Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2008

Αποδοκιμάζοντας την φιλία


Ο ήχος του κινητού για εισερχόμενο μήνυμα ακούγεται. Nόμισα πως ήταν στο ύπνο μου. Κοιτάζω το ρολόι και έδειχνε μιάμιση μετά τα μεσάνυχτα. "Ποιός στέλνει μήνυμα τέτοια ώρα;" αναρωτιέμαι και πετάγομαι και πιάνω το κινητό μου δίπλα στο κομοδίνο μου. Φανταζόμουν πως θα ήταν κάποια φάρσα ή έστω κάποιο λάθος. Δεν είχε τύχει άλλη φορά να λαβαίνω τέτοια ώρα μηνύματα. Ανοίγω το κινητό και πατάω το πλήκρο να δω το μήνυμα. Αυτό που διαβάζω με χτυπά σαν κεραυνός εν αιθρία:
"Αν θες σε παρακαλώ θυμησέ μου πότε με δοκίμασες και δεν το θυμάμαι; Γιατί έχω γίνει κώλος με την αγάπη μου"!
Ξαναδιάβαζω το μήνυμα. Τι ήταν τώρα αυτό; Τι δοκίμασα και πότε το δοκίμασα; Συνέρχομαι και κοιτάζω από ποιόν ήταν το μήνυμα. Ο Στράτος! "Τέτοια ώρα, τι σκατά γίνεται και προς τι η ερώτηση; Τι έγινε;". Χωρίς δεύτερη σκέψη πατάω την κλήση. Δεν ανταποκρινόταν παρά μόνο άκουγα το γνωστό: "ο συνδρομητής που καλέσατε έχει πιθανόν το τηλέφωνό του απενεργοποιημένο". Γιατί ρε γαμώτο; Τι σκατά έγινε; Γιατί δεν μου δίνει να καταλάβω και μου πετά στα μούτρα ένα μήνυμα και με κάνει να ψάχνομαι;
Τον δοκίμασα; Πότε τον δοκίμασα; Και σε τι να τον δοκιμάσω γαμώτο μου; Τι είναι τώρα αυτό. Ξαναδοκίμασα επανάκληση. Το ίδιο... Είχε κλήσει το κινητό προφανώς μη έχοντας διάθεση να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις. Ερωτηματικά πολλά είχαν τρυπώσει στο μυαλό μου που όσο κι αν το πίεζα άκρη δεν υπήρχε. Ξάπλωσα ξανά και προσπαθούσα να καταλάβω. Δεν μπορούσα. Δεν γινόταν. Σίγουρα η Εύα είχε βρει τον τρόπο να τον αναστατώσει και να του φέρει τα πάνω κάτω, χωρίς να σεβαστεί εμένα. Προσπαθούσα να την δω σαν φίλη. Και εκείνη μάλλον το ίδιο έκανε, αλλά ποτέ της δεν μου είχε δώσει έστω ένα δείγμα να φανεί ότι με βλέπει σαν αντίζηλο. Κάτι έγινε τώρα και εκείνη μάλλον βρήκε την αφορμή για να ταράξει τον Στράτο. 
Με τα βίας κατάφεραν τα μάτια μου να κλείσουν και να κοιμηθώ κανά δυο ώρες. Γυρόφερνα στο κρεβάτι μου προσπαθώντας να μαντέψω τι σκατά είχε γίνει. Ξύπνησα πολύ πρωί και προσπαθούσα να καταλάβω... Ξαναδιάβασα το μήνυμα και πατάω "απάντηση":
"Καλημέρα μάτια μου! Το μεταμεσονύκτιο μήνυμα που'στειλες σε μένα απευθυνόταν; Κεραυνός εν αιθρία με βρήκε! Να σε δοκιμάσω σε τι και που και πότε έγινε; Σπάω το κεφάλι μου, αλλά δεν θυμάμαι άλλη δοκιμή, πέρα απ'τα ραδιοφωνικά δοκιμαστικά".
Απάντηση δεν έλεγε να μου δώσει. Λες και ήταν ένα θέμα καθαρά δικό μου και όφειλα να το εξηγήσω σε μένα. Το μόνιμο ερωτηματικό πάνω απ'το κεφάλι μου έδειχνε βαρύ και μέχρι να ετοιμαστώ να πάω στο ραδιόφωνο μου φαινόταν λες και σερνόμουν. Η ώρα είχε περάσει χωρίς να το καταλάβω. Άρπαξα την τσάντα μου, τα cd μου, τις σημειώσεις μου, τα κλειδιά και το κινητό κι έτρεξα στην στάση. Εκείνη την στιγμή φάνηκε το λεωφορείο! Ανέβηκα στο αστικό, χτύπησα το εισητήριο στο μηχάνημα εντελώς ασυναίσθητα, έκατσα στο πρώτο κάθισμα που βρήκα ελεύθερο και κοιτούσα συνεχώς το κινητό να καταλάβω τι ήταν αυτό που με ρωτούσε. Δεν τον είχα δοκιμάσει σε τίποτε. Και ξαφνικά τι είχε γίνει; Οι σκέψεις μου ήταν μπερδεμένες και μέσα απ'το θολό απ'την λάσπη παράθυρο του λεωφορείου προσπαθούσα να μου δώσω εξηγήσεις. Και δεν έβρισκα τίποτε! Κατέβηκα απ'το αστικό πέρασα απέναντι και μπήκα στις εγκαταστάσεις του ραδιοφώνου και προσπαθούσα να εξηγήγσω το ανεξηγητο. Ο Αναστάσης απ'την άλλη μεριά έκανε εκπομπή. Άφησα τα πράγματά μου, τον χαιρέτησα κι εκείνος μου έστειλε μια καλημέρα στον αέρα της εκπομπής, σαν σύνθημα στους ακροατές που τους προετοίμαζε για την αμέσως επόμενη εκπομπή που θα ερχόταν. Πήρα το κινητό μαζί μου μήπως τυχόν και λάβαινα μήνυμα κι ετοίμαζα τον καφέ μου. Ξανάνοιγα τα μηνύματα, ξαναδιάβασα το ίδιο και το ίδιο αρκετές φορές. Τι είχα κάνει και δεν το είχα καταλάβει ώστε να τα τσουγκρίσουν ο Στράτος με την δικιά του; Κι εκείνος γιατί δεν είχε το θάρρος να με πάρει και να βρεθούμε όλοι μαζί και να λύσουμε την όποια παρεξήγηση ίσως είχε προκύψει απ'το τίποτε; Απάντηση δεν έλαβα. Του τηλεφώνησα. Καλούσε και ξανακαλούσε και ξανακαλούσε και δεν το σήκωνε. Τηλεφώνησα στην δουλειά του κι εκεί μου είπαν ότι τάχα βρισκόταν Αθήνα για μια έρευνα αγοράς. Ή ήταν στα αλήθεια ή ήθελε να με αποφύγει!
- Όλα καλά; Με ρώτησε ο Αναστάσης όταν τελείωσε την εκπομπή του και μπήκε στο γραφείο του.
- Ναι μια χαρά. Δικαιολογήθηκα.
- Κάτι συμβαίνει και δεν μου το βγάζεις απ'το μυαλό. Επέμεινε.
Το χαρακτηριστικό του Αναστάση ήταν ότι με διάβαζε σαν ανοιχτό βιβλίο. Δεν πα να προσποιόμουν την άνετη και την χαμογελαστή και την "πέρα βρέχει"... αυτός λες και είχε ραντάρ, λες και είχε κεραίες υψηλής λήψης, καταλάβαινε αμέσως ότι δεν ήμουν στα καλά μου.
- Τίποτε. Απλά δεν ξύπνησα καλά! Ξαναδικαιολογήθηκα.
- Όπως αγαπάς. Μπες να κάνεις εκπομπή και τα λέμε μετά!
Το καλό ήταν ότι δεν επέμενε αρκετά, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να γλιτώσω απ'το να μην του δώσω να καταλάβει. Ευχόμουν μόνο να σηκωθεί να φύγει και να με αφήσει ήσυχη. 
Πέρασε το δίωρο με ένα μεγάλο ερωτηματικό στο κεφάλι. Παρόλα αυτά οι ακροατές που μου τηλεφωνούσαν προσπαθούσαν να μου φτιάξουν το κέφι... Ίσως επειδή έβγαζα ένταση στην εκπομπή, ίσως επειδή ξαφνικά άρχισαν να με ενοχλούν όλα τα κακώς κείμενα της πόλης και είχα διάθεση να καυτηριάσω, ίσως επειδή μου έφταιγαν όλα αυτή την στιγμή... Δεν είναι κι ότι καλύτερο να σου ρίχνουν ένα φταίξιμο χωρίς να σου δίνουν εξηγήσεις κι όταν εσύ τις αποζητάς να μην βρίσκεις άνθρωπο να σου πει περισσότερα!
Το τηλέφωνο της Εύας το είχα αποθηκευμένο στο κινητό μου. Δεν ήθελα να την ενοχλήσω. Τον Στράτο ήθελα να μου πει τι ακριβώς είχε συμβεί, γιατί αυτός μου είχε ρίξει το φταίξιμο σε κάτι που δεν είχα ιδέα. Τελείωσα την εκπομπή, ο Αναστάσης έλειπε, πήρα πάλι το αστικό και αυτή την φορά δεν πήγα σπίτι. Δεν ήθελα να πάω στο σπίτι. Κατέβηκα στο κέντρο κι άρχισα να περπάτω στους δρόμους κοιτώντας βιτρίνες. Ασυναίσθητη κίνηση για να βρω δικαιολογίες στο τι να γινόταν. Περπατούσα... Και το μυαλό μου πήγε πάλι πίσω: στον έφηβο Στράτο που προσπαθούσε να με πείσει να με πάει στο πάρτυ του όση ώρα πήγαινα από βιτρίνα σε βιτρίνα. Πέρασε απ'το μυαλό μου να τηλεφωνήσω στην Βάνα να μου πει αν είχε ιδέα... Αλλά τι να ξέρει κι αυτή; Είχε τα δικά της προβλήματα για να ασχοληθεί με τα γκομενικά του αδερφού της! Ξαναπήρα τηλέφωνο. Τίποτε: "η κλήση σας προωθείτε" τώρα έβγαζε! Δεν έπαιρνε να τριγυρνάω όλη την μέρα ψάχνοντας απαντήσεις. Επέστρεψα στο σπίτι και αυτή την φορά του έστειλα μήνυμα:
"Καλησπέρα γλυκέ μου, ελπίζω να 'σαι καλύτερα απ'το πρωί. Εγώ τώρα μαζεύτηκα σπίτι. Γυρνούσα όλη μέρα προσπαθώντας να δω το λάθος μου. Αλλά δεν τα καταφέρνω. Θα'θελα να το κουβεντιάσουμε..."
Αν ήταν αλήθεια ότι είχε πάει στην Αθήνα για έρευνα αγοράς τότε σίγουρα μια τρέλα θα την είχε υποστεί. Η απάντηση ήρθε σύντομη: "Έχω πάει για μέτρα". Εργαζόταν σε εταιρία κατασκευής επίπλων και ήταν στο τμήμα των επίπλων κουζίνας. Η δουλειά του είχε τρέξιμο. Πήγαινε στους πελάτες έβλεπε τους χώρους έπερνε μέτρα και μετά στο γραφείο του έκανε τον σχεδιασμό της κουζίνας που είχαν επιλέξει. Έτρεχε για έρευνες αγοράς όταν υπήρχε αναδουλειά κι αναλόγως ο διευθυντής του έκανε αναπροσαρμογή στις τιμές. Και η τρέλα καλά κρατούσε με τον Στράτο να μοιράζεται στα τρία: στην Εύα, στην οικογένεια και στην δουλειά του. Η Εύα να προσπαθεί να κάνει τα αδύνατα δυνατά για να έχει τον Στράτο συνέχεια μαζί της, η οικογένειά του να προσπαθεί να του αλλάξει γνώμη λέγοντάς του πως η Εύα δεν κάνει γι'αυτόν και στην δουλειά του να εκμεταλεύονται το φιλότιμό του και να τον τρέχουν ακόμη και για αγγαρείες! Έστειλα και πάλι μήνυμα:
"Πότε μπορείς; Λοιπόν αφού είσαι στο τρέξιμο σήμερα, προτείνω να βρεθούμε αύριο το μεσημεράκι να τα πούμε. Τρέχω κι εγώ με την δουλειά βλέπεις. Δεν θέλω ρε γαμώτο να υπάρχουν αμφιβολίες αναμεσά μας! Δεν μ'αρέσει και δεν τ'αντέχω να χάσω έναν φίλο λόγω αμφιβολιών. Όπως σου'χω εμπιστοσύνη θέλω να'μου 'χεις κι εσύ"
Πέρασε η μέρα. Πέρασε κι η επόμενη και απόκριση δεν είχα απ'τον ίδιο. Έφτασε Κυριακή πρωί:
"Καλημέρα! Ξύπνησες; Τηλεφωνήσέ μου..."
"Είμαι στην Αθήνα στο μνημόσυνο της ξαδέρφης μου..."
"Συγγνώμη δεν το ήξερα. Ελπίζω να'σαι ψύχραιμος και ήρεμος. Όταν επιστρέψεις στέιλε μήνυμα. 3 ημέρες είμαι κουρέλι"
Η οικογένεια του Στράτου είχε δεχθεί ένα σοβαρό πλήγμα. Με εκείνον τον μεγάλο σεισμό που η Ρικομέξ έγινε χαλάσματα, η ξαδέρφη του ήταν θύμα. Ήταν μια από εκείνες τις στιγμές που τον έπνιγε το άδικο και δεν μπορούσε να κάνει τίποτε. Αρνιόταν να πιστέψει πως έχασε την αγαπημένη του ξαδέρφη. Ήταν από εκείνες τις φορές που η αγκαλιά μου ήταν ανοιχτή να τον παρηγορήσει. Να βγάλει από μέσα του όλη την ένταση που κράτησε σε όσα επακολούθησαν... Ένα χρόνο μετά η μνήμη του ξαναγυρνούσε εκεί. Στην κόλαση του χαμού ενός αγαπημένου προσώπου πάνω στο ανθος της ηλικίας του. Απλά γιατί κάποιοι είχαν πει ένα "ωχ! αδερφέ... σιγά μην γίνει σεισμός". Το ίδιο εκείνο βράδυ του ετήσιου μνημόσυνου, ο Στράτος ήρθε στο σπίτι μου. Η θλίψη ήταν γραμμένη στο πρόσωπό του και πως εγώ να του μιλήσω για μια δική μου μηδαμινή μπροστά σε αυτό που περνούσε ο ίδιος, εμμονή! Κάθησε δίπλα μου έχοντας ένα ποτήρι γεμάτο με ουίσκι στο χέρι και ένα τσιγάρο να αφήνει την στάχτη του στο τασάκι αναμένο. Πως να του πω εγώ για το μήνυμα που μου είχε στείλει το ξημέρωμα πριν μέρες;
- Συγγνώμη που αδιαφόρησα. Αλλά δεν ήταν αδιαφορία. Έτρεχα με την δουλειά. Τα ξέρεις δεν χρειάζεται να σου εξηγήσω περισσότερα.
- Ναι καταλαβαίνω. Και να μην ερχόσουν απόψε, πάλι θα το καταλάβαινα.
- Δεν ήθελα να μείνω σπίτι. Θα ήμουν ακόμη χειρότερα. Θα ήθελα να μιλήσουμε για τα δικά μας.
- Όπως θες. Αλήθεια τι έγινε εκείνο το βράδυ που μου έστειλες εκείνο το περίεργο μήνυμα με το αν σε δοκίμασα;
- Η Εύα με ρώτησε αν τρέχει κάτι μεταξύ μας. Προσπάθησα να την πείσω ότι είμαστε δυο καλοί φίλοι, δυο αδέρφια κι αυτή άρχισε να μου λέει ότι εσύ της είπες πως είχαμε πιει πολύ και πως περπατούσαμε αγκαλιά και μου συμπαραστεκόσουν...
- Τι; Παρεξήγηση είναι...
Ο Στράτος κρατιόταν απ'τα χείλη μου να του εξηγήσω κι εγώ επιτέλους κατάλαβα τι ακριβώς είχε παρανοήσει η Εύα.
- Δηλαδή; Ρώτησε ο Στράτος.
- Είχαμε πιάσει κουβέντα για το πόσο πίνει ο καθένας μας και της είπα για σένα. Της είπα ότι σε είχε στενοχωρέσει και είχες πιει και είχες γίνει λιώμα για 'κείνη κι ότι περπατούσαμε στο πάρκο να ξεζαλιστείς και σε κρατούσα αγκαλιά για να μην πέσεις.
- Έτσι ακριβώς της είπες;
- Όπως το άκουσες! Εκείνη τι σου είπε;
- Άστο Μαρίνα. Σε πιστεύω!
- Τι "άστο" Στράτο; Ξαφνικά βγαίνω ένοχη για κάτι και δεν μου δίνεις μιαν εξήγηση...
- Εντάξει... Φαντάστηκε ότι μετά από το μεθύσι μου εσύ κι εγώ...
- Σε δοκίμασα! Κάναμε έρωτα... Τώρα εξηγείτε!
- Αλήθεια έγινε τίποτε εκείνο το βράδυ; Γιατί δεν θυμάμαι και πολλά!
- Αχ! Ρε Στράτο! Τόσο λίγο με ξέρεις; Εκείνο το βράδυ σου είπα ότι ήσουν τόσο ευάλωτος που αν ήθελα, ναι θα το κάναμε. Αλλά δεν το εκμεταλεύτηκα. Γιατί δεν ήθελα. Σου είπα πως αν ήταν να προκύψει κάτι τέτοιο μεταξύ μας, να γίνει και να είσαι νηφάλιος. Όχι ζαλισμένος απ'το ποτό.
- Αυτή την κουβέντα την θυμάμαι.
- Την θυμάσαι, αλλά με στενοχωρεί να μου δείχνεις ότι δεν μου έχεις εμπιστοσύνη. Υποτιμάς εμένα που με ξέρεις τόσα χρόνια και βάζεις πάνω απ'ολα την οποιαδήποτε είναι δίπλα σου. Σε κορόϊδεψα πολλές φορές;
- Σε πιστεύω!
- Αλλά εγώ πια δεν θέλω να πιστεύω την Εύα! Άλλωστε είναι πολύ μικρή για να με κρίνει αυτή σε σένα. Κι εσύ να ψάχνεσαι. Και τι έγινε μετά;
- Την στιγμή που σου έστειλα το μήνημα ήμουν μαζί της. Είχαμε πιει πάρα πολύ κι έτσι ότι και να μου εξηγούσες εκείνο το βράδυ δεν θα το καταλαβαίναμε.
- Ενώ εγώ που απλά κοιμόμουν, αναστατώθηκα αδίκως κι έχασα τον ύπνο μου όλες αυτές τις μέρες, γιατί δεν μου άρεσε καν η ιδέα του να αμφιβάλεις για μένα.
- Δεν το έκανα επίτηδες Μαρίνα.
- Εντάξει. Μόνο σε παρακαλώ δεν θα ήθελα να ξαναπεράσω τα ίδια. Σου είναι εύκολο;
- Στο υπόσχομαι!
Και η υπόσχεση έμεινε υπόσχεση. Δεν την κράτησε και αυτή την φορά ήρθε να με πικράνει ακόμη περισσότερο. Έπαψα να έχω πια και πολλές επαφές με την Εύα. Δεν γινόταν να προσπαθώ να κερδίσω και να κάνω φίλη ένα κοριτσάκι. Και δεν γινόταν να την συγκρίνω με την Άννα, εκείνη την παλιά σχέση του Στράτου, που είχαμε γίνει πολύ καλές φίλες και άρεσε πολύ στον Στράτο. Η Άννα ήταν άλλος άνθρωπος, νοιαζόταν γιατί θεωρούσε τους φίλους του Στράτου και της Βάνας και δικούς της. Κέρδισε η μία την άλλη χωρίς να το καταλάβουμε. Ενώ με την Εύα δεν υπήρξε τέτοια περίπτωση. Όσο έμπειρη θεωρούσε ότι ήταν με τις σχέσεις, άλλο τόσο καχύποπτη ήταν με τους "φίλους" των σχέσεών της παρά με τους δικούς της! Και που για μια ακόμη φορά είχε σπείρει το ζιζάνιο η Εύα αναμεταξύ μας για να προκύψει άλλη μια παρεξήγηση.


Ήταν η γιορτή του. Δεν τον βλέπαμε τακτικά και είπαμε με τον αδερφό μου να πάμε να του ευχηθούμε από κοντά. Του στέλνω μήνυμα όλο χαρά:
"Αγορίνα μου πολύχρονος, να σε χαιρόμαστε. Πότε θα μας κεράσεις κάνα ποτάκι στο σπίτι σου;" Και η απάντησή του ήρθε μετά από λίγη ώρα: 
"Πότε θα έχω λεφτά; Άγνωστο!". 
Με τα χρήματα δεν είχε και την καλύτερη των σχέσεων. Σκορποχέρης. Όσα πάνε όσα έρθουνε. Όσα πέρνει ο άνεμος! Πλήρωνε τις δόσεις για το αυτοκίνητο που είχε αγοράσει, του έκανε κρατήσεις και το ταμείο της δουλειάς του για κάποια έναντι μηνών που είχε δανειστεί, ξόδευε και για την Εύα... Τι να του μείνει στην τσέπη; Δεν είχε αλλάξει ως προς την διαχείριση των οικονομικών του απολαβών. Όπως και τότε στις διακοπές μας, σκορπούσε από δω κι από κει κι όταν είδε ότι δεν θα του έφταναν μέχρι το τέλος των διακοπών, μου έδωσε ένα πεντοχίλιαρο να κρατήσω στην άκρη και να μην του το δώσω πίσω πριν φύγουμε' φυσικά του επέστρεψα τα χρήματά του την τελευταία μέρα μας! Επειδή ήξερα ότι η δικαιολογία του θα ήταν αυτή, του έδωσα απάντηση ανάλογη: 
"Ούτως ή άλλως μια φιάλη με ποτό θα σου χαρίσω. Βάζεις τα ποτήρια; Πότε επιστρέφεις; Είσαι στο χωριό;". 
Η αλήθεια είναι ότι έλειπε μαζί με τους γονείς του στο χωριό του: 
"Σε καμιά ώρα θα είμαι σπίτι". 
Έφτασε στο σπίτι και μας τηλεφώνησε λέγοντάς μας πως θα έπεφτε για ύπνο και έπειτα είχε κανονίσει να βγει για να γιορτάσει μαζί με την Εύα. Οι φίλοι του δεν χωρούσαμε σε αυτή την γιορτή. Πάντα οι φίλοι δεν χωρούσαν σε γιορτές όταν το απαιτούσαν οι σχέσεις του! Εγώ επέμεινα την άλλη μέρα: 
"Καλημέρα! Μόλις προμηθεύτηκα μια βότκα. Θα την τσακίσουμε το βράδυ; Όχι πολύ βράδυ γιατί δουλεύουμε κιόλας". Τηλεφώνησε για να μου πει ότι θα το σκεφτόταν και θα μου απαντούσε. Τι να σκεφτείς ρε γαμώτο μου. Δυο φίλοι σου μείναμε όλοι κι όλοι και μας κάνεις νάζια σαν χαζογκόμενα που θέλει να αποφύγει τον πρώην; Εγώ επέμενα σε αυτό γιατί δεν θεωρούσα δίκαιο το να μας φτύνει έτσι. Ήθελα να τον ξυπνήσω απ'το λήθαργο που τον είχε ρίξει η Εύα. Άλλος θα έλεγε στείλτον στο διάολο, μπας κι εκεί στα τάρταρα καταλάβει ποιοί νοιάζονται γι'αυτόν, αλλά εγώ εκεί' ήταν σαν χρέος μου να τον αφυπνίσω. Όχι να διαλύσει την σχέση του, απλά να είναι κυρίαρχος του εαυτού του κι όχι να σκύβει το κεφάλι και να δέχεται τις απαιτήσεις της άλλης! Πήγε μεσημέρι κι εγώ εκεί. Επιμονή: 
"Απ'την ώρα που ήρθα έριξα την βότκα να κρυώσει στο ψυγείο. Λοιπόν; Τι ώρα θα μας δεχθείς;". 
Είχαμε σκοπό να πάρουμε το ποτό και να πάμε σπίτι του. Ο Γιάννης απλά περίμενε την ειδοποίηση. Στην πορεία φάνηκε πως δεν θα ήταν στο σπίτι και του πρότεινα τουλάχιστον να περάσει από εμάς να του ευχηθούμε και να τον δούμε για λίγο. Μόνο του. Δεν ήθελα την Εύα σπίτι μου. Και ξαφνικά ο Στράτος δεν ήταν ...ο Στράτος που ήξερα: "Αν θέλεις να έρθω σπίτι θα έρθω με την αγάπη μου την Εύα. Είμαι μαζί της και δεν την παρατάω!". Ή το τσιγάρο ή εγώ, τελεσίγραφο! Σκέφτηκα ότι ο επιμένων νικά: 
"Γιορτάζεις μάτια μου και είπαμε να δούμε εσένα." Και η απάντηση του: 
"Άκου να δεις Μαρίνα. Εγώ είμαι Εύα και η Εύα εγώ. Όπου πάω πάει και το αντίθετο. Και στο κάτω-κάτω τους δέχεσαι με τα ταίρια τους. Έτσι δεν είναι;". Μμμ μάλιστα. Εδώ αυτός που μιλά δεν είναι ο Στράτος, ο υποβολέας του είναι που ακούει στο όνομα Εύα. Εγώ επιμένω: 
"Όχι απόλυτα αγάπη μου! Στη ζωή σου μπορεί να'σαι οποιαδήποτε Εύα, στους φίλους σου όμως είσαι ο Στράτος κι αυτόν θέλουμε".
"Δεν θα μπορέσω τότε να έρθω. Εγώ είμαι εγώ και θα κάνω ότι θέλω εγώ και πρόσεχε τι λέω... εγώ και όχι κανείς άλλος".
"Αν ήσουν "εσύ" θα ερχόσουν. Όμως δυστυχώς θα πρέπει να παλέψω να βρω τον "Στράτο" που ξέρω. Και θα παλέψω".
"Σου'χει κάνει κάτι η Εύα; Πάντα δεν σου φερόταν ευγενικά; Εκτός αν δεν μπορείς να δεχθείς την χαρά μου ή απλώς με θέλεις κατά αποκλειστικότητα! Οπότε;".
Tι μου είχε κάνει η Εύα! Το γεγονός ότι παρεξηγούσε τα λόγια μου και του τα μετέφερε όπως η ίδια ήθελε, δεν αποτελούσε καν αιτία για να είμαι επιφυλακτική απεναντί της. Το γεγονός ότι μπροστά στα μάτια μου αναζητούσε να μάθει για έναν "γνωστό" της -πρώην σχέση της πριν τον Στράτο- να δει τι έκανε και πως τα πήγε ως υποψήφιος στις εκλογές, δεν αποτελούσε καν αιτία να έχω εγώ αμφιβολίες για το άτομό της. Το γεγονός ότι την πρώην σχέση της την γνώριζαν οι κολλητές μου και ήξερα τα πράγματα από πρώτο χέρι δεν αποτελούσε καν στο παραμικρό αιτία, να μην την θέλω στο σπίτι μου. Δεν εκτιμούσα το γεγονός ότι η ειλικρίνεια της ήταν πολύ ψέυτικη και δεν ανεχόμουν να φέρεται στον Στράτο όπως φέρεται κι εκείνος να είναι κολλημένος μαζί της μέχρι τα μπούνια. Να του τάζει ψέμματα και να κλαίγεται με το παραμικρό και να τον εκβιάζει με δήθεν αυτοκτονίες... Ότι τάχα μου τον αγαπά και υποφέρει γι'αυτόν κι απ'την άλλη να τρέχει και να αγωνιά για την πρώην σχέση της! Τόσο ψεύτικη ήταν η Εύα κι εκείνος θύμα! Να τρέχει να προλάβει... Να μην κάνει τις δήθεν τρέλες της. Και πως να μην τρέξει άλλωστε; Δεν είναι και λίγο ξαφνικά να σου φορτώσουν την ενοχή για την τρέλα της άλλης! Αυτό δεν ανεχόμουν. Όταν είχα μάθει τα χαίρια της, έλεγα ότι ο κάθε άνθρωπος έχει ένα παρελθόν κι όταν προχωρά το αφήνει πίσω. Κι ότι όσα λάθη κι αν κάνει, μαθαίνει από αυτά. Στην περίπτωση της Εύας έπεσα έξω. Μα εντελώς έξω. Μικρή-μικρή, αλλά θαυματουργή! 
"Πόσο αθώος είσαι! Είχα κλείσει αυτιά και μάτια για χάρη σου. Ήρθε η στιγμή όμως που άθελά της μου πέταξε το μπαλάκι! Όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή να μ'ακούσεις, θα μάθεις!".
"Να σε ακούσω, σε τι ρε Μαρίνα; Και για ποιό μπαλάκι μου μιλάς; Έχει γίνει κάτι που θα έπρεπε να ξέρω και μου το κρατάς κρυφό;".
Δεν ήθελα να του πω περισσότερα. Με ενοχλούσε η εμμονή του και το πείσμα του. Αγανακτησμένη που δεν έλεγε να ξυπνήσει απ'τον "ύπνο του δικαίου", του τηλεφωνώ, κουρασμένη απ'την συνεχή ανταλλαγή sms:
- Επικοικώς απαράδεκτος. Και το έκλεισα. 
Και συνεχίζονται τα sms. Δεν είχε το θάρρος να μου τα πει. Πάντα κρυβόταν πίσω απ'τις λέξεις. Γιατί ήξερε ότι με την ομιλία θα τον έβγαζα λάθος και θα τον ξυπνούσα. Εκείνος όμως στο χαβά του:
"Δεν σας επιτρέπω κυρία Μαρίνα! Το αν είμαι εγώ απαράδεκτος, το ξέρω καλά".
Χα! Αυτός ο πληθυντικός ήταν όλα τα λεφτά! Μόνο που δεν μου είπε την ατάκα: "μιλάτε μου στον πληθυντικό θα με υποχρεώσεται". Ήταν σαν να διάβαζα τον Λάμπη τότε που μετά το χαστούκι μου μού ζήτησε να διακόψουμε τις όποιες οικοιότητες και να απευθύνομαι σε αυτόν στον πληθυντικό! Είναι δυνατόν; Δεν τον αναγνώριζα:
"Δεν επιτρέπεις να'χω γνώμη για έναν φίλο; Αναρωτιέμαι αν έχεις καταλάβει τι παίζεται και δεν μ'αρέσει να διαπραγματεύομαι την έννοια μου για σένα. Χαίρομαι να περνάς καλά, αλλά δέξου και τα ελλατώματα των φίλων σου. Ή σου είναι δύσκολο;".
"Φιλία λες εσύ αυτό ρε Μαρίνα, να μην δέχεσαι τον άνθρωπό μου; Δεν το νομίζω".
"Έχω κάθε δικαίωμα νομίζω, ιδιαίτερα όταν ο φίλος μου -που υπεραγαπώ- μένει άβουλος σε μια μονοπωλειακή και ψυχοφθόρα σχέση! Σε μια σχέση υπάρχουν δύο και όχι ένας".
Απάντηση δεν ήρθε αμέσως. Μου την άφησε ως άλλη kinder έκπληξη για την άλλη μέρα το πρωί:
"Αυτό άσε να το κρίνω εγώ κι όχι εσύ. Μου μίλησες για τα ελλατώματα των φίλων, το δικό σου είναι ότι δεν μπορείς να δεχθείς καμιά σχέση μου και εγώ αναρωτιέμαι γιατί;".
Όπα! Κάνε λίγο πίσω. Την Άννα και την Δέσποινα τις προσπερνάμε; Σου είχα πει ποτέ κάτι γι'αυτές; Πάντα δεν σου έλεγα: "το νου σου ρεμάλι, δεν είναι σαν τα μούτρα σου"; Πάντα δεν έλεγα να τις προσέχεις; Προσπερνάω το τι αισθάνομαι εγώ για σένα, αλλά σαν θεάτρια δεν μου άρεσει να σε βλέπω να γελοιοποιήσε. Δεν του απάντησα. Δεν είχα το κουράγιο να συνεχίσω την διά sms αντιπαράθεση. Θα απαντήσω όποτε θέλω. Να το πάμε ανά επισόδειο! Να'χουμε κάτι να λέμε και να φιλοσοφούμε! Ήταν λίγο πριν τις δέκα το πρωί, λίγο πριν αρχίσω εκπομπή και του στέλνω ένα ακόμα απαντητικό sms:
"Επειδή έχουμε και δουλειές, σε προκαλώ σε κατ'ιδίαν αντιπαράθεση αν θες! Έχεις μια φίλη. Δεν θες να μάθεις πως σκέφτεται;".
"Το πως σκέφτεται η "φίλη" το κατάλαβα από την στιγμή που απέρριψες την Εύα. Όσο για την αντιπαράθεση, αν θες εσύ πλέον και έχεις κάποιο πρόβλημα, να βρεθούμε".
Α! Μονό εγώ αν έχω πρόβλημα. Εσύ τα'χεις όλα λυμένα! Εσύ που όλα σου πάνε καλά όλα ανθηρά και που με την πρώτη στραβή τρέχεις σε μένα την ηλίθια να σε παρηγορήσω. Εγώ που σου έχω αδυναμία και την εκμεταλεύεσαι και που δεν μπορώ με τίποτε να κόψω αυτό που με δένει με σένα:
"Μπορεί κάποιες φορές να μην συμφωνώ με τις επιλογές σου. Αυτό δεν σημαίνει κι ότι δεν θα σου συμπαρασταθώ στα δύσκολα. Αν έχω -όπως έγραψες- απορρίψει την μικρή είναι επειδή μ'ενοχλεί ο τρόπος που σου φέρεται. Όσο για την αντιπαράθεση σου'χω δώσει γραπτώς την πρόσκλησή μου. Και θα περιμένω για να τα κουβεντιάσουμε".
Κανονίσαμε να βρεθούμε. Ήρθε ένα μεσημέρι απ'το σπίτι και με πήρε και χαθήκαμε σε μια απόμερη και ήσυχη καφετέρια που τελευταία ήταν το σύνηθες καταφύγιο μας για ήρεμες συζητήσεις όσο τα βλέμματα μας ταξίδευαν πάνω απ'τις σκεπές των σπιτιών εκεί ψηλά στον λόφο, λες και η πόλη απλωνόταν σαν χαλί στα πόδια μας! Για μερικές στιγμές ήταν σαν να μην είχε προηγηθεί τίποτε. Ήταν λες και όλα τα sms τα είχε στείλει η τηλεφωνική εταιρία έτσι για να παίζει με τα "θέλω" μας. Ήρθαν οι καφέδες μας:
- Τι ήταν όλο αυτό; Τον ρώτησα με την απορία γραμμένη στα μάτια μου.
- Ποιό; Με ρώτησε δήθεν μη γνωρίζοντας προς τα που το πήγαινα.
- Φτάσαμε στο σημείο να διαπραγματευόμαστε την φιλία μας! Διανοήθηκες τι ακριβώς έγινε; Ένα πιτσιρίκι σε παίζει στα δάχτυλά του και καταντήσαμε να παίζουμε μεταξύ μας την σχέση που έχουμε τόσα χρόνια; Γιατί ρε Στράτο;
- Ναι ρε Μαρίνα. Ξαφνικά τα'χεις βάλει με την Εύα. Τι σου έκανε;
- Κοιμάσαι όρθιος! Στράτο ξύπνα. Είδες ότι με την Εύα είχα όλη την καλή πρόθεση να γίνω φίλη και να σας στηρίξω. Όμως η ίδια το γύρισε τούμπα. Αν είχε το θάρρος της γνώμης της ας ερχόταν σε μένα να ρωτήσει κι όχι να σου ρίχνει άδεια για να πιάσει γεμάτα.
- Με φοβάται!
- Κι αυτή σε φοβάται; Ποιός είσαι τέλος πάντων;
- Ο Στράτος... Νομίζω! Αστειεύτηκε.
- Σοβαρέψου! Εσύ τα βλέπεις όλα αστεία, αλλά δεν λες να σοβαρευτείς. 31 χρονών μουλάρι είσαι. Βάλε επιτέλους μυαλό και πάρε την ζωή στα χέρια σου. Δεν γίνεται να σου λέει τι να κάνεις και που να πηγαίνεις ένα κοριτσάκι. Μη μου πεις ότι και στην δουλειά σου αυτή σου βάζει πρόγραμμα...
- Μαρίνα το παράχεσες τώρα!
- Τι άλλο να φανταστώ, ξανθιά γυναίκα!
Καθόμασταν εκεί κι εκείνος κάπνιζε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Δεν με κοιτούσε παρά έπινε τον καφέ του και χάζευε κάτω την θέα της πόλης. Ένιωθα ότι είχα δίκιο.
- Δεν θα πεις κάτι; Έσπασα την ησυχία μας.
- Τι να πω; Μήπως και με καταλαβαίνει κανένας;
- Πάλι τα ίδια; Έχεις πάρει χαμπάρι κάτι; Όλοι σε καταλαβαίνουμε μόνο εσύ δεν μπορείς να καταλάβεις τον εαυτό σου. Φέρεσαι λες και είσαι 19. Στράτο μεγαλώσαμε και προχωράμε. Υποτίθεται ότι είσαι ώριμος...
- Υποτίθεται...
- Ναι αυτό σε τρώει εσένα. Τα υποτίθεται. Όμως Στράτο πρέπει κάποια στιγμή να βάζεις και όρια. Κι εσύ αφήνεσαι να σου βάζουν όρια.
- Δεν είναι έτσι.
- Τότε πως είναι; Είσαι 31 και αντί να προσπαθείς να δώσεις όμορφα στοιχεία στην Εύα που είναι σε μια ηλικία που διαμορφώνει χαρακτήρα, το αντίθετο γίνεσαι κι εσύ 19 μαζί της και φέρεσαι όπως ένας έφηβος. Και γιατί; Απλά για να ισορροπείς τα της σχέσης σου με την μικρή. Μόνο που χάνεται η ισορροπία, αν δεν το'χεις καταλάβει. Φέρεσαι πιο ανώριμα κι απ'την ίδια! Tέλος πάντων... ποιά είμαι εγώ στο κάτω-κάτω που θα σε κρίνω. Δεν έχω τέτοιο δικαίωμα.
Έριξα το καρφί κι εκείνος με ένα βλέμμα θυμού σήκωσε το κεφάλι και με κοίταξε στα μάτια:
- Εντάξει ρε Μαρίνα κάθεσαι κι εσύ και βασίζεσαι σε όσα λέω.
- Άκου να σου πω. Τις δικές σου καταστάσεις τις έχω περάσει μαζί σου, δεν ανέχομαι να χάσω αυτό που έχουμε για τις ανοησίες της οποιαδήποτε 19χρονης που τα μυαλά της είναι πάνω απ'το κεφάλι λόγω ηλικίας. Δεν ανέχομαι να πετάξω τόσα χρόνια γνωριμίας, επειδή εσύ ξύπνησες ένα πρωί κι άρχισες ξαφνικά να φιλοσοφείς τα περί φιλίας. Πες μου έναν "φίλο" σου, έναν "κολλητό" όπως τους αποκαλείς που να σου έχει σταθεί στα δύσκολα. Έναν πες μου!
Δεν απάντησε. Αναστέναξε μη ξέροντας τι να πει.
- Πως να γινόταν να κανονίζαμε παρέα οι δυο μας να πάμε στην Κρήτη στον Γιάννη, να του κάνουμε έκπληξη στα γενέθλια του;
- Μου αλλάζεις θέμα τώρα, γιατί δεν σε βολεύει να απαντήσεις ε;
Και πάλι δεν απάντησε και πάλι μου χάρησε ένα από εκείνα τα όμορφα χαμόγελά του που δεν μπορώ να του θυμώσω και που με παρασύρει στην αλλαγή θέματος! Και πάλι δεν μπορούσα να του θυμώσω περισσότερο:
- Αφού μου έχεις αδυναμία... ψιθύρισε τελικά.
- Αχ! Αυτό έφαγε εμένα με σένα. Δεν μπορώ ούτε κακία να σου κρατήσω. Προτιμώ να στα χώνω μπας και ξυπνήσεις παρά να δώσω μια κλωτσιά στην φιλία μας.
- Έτσι, έτσι. Και να συνεχίζεις να μου τα χώνεις. 
- Αλλά ποτέ δεν θα μεγαλώσεις.
- Σωστά! Είπε και γελάσαμε μαζί.
Υποτίθεται ότι είμαστε μεγάλοι και ώριμοι άνθρωποι πια. Πως από πάνω μας πέρασαν πια ανεπιστρεπτί τα χρόνια εκείνα της ανέμελης εν μέρει ζωής και της ξενοιασιάς της εφηβικής νιότης που αποχαιρετούσαμε. Εγώ προσπαθούσα να κρατήσω την φιλία αυτής της νιότης κι ο Στράτος προσπαθούσε με κάθε τρόπο να δοκιμάσει και αποδοκιμάσει. Ξεχνούσε ότι οι γκόμενες έφευγαν αλλά εμείς μέναμε πάντα κοντά του. Μάλλον εγώ έμενα πάντα κοντά του, γιατί ο Γιάννης ήδη είχε φύγει στην Κρήτη διορισμένος από καιρό. Προσπαθούσα να τραβήξω απ'το χέρι τον Στράτο και να τον επαναφέρω στην πραγματικότητα. Τον τρόμαζε η ιδέα ότι θα έχανε τα πάντα απ'την επιπολαιότητα που του χτυπούσε μονίμως το κεφάλι. Είχε κάνει φιλίες και άλλες τόσες τις διέλυσε, γιατί θεωρούσε ότι όλοι δεν τον υποστήριζαν όπως περίμενε και ποτέ μα ποτέ δεν έκανε τον κόπο να ξεδιαλύνει μέσα του αν κι ο ίδιος ήταν εντάξει απεναντί τους. Ήθελε μόνιμη στήριξη στα "θέλω" και "πιστεύω" του, όχι όμως να κάνει κι ο ίδιος το ίδιο στους γύρω του. Με κοιτούσε και διέκρινα στο βλέμμα του εκείνη την αλήθεια που την έκρυβε επιμελώς πίσω απ'τις κινήσεις του: "κάνω βλακείες, αλλά μη με παρεξηγείς, έτσι είμαι εγώ". Και δεν μπορούσα να μην τον συγχωρήσω. Πως άλλωστε να μην το κάνω; Αφού με έδενε μαζί του ένα νήμα αγάπης που δεν ήθελα με τίποτε να κόψω. Δεν ήθελα με τίποτε να πετάξω τα χρόνια που πέρασαν, που μέσα από αυτόν έμαθα κι εγώ να αγαπώ και να παλεύω γι'αυτά που έδιναν αξία στην ζωή μου. Πόσες και πόσες φορές έπιασα τον εαυτό μου να κουράζεται μαζί του και την άλλη μέρα να έχω αλλάξει γνώμη, αποφασισμένη να σταθώ στο ύψος της κάθε στιγμής, ασήμαντης ή μη. Δεν με ένοιαζε ποιά θα είχε στην ζωή του. Η οποιαδήποτε Εύα δεν ήταν σε θέση να καταλάβει εμένα, πόσο μάλλον να κόψει το δέσιμο που είχαμε εγώ κι ο Στράτος. Η ευτυχία του ήταν και δική μου ευτυχία και η ευτυχία μου δική του. Ήταν αλληλένδετα τα συναισθήματά μας κι αν εκείνος το ξεχνούσε, μια συνάντηση μας για έναν καφέ και μόνο, ήταν ικανή να του το υπενθυμίσει. Έτσι απλά!

4 σχόλια :

παπαρουνα είπε... [Απάντηση]

πολυ ωραιο κεμενο

ο στρατος πληωνει την ευα που προσπαθει να του θυμισει την παλια φιλια τους...μα εκεινος επιμενεινα θετει τα ορια αναμεσα στη φιλια και τη σχεση και δεν εχει χωρο πια γι αυτην......και στη ζωη παιζονται αυτα τα παιχνιδια..θα μπορουσε να ηταν αληθινη ιστορια

SummerDream είπε... [Απάντηση]

Καλώς την!
Μα είναι αληθινή ιστορία. Έχει συμβεί! ;)

George είπε... [Απάντηση]

Το έχω ζήσει. Και ξέρεις το έχω ζήσει και από τη δική σου πλευρά και από του Στράτου.
Χαράματα διάβασα το κείμενο σου και η γραφή σου ήταν τόσο οικεία που ήταν λες και είχα παρέα στην πολυθρόνα απέναντι μου.
Να έχεις μια όμορφη Κυριακή.

SummerDream είπε... [Απάντηση]

Καλημέρα George και σ'ευχαριστώ για την επίσκεψη και που με "παρακολουθείς"! Χαίρομαι που σου αρέσει ο τρόπος που γράφω. Έτσι με εκφράζει. Όλα όσα δεν μπορώ να πω με το στόμα τα εκφράζω γραπτώς.

Εγώ το'χω ζήσει και το'χω ξαναζήσει και το ακόμη πιο περίεργο είναι ότι όταν βρέθηκα κι εγώ στην θέση του "Στράτου", εκείνος στην προσπάθειά του να με προστατεύσει, το αντίθετο ο τρόπος του έδειχνε ότι ήθελε να με χωρίσει από κάποιον που είχα γνωρίσει. Ειλικρινά μου κακοφάνηκε, γιατί στην περίπτωσή μου φάνηκε πως ήθελε:"και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο". Δεν του έκανα την χάρη όμως... Κάποια στιγμή -αναλόγως την έμπνευση κιόλας- θα την γράψω κι αυτή την ιστορία!

Καλή εβδομάδα να'χουμε και καλό μήνα!