Σάββατο, 12 Ιουλίου 2008

Κάτι σαν ψέμα, κάτι σαν όνειρο (2)


Το χαμηλό φως του καντηλιού επάνω στο γείσο του τζακιού απέναντι στο διπλανό δωμάτιο, μ’ έκανε να καταλάβω ότι βρισκόμουν στο σπίτι. Το ποτήρι με το νερό το είχα βάλει εγώ από βραδύς. Τι ώρα ήταν; Το καντήλι στο υπνοδωμάτιο μου είχε σβήσει. Ανασηκώθηκα καλύτερα και σχεδόν στα τυφλά έπιασα τον αναπτήρα απ’ το τραπεζάκι δίπλα μου κι άναψα ένα κερί. Το ρολόι έδειχνε έξι παρά. Μόνο δύο λεπτά είχαν περάσει απ’ την στιγμή που ‘χα κλείσει τα μάτια; Κι αυτό που έζησα στον εφιάλτη μου νόμιζα πως είχε κρατήσει ώρες. Όλο το βράδυ δεν είχα καταφέρει να κοιμηθώ. Ένα προαίσθημα με είχε τρελάνει. Ένοιωθα πως σε κάθε γωνιά του σπιτιού έβλεπα τον Στράτο. Ήρθα διακοπές εδώ πάνω μόνη μου προκειμένου να αντιμετωπίσω την ανάμνησή του κι αντί αυτή να με ανακουφίζει, ένοιωθα να με στοιχειώνει. Κάτι μου έλεγε πως κάτι θα συνέβαινε, αργά ή γρήγορα. Δεν μπορούσα μόνο να πιάσω κατά πόσο αυτό το προαίσθημα ήταν για καλό ή για κακό.
Σηκώθηκα και πήγα στην κουζίνα κι ήπια νερό απ’ την βρύση και έβρεξα το πρόσωπό μου για να ξυπνήσω απ’ την παραζάλη που μου ‘χε αφήσει ο εφιάλτης. Απ’ την πόρτα της κουζίνας διέκρινα πως άρχιζε σιγά σιγά να ξημερώνει. Κοίταζα έξω σαν χαμένη… Ένοιωθα το κεφάλι μου βαρύ, μα δεν είχα και διάθεση τώρα να επιστρέψω στο κρεβάτι μου και να προσπαθήσω να κοιμηθώ. Πήγα στο υπνοδωμάτιο για να αλλάξω. Έβαλα ένα σορτσάκι και ένα μακό μπλουζάκι, χτένισα πρόχειρα τα μαλλιά μου, πήρα τα κλειδιά μου και βγήκα απ’ το σπίτι. Μύρισα τον αέρα και ένοιωσα το οξυγόνο να διαπερνά κάθε πόρο στο κορμί μου. Βγήκα απ’ την αυλή κι άρχισα να περπατώ. Μέσα μου ένοιωθα άδεια και στο μυαλό μου δεν υπήρχε η παραμικρή σκέψη για να συνειδητοποιήσω που πήγαινα τόσο πρωί.
Το κρύο πρωινό αεράκι μου χτυπούσε το πρόσωπο και το ένοιωθα σαν χάδι. Ο αυγερινός στον ουρανό ήταν η μοναδική μου συντροφιά εκείνη την στιγμή που με ακολουθούσε στην διαδρομή μου. Σαν ένας φίλος που ήθελε απλά να μου συμπαρασταθεί σε εκείνη την κάπως περίεργη στιγμή μου. Ξαφνικά μια σκέψη πέρασε απ’ το μυαλό μου: «Μα γιατί τα απλά πράγματα σε αυτή την ζωή να τα κάνουμε τόσο δύσκολα»; Θυμήθηκα αυτό που έζησα στο όνειρό μου’ ποτέ μου δεν είχα γνωρίσει αυτό το πρόσωπο του Στράτου και αναρωτιέμαι αν το έχει όταν είναι εκτός εαυτού. Και με έψαχνε… Γιατί; Άραγε θα το ‘κανε αυτό ποτέ του για μένα, αν τα πράγματα κι οι συνθήκες μας είχαν φέρει πολύ πιο κοντά; Όχι-όχι δεν έπρεπε να επιτρέπω στον εαυτό μου τέτοιες σκέψεις. Έπρεπε να δώσω ένα τέλος σε όλο αυτό… Η επιστροφή δεν θα ήταν ακριβώς επιστροφή μετά τις διακοπές! Θα ήταν η αφετηρία για την μεγάλη φυγή μου. Το όφειλα στον εαυτό μου άλλωστε.
Πόσο πια να παίζω τον ρόλο της καλή φίλης, ενώ μέσα μου τα συναισθήματά μου παλεύουν να κρατήσουν την ισορροπία μου; Χρωστούσα στον εαυτό μου να ‘μαι φίλη με τον εαυτό μου. Ο Στράτος άλλωστε δεν με είχε ανάγκη πια. Ήταν μαζί με την Δέσποινα, είχε δρομολογήσει τα προσωπικά του και την ζωή του γενικώς, άρα εγώ ήμουν περιττή.
Χωρίς να το καταλάβω είχα φθάσει στην παραλία! Δεν ήταν και μακριά. Αλλά κι απ’ την άλλη μάλλον σχεδόν έτρεχα κι όχι βάδιζα κι εγώ δεν το είχα καταλάβει! Η θάλασσα έδειχνε γαλήνια σε σχέση με αυτό που γινόταν μέσα μου! Τρικυμία επικρατούσε στην ψυχή μου! Μια βάρκα ήταν τραβηγμένη στην άμμο της παραλίας. Πλησίασα και κάθισα! Το πρώτο φως διακρινόταν και κάπου στο βάθος διακρινόταν το κόκκινο φως του ήλιου. Θα έβλεπα την ανατολή του ήλιου. Μόνη μου: «Θέλω να μείνουμε να δούμε την ανατολή του ήλιου» μου ήρθαν στο μυαλό μου τα λόγια του από εκείνο το καλοκαίρι. Αλλά ποτέ τελικά δεν είδαμε!
Τα φώτα πέρα μακριά τρεμόπαιζαν και μερικά έδειχναν να σβήνουν. Κάτι φωτιές που είχαν σβηστεί με την άμμο, κάπνιζαν ακόμη! Μάλλον το βράδυ κάποιοι είχαν κάτσει να χαλαρώσουν και σκέπασαν την φωτιά με την άμμο βιαστικά. Έκανε ψύχρα! Κάτι που δεν υπολόγισα φεύγοντας. Δεν το σκέφτηκα καν. Αυτό που ήθελα ήταν να ξεφύγω απ’ το σπίτι και τις αναμνήσεις! Κάθισα στο πλάι της βάρκας, ώστε να μην νοιώθω την πρωινή δροσιά να με περονιάζει. Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου φάνηκαν χρυσοκόκκινες εκεί πέρα στον ορίζοντα και να καθρεπτίζονται στην θάλασσα. Πέρα στην ακτή κάποιος έκανε περίπατο μόνος ρίχνοντας πεντόβολα στην θάλασσα. Νόμιζα πως εγώ ήμουν η τρελή που ξεχύθηκε τέτοια ώρα στην παραλία, αλλά να που κι άλλος ήταν το ίδιο τρελός! Ποιος ξέρει τι προβλήματα και τι σκέψεις να κουβαλά κι αυτός…

Κάρφωσα το βλέμμα μου στην θάλασσα. Πάντα με ηρεμούσε και με βοηθούσε να βάλω τις σκέψεις μου σε μια τάξη. Ώρες ατελείωτες περνούσα τα καλοκαίρια εδώ και δεν με ένοιαζε αν ο ήλιος ήταν ψηλά και με ξερόψηνε στους 40 βαθμούς κελσίου. Αρκεί που ένοιωθα καλά και όμορφα μέσα μου!
- Εδώ είσαι τελικά; Σ’ έψαχνα! Άκουσα μια φωνή που δεν ξέρω από πού ερχόταν.
Μάλλον το μυαλό μου επέμενε να κοιμάται και να ‘χει καταγραμμένο το όνειρο το πρωινό. Συμβαίνει καμιά φορά εκεί στο βάθος του μυαλού μας να ακούμε μια φωνή είτε είναι γνωστή είτε άγνωστη για να μας ξυπνήσει όταν πρέπει, όταν νοιώθουμε μια κατάπτωση, μια κατάθλιψη από κάποιο γεγονός που μας βάζει σε σκέψεις. Ήταν λες και μ’ είχε πάρει προς στιγμήν ο ύπνος. Νύσταζα κι η θάλασσα με βοηθούσε να ηρεμήσω και να κλείνω τα μάτια μου φέρνοντας μπροστά μου όμορφες εικόνες από αναμνήσεις παλιές.
- Μαρίνα; Τι κάνεις εδώ τέτοια ώρα; Ξανάκουσα την ίδια άλλα γνώριμη φωνή.
Μέσα μου ένοιωθα μια περίεργη αγωνία και η καρδιά μου ανέβαζε τους χτύπους της απ’ το άκουσμα της φωνής. Άνοιξα τα μάτια μου και κάποιος είχε σταθεί μπρος μου και μου έκρυβε την θάλασσα. Σήκωσα το βλέμμα μου και οι ώμοι μου πετάχτηκαν απ’ τον τρόμο. Ασυναίσθητα έβαλα το χέρι μου στο μέρος της καρδιάς για να ηρεμήσω. Την ένοιωθα να χτυπά σαν τρελή τώρα.
- Δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό! Ψιθύρισα.
- Σε τρόμαξα; Δεν το ήθελα! Μίλησα πριν αλλά μάλλον δεν με άκουσες.
Στεκόταν μπροστά μου εκείνος. Γονάτισε και πήγε να με πιάσει απ’ τα χέρια! Τραβήχτηκα απότομα. Ένοιωσα τους καρπούς μου να πονάνε στην προσπάθεια μου να πιαστώ απ’ την βάρκα και να σηκωθώ.
- Εξαφανίσου κι άσε με ήσυχη! Ψιθύρισα και πάλι μέσα απ’ τα δόντια μου κι αρκετά θυμωμένη και τρομαγμένη απ’ την παρουσία του.
- Μα, τι έπαθες; Με ξαναρώτησε.
- Είναι φυσιολογικό να μου κάνεις τέτοια ώρα επίσκεψη; Του είπα θυμωμένα καθώς προσπαθούσα να τινάξω την άμμο απ’ τα χέρια και τα πόδια.
- Ήθελα να σε δω και δεν μπορούσα να περιμένω πότε θα γυρίσεις.
Κάθισε στην άμμο παίζοντας με το πακέτο τα τσιγάρα του και με κοίταζε σαν να μου ζητούσε συγγνώμη για την αναστάτωση.
- Τέτοια ώρα; Τι έγινε αλήθεια και ήρθες εδώ πάνω;
- Πήρα άδεια δυο μέρες. Η Δέσποινα είναι νύχτα στην δουλειά και δεν ήθελα να την ανησυχήσω. Ούτως ή άλλως όταν είναι νυχτερινή δεν συναντιόμαστε συχνά στο σπίτι! Μου είπε χαμογελώντας με ένα παράπονο στο βλέμμα.
- Κι είπες: ας ανησυχήσω την Μαρίνα! Του είπα και κάθισα δίπλα του.
- Δεν έχω τέτοιο σκοπό. Δεν έκανα κοπάνα για να σε ανησυχήσω…
- Με τι δικαιολογία έφυγες;
- Ότι πάω για ψάρεμα μ’ ένα φίλο!
Χαμογέλασα και μάλλον δεν το πρόσεξε. Του αναγνώριζα την μοναδικότητά του να λέει ψέματα πολύ πιστευτά! Κι η Δέσποινα έχοντας εμπιστοσύνη σ’ αυτόν τον πίστεψε! Ποιος αλήθεια θα βρεθεί να της πει ότι ο καλός της, δεν άξιζε την εμπιστοσύνη της; Έτσι είναι όταν δεν τον ξέρεις καλά τον άλλο. Προκειμένου να προχωρήσεις μαζί του πρέπει να τον εμπιστευτείς. Και ποιος ξέρει πόσο καλά ήξερε τον Στράτο της η Δέσποινα! Γύρισα και τον κοίταξα, όσο εκείνος άναβε τσιγάρο. Ήταν όμορφος όπως πάντα. Τα μάτια του δεν γυάλιζαν και τα χείλη του δεν ήταν μια γραμμή. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του δεν ήταν παραμορφωμένα. Ο εφιάλτης που είχα δει, δεν είχε σχέση με αυτόν εδώ τον «Εφιάλτη». Η καρδιά μου είχε ηρεμήσει, αλλά μια αγωνία μέσα μου με έτρωγε τώρα. Είχα ένα προαίσθημα ότι κάτι θα συνέβαινε. Δεν μπορούσα όμως να το εξηγήσω. Με κατάλαβε ότι τον παρατηρούσα:
- Τι συμβαίνει; Με ρώτησε με απορία.
- Γιατί ήρθες Στράτο εδώ πάνω; Τον ρώτησα αγωνιώντας να πάρω την απάντηση που ήθελα να ακούσω. Αλλά με απογοήτευσε:
- Ειλικρινά, δεν ξέρω. Ένοιωσα την ανάγκη να ‘ρθω και πριν τρελαθώ το έκανα.
Δεν έβγαζα νόημα. Η συμπεριφορά του αυτή θα με τρέλαινε. Έδειχνε συμπεριφορά ενός ανθρώπου που ένοιωθε ότι κάτι χανόταν απ’ την ζωή του και θα έκανε ότι μπορούσε για να μην το χάσει. Βέβαια μπορεί να χανόμουν απ’ την ζωή του, αλλά δεν πίστευα ότι ίσως είχε διαισθανθεί ότι δεν θα με ξανάβλεπε ποτέ! Δεν ήταν τέτοιος άνθρωπος! Γύρισε και με κοίταξε στα μάτια και είδα τα μάτια του να βουρκώνουν.
- Μπορεί και να ξέρω, αλλά δεν θέλω να το πιστέψω. Μου είπε και με τράβηξε επάνω του βάζοντας με στην αγκαλιά του.
- Στράτο δεν έπρεπε να έρθεις. Ότι και να ‘ναι δεν μπορώ να βοηθήσω. Του είπα απαλά.
- Σσς! Σε παρακαλώ μη μιλάς. Κοίτα εκεί τον ήλιο. Θυμάσαι που θέλαμε να δούμε την ανατολή αλλά ποτέ δεν την είδαμε; Να ‘τη τώρα! Κοίτα!

Δεν υπάρχουν σχόλια :