανόμουν γι’ αυτόν ήταν τελικά πλασματικά, σύνδρομο της εφηβείας για έναν έρωτα που δεν ήταν τελικά έρωτας! Κι επειδή το κουτσομπολιό ήταν σε ημερήσια διάταξη έμαθα κι εγώ με την σειρά μου ότι ο Γιώργος τελικά είχε χωρίσει με την Βίνα. Υπήρξε μεταξύ τους ασυμφωνία οικονομικών διεκπεραιώσεων! Η Βίνα είχε μεγαλώσει σε μια οικογένεια με όλες τις ανέσεις κι ο Γιώργος δεν ήταν αυτών των προδιαγραφών ώστε να τις προσφέρει τον ουρανό με τα άστρα. Ευκατάστατος μεν, αλλά όχι για τα στάνταρντ της Βίνας. Έτσι ακούστηκε! Η δε Έφη είχε πάψει από καιρό να τον κατατρέχει. Η εικόνα της να τρέχει ξωπίσω του σε κάθε βήμα του ήταν το πρωτοσέλιδο με πηχυαίο τίτλο στο παράρτημα κουτσομπολιού του ραδιοφώνου. Κι έτσι προφανώς ο ίδιος ο Γιώργος αποφάσισε να δώσει ένα τέλος στο γελοίο του πράγματος. Η δε Έφη ερχόταν για την εκπομπή της μόνο και μιλούσε επιλεκτικά σε αυτούς που θεωρούσε ότι δεν θα την κατέκριναν ή την σχολίαζαν όπως έκαναν οι υπάλληλοι της υποδοχής! Εκεί με είχε τοποθετήσει η Έφη κι έτσι απέφευγε να λέει έστω μια ‘καλησπέρα’! Δεν ασχολιόμουν γιατί δεν με ενδιέφερε. Αν έβλεπε παντού εχθρούς και καλοθελητές, αυτό ήταν κάτι που από μόνη της το προκάλεσε!
Στην δουλειά πια είχα γίνει πολύ τυπική. Έμπαινα έβγαινα έκανα την δουλειά μου και την εκπομπή μου κι έφευγα για το σπίτι μου χωρίς να τρώω ώρες αναμονής ετοιμάζοντας τα θέματα για την άλλη μέρα. Το έκανα πια στο σπίτι μου. Ακόμη και τα μοντάζ. Δεν ήθελα να βλέπω κανέναν, ήθελα την ησυχία μου και προπάντων μέσα μου με έτρωγε η αναμονή να χτυπήσει το τηλέφωνο και να ακούσω τον Στράτο.
Και το τηλέφωνο χτύπησε. Η καρδιά μου κόντευε να σπάσει:
- Ναι! Είπα δειλά και έσφιξα το ακουστικό στο αυτί μου μήπως και ήταν ο Στράτος.
- Μαρίνα παιδί μου; Που είσαι και χάθηκες;
Ήταν η μητέρα μου. Είχε απόλυτο δίκιο. Μέσα σε όλα αυτά που είχα στο μυαλό μου είχα ξεχάσει ότι είχα και γονείς. Τώρα ότι και να μου έλεγε θα της έδινα δίκιο:
- Μαμά έχεις δίκιο. Κι όλο έλεγα να πάρω τηλέφωνο και όλο το ξεχνούσα.
- Δηλαδή μόνο αν πεθάνουμε θα έρθεις να μας δεις; Έγινε αυστηρή η μητέρα μου κι είχε δίκιο.
- Ρε μαμά, τρέχω συνέχεια. Και τι είναι αυτά που λες;
- Τρέχεις συνέχεια και γιατί τρέχεις; Τρέχεις για να τα τσεπώνουν αυτοί;
Η μητέρα μου είχε τις επιφυλάξεις της με όλο αυτό που γινόταν στην δουλειά μου. Με έβλεπε να τρέχω συνεχώς και αυτά που κέρδιζα δεν έφταναν καμιά φορά να βγάλω τον μήνα. Δεν παραπονιόμουν όμως. Προσπαθούσα να κάνω τα κουμάντα μου και να είμαι εντάξει στις υποχρεώσεις μου. Ο δε πατέρας μου δεν το έβλεπε έτσι. Του άρεσε που η κόρη του ήταν ένα ‘όνομα’. Καμάρωνε να του λένε ότι η κόρη του είχε πολύ ωραία φωνή, έλεγε πολύ ωραία τις ειδήσεις, έκανε ωραία εκπομπή κλπ..
- Μαμά σε παρακαλώ! Δεν θέλω να τσακωθούμε. Της είπα και προσπάθησα να την κάνω να ρίξει λίγο τον τόνο της φωνής της.
- Είσαι καλά; Γιατί σε ακούω κάπως; Με ρώτησε.
- Εντάξει δεν έγινε κάτι. Με τον Μάνο αρπαχτήκαμε για χαζομάρες. Δικαιολογήθηκα. Πώς να της πω ότι η αιτία που δεν είχα κέφι ήταν η απουσία του Στράτου.
- Άντε να μην ανοίξω το στόμα και γι’ αυτόν! Άλλο σε θέλω.
- Τι μαμά; Έγινε κάτι;
- Αν και κακώς που θα στο πω, αλλά δεν ξέρω… Σκέφτηκα πως θα θες να το ξέρεις.
Όταν η μητέρα μου ήθελε να μου προκαλέσει το ενδιαφέρον και την περιέργεια είχε έναν μοναδικό τρόπο στα λόγια της.
- Τι συμβαίνει; Απόρησα.
- Τηλεφώνησε ο Στράτος και σε έψαχνε. Μη του πεις πως στο είπα. Θέλει να σου κάνει έκπληξη.
Ένοιωσα τα πόδια μου να παραλύουν. Έκατσα στον καναπέ μου και προσπάθησα να χαλαρώσω, γιατί αυτό που άκουγα με ξάφνιαζε.
- Έκπληξη; Πώς να μου κάνει έκπληξη;
- Έχει έρθει με άδεια.
Τι πράγμα; Πότε; Πως έγινε αυτό; Γιατί δεν με ειδοποίησε; Δεν μπορούσα να μιλήσω άλλο στο τηλέφωνο. Της είπα δυο τρεις κουβέντες κι ότι δεν θα την πρόδινα και έκλεισα όπως κι όπως την συνομιλία μας. Ο Στράτος είναι εδώ; Μιας ανάσας βήματα κοντά μου; Και γιατί δεν μου τηλεφώνησε στο ραδιόφωνο; Α! Η έκπληξη που θέλει να μου κάνει! Πότε; Τι χαζή που ήμουν και δεν ρώτησα. Πότε θα μου την έκανε την έκπληξη. Είπα να τηλεφωνήσω στην μητέρα μου, αλλά το απέφυγα. Κάπως έπρεπε να τον προλάβω. Είχα χρόνο; Και η δουλειά; Τα κείμενα του ρεπορτάζ, το μοντάζ; Πότε θα τα έκανα; «Χεσ’ τα Μαρίνα και ηρέμησε κορίτσι μου. Ο πανικός αυτή την στιγμή δεν θα βγει σε καλό αν είναι να πάει καλά η μέρα» σκέφτηκα και πήρα μια βαθιά ανάσα προσπαθώντας να σκεφτώ με ψυχραιμία! Ποια ψυχραιμία γαμώτο; Είχε έρθει η αγάπη μου και ήθελε να μου κάνει έκπληξη! Το τηλέφωνο ξαναχτύπησε:
- Ναι; Περίμενα με αγωνία να ακούσω την φωνή του.
- Θεοδώρου, στις 12 έχει συνέντευξη στην νομαρχιακή του ΠΑΣΟΚ. Έφυγες!
Η αγριοφωνάρα του Μάνου με προσγείωσε. Κι όταν τελείωνε με την λέξη «έφυγες» δεν είχες την επιλογή να αρνηθείς. Έπρεπε να το κάνεις ο κόσμος να χαλούσε.
- Θα πάω, αλλά δεν νομίζω ότι μέχρι την μία θα μπορώ να έχω ρεπορτάζ και δείγμα απ’ την συνέντευξη έτοιμα.
- Θα βγεις απευθείας να τα πεις στη μία και φέρε την δουλειά σου αύριο. Μαρίνα συγγνώμη αν σου χάλασα το ρεπό αλλά δεν είχα άνθρωπο να στείλω.
Όταν τον Μάνο τον έπιαναν οι καλοσύνες, σήμαινε ότι οι άλλοι είχαν εξαφανιστεί για τις γκομενοδουλειές τους κι εγώ θα έπρεπε να καλύψω τις δικές τους εκκρεμότητες κάνοντας το ρεπό μου να πάει περίπατο.
Όπως και να ‘χε η συνέντευξη ήρθε στην κατάλληλη στιγμή. Θα έκανα το ρεπορτάζ κι έπειτα θα περνούσα απευθείας απ’ το καθαριστήριο του Στράτου. Ήμουν σίγουρη ότι εκεί θα τον έβρισκα κι αν όχι, αυτή την φορά δεν θα ντρεπόμουν να ρωτήσω τους γονείς του για αυτόν.


Η συνέντευξη τύπου τελείωσε γρήγορα. Ο πρόεδρος της νομαρχιακής δέχθηκε λίγες ερωτήσεις από όλους τους παραβρισκόμενους δημοσιογράφους κι όπως φάνηκε δεν ήθελε να απαντήσει σε άλλες και έδωσε τέλος γρήγορα στην συνέντευξη. Τηλεφώνησα στον Μάνο και του είπα πως είχα τις λεπτομέρειες που ήθελε από την συνέντευξη τύπου για να τις δώσω στο δελτίο που ήδη είχε ξεκινήσει εδώ και είκοσι λεπτά περίπου. Του υπενθύμισα ότι δεν θα περνούσα απ’ το ραδιόφωνο κι ότι θα έφερνα τα ρεπορτάζ την επόμενη μέρα όπως μου πρότεινε άλλωστε κι ο ίδιος. Συμφώνησε και με σύνδεσε με το κοντρόλ ώστε να βγω στον αέρα του δελτίου και να δώσω απευθείας ένα πρώτο ρεπορτάζ της συνέντευξης. Ο Νίκος που εκφωνούσε το δελτίο ειδήσεων έκανε τον σχετικό πρόλογο του θέματος κι αμέσως βγήκα στον αέρα. Με τις σχετικές ερωταπαντήσεις βγήκε το ρεπορτάζ όπως και ο ίδιος ήθελε, αλλά όπως το είχα κι εγώ στον νου μου: σύντομο, περιεκτικό με ιδιαίτερο τονισμό στα κύρια σημεία της συνέντευξης!
Έφυγα απ’ τα γραφεία της νομαρχιακής όσο πιο γρήγορα γινόταν. Δεν άντεχα την ενοχλητική παρουσία ενός τύπου απ’ την Νεολαία του κόμματος ο οποίος μου μιλούσε για διάφορες επιβλητικές μπαρούφες για τον εαυτό του και την δράση του για το κόμμα. Προσπαθούσε να βρει διάφορα ώστε να με κάνει να εντυπωσιαστώ, ώσπου στο τέλος μου πρότεινε να βρεθούμε να τα πούμε κι από κοντά! Του χαμογέλασα. «Φυσικά είσαι εντελώς ηλίθιος» σκέφτηκα και τον αποχαιρέτησα. Κατέβηκα τρέχοντας τα σκαλιά του ορόφου που βρίσκονταν τα γραφεία της νομαρχιακής και αμέσως μπήκα στην καφετέρια που βρισκόταν στην είσοδο. Τράβηξα στις γυναικείες τουαλέτες κι ένοιωσα ευχαριστημένη που ξέφυγα απ’ τον ηλίθιο ‘νεολαίο’ και κοιτάχτηκα στον τεράστιο καθρέπτη. Έστρωσα λίγο τα μαλλιά μου, κοίταξα το μακιγιάζ μου και προσπάθησα να ανακτήσω το θάρρος μου και να πάω να κάνω εγώ έκπληξη στον αγαπημένο μου Στράτο. Όσες ανάσες θάρρους και να έπαιρνα ένοιωθα ότι θα τα έκανα σκατά στο τέλος. «Τι έχω πάθει ρε γαμώτο;» αναρωτήθηκα. Ξανακοιτάχτηκα στον καθρέπτη. Ένοιωσα ότι ήμουν όμορφη και μου χαμογέλασα. Ο Στράτος ίσως περιμένει! «Έφυγες» μου είπα και το έκανα.




Κεφάλαιο 29

Δεν υπάρχουν σχόλια :