Παρασκευή, 11 Ιουλίου 2008

Κάτι σαν ψέμα, κάτι σαν όνειρο

Σημείωση απ'την... "συγγραφέα" του blog:

Κάπως έτσι είχα κάνει την αρχή στο χειρόγραφο κείμενο της ιστορίας. Όμως δεν υπήρχε αλήθεια. Ήταν ότι φανταζόμουν να είχε συμβεί ώστε εκεί που υπάρχει η αρχή να δωθεί κι ένα τέλος. Όμως επειδή η έμπνευση κι η φαντασία μου εκείνο το διάστημα ήταν σε πλήρη... αρμονία, αποφάσισα να μοιραστώ μαζί σας, αυτό το μέρος του 'βιβλίου' που δεν δημοσίευσα και που στο τέλος δεν θα έβγαινε νόημα για το τι συνέβη στους δύο ήρωες στην πραγματικότητα. Ελπίζω να σας αρέσει. Ίσως είναι απ'τα καλύτερα κείμενα που έγραψα... ίσως και πάλι όχι. Εσείς που διαβάζετε ό,τι διαβάζετε εδώ μέσα μπορείτε να είστε οι κριτές μου.



Το κλαμπ ήταν αποπνικτικά γεμάτο. Η μυρωδιά απ’ τα αναμμένα τσιγάρα και τα ποτά, είχαν αναμειχθεί κι άφηναν μια εμετική οσμή να κυριαρχεί όλο τον χώρο, παρ’ όλο που ο εξαερισμός ήταν ανοιχτός και τον ένοιωθε κανείς στον σβέρκο του. Εγώ, η Βάνα κι η μητέρα της διασκεδάζαμε. Είχαμε ζαλιστεί απ’ τα ποτά και τα σφηνάκια που μας κερνούσε ο μπαρ-μαν. Το κέφι είχε ανέβει αρκετά. Κι η Βάνα είχε ανέβει στην μπάρα χορεύοντας καταπληκτικά ένα τσιφτετέλι. Ο κεντρικός προβολέας του κλαμπ είχε ρίξει το φως του επάνω της κάνοντας την πρωταγωνίστρια της στιγμής, ενώ μπροστά στα πόδια της δυο σερβιτόροι άνοιγαν μια σαμπάνια για χάρη της, κερασμένη απ’ το κλαμπ. Ήταν ένας κανόνας αυτός για όποια γυναίκα χόρευε όμορφα και έκανε τα βλέμματα να πέφτουν επάνω της. Κι η Βάνα, το’ χε αυτό το προνόμιο. Εγώ κι η μητέρα της από κάτω την συνοδεύαμε με τα δικά μας τσαλίμια και χτυπώντας παλαμάκια. Σε μια στροφή μου το μάτι μου πήρε στην άκρη της μπάρας τον Στράτο. Δεν έδειχνε να διασκεδάζει, παρά κάπνιζε και έπινε νευρικά. Έκανα πως δεν τον είδα και γύρισα στην Βάνα που συνέχιζε να χορεύει.
- Διασκεδάζουμε; Άκουσα δυνατά μέσα στ’ αυτί μου ξαφνικά τη φωνή του Στράτου.
- Ναι! Του απάντησα καθώς γύρισα προς το μέρος του.
Η Βάνα κι η μητέρα τους δεν αντέδρασαν καν στην παρουσία του αδερφού και γιου τους, παρά συνέχισαν να χορεύουν κι αυτή την φορά που η Βάνα είχε κατέβει απ’ την μπάρα χόρευαν με μια διπλανή παρέα. Δεν καταλάβαινα τι γινόταν. Προς στιγμήν πέρασε απ’ το μυαλό μου πως μάλλον είχαν παρεξηγηθεί μεταξύ τους.
- Που ήσουν και σ’ έψαχνα; Μου ξαναμίλησε ο Στράτος.
- Πότε με έψαχνες; Τον ρώτησα με απορία.
- Γιατί δεν απαντάς σε αυτό που σε ρωτάω; Με ξαναρώτησε εκνευρισμένος.
Δεν πρόλαβα να απαντήσω και ήδη μ’ είχε αρπάξει απ’ το χέρι οδηγώντας με κοντά στην έξοδο, μιας και η μουσική εκεί ήταν λιγότερο έντονη και μπορούσαμε να ακούσουμε ο ένας τον άλλον.
- Γιατί δεν απαντάς; Που ήσουν; Σ’ έψαχνα. Το ξέρεις; Άκουσα ξανά την θυμωμένη φωνή του Στράτου.
Ένοιωθα δυνατό πόνο στους καρπούς των χεριών μου και τα δάχτυλά μου να πρήζονται. Προσπάθησα να αποτραβηχτώ από κοντά του και να ελευθερώσω τα χέρα μου. Πόνεσα περισσότερο τώρα.
- Άφησε με! Του είπα ήρεμα κοιτώντας με ένα βλέμμα ικεσίας.
- Πες μου που ήσουν;
Δεν καταλάβαινα όλον αυτόν τον παραλογισμό. Πότε με ζήτησε; Πότε με έψαξε; Τι εννοούσε; Τι ήθελε; Προσπάθησα με το βλέμμα μου να ζητήσω βοήθεια από κάποιον γύρω μου. Κανένας δεν έδειχνε να μας κοιτά. Ήταν λες και δεν υπήρχαμε λες και ήμασταν αόρατοι. Ένοιωσα προς στιγμήν τα χέρια μου να απελευθερώνονται και την καρδιά μου να χτυπά σαν τρελή απ’ την αγωνία. Η Βάνα και η μητέρα της συνέχιζαν να χορεύουν κι απορούσα γιατί δεν μπήκαν στον κόπο να με αναζητήσουν αφού δεν πρόλαβα να τους πω τίποτε κι αφού δεν πρόσεξαν καν ότι εγώ έλειπα από κοντά τους. Ένοιωθα εντελώς μόνη και ανυπεράσπιστη απέναντι στον εξαγριωμένο Στράτο, που πρώτη φορά αντίκριζα αυτό του το πρόσωπο. Έκανα να φύγω, μα πάλι με τράβηξε κοντά του. Αιφνιδιάστηκα και έκανα να αποτραβηχτώ, αλλά δεν μπορούσα. Ήδη ο καρπός μου πονούσε πάρα πολύ και τώρα ο Στράτος με ταρακουνούσε απ’ τα μπράτσα.
- Γαμώ την τρέλα μου. Γιατί δεν μου λες που ήσουν; Σ’ έψαχνα.
Επέμεινε πιο άγρια και πιο βίαια. Πρώτη φορά βλέποντας τον με φόβισε η μορφή του: τα μάτια του γυάλιζαν και τα χείλη του είχαν σχηματίσει μια γραμμή.
- Άφησέ με! Του είπα με λυγμό.
Δεν με άκουσε κι επέμεινε να μου σφίγγει τα μπράτσα και να επαναλαμβάνει τα ίδια και τα ίδια λόγια:
- Που ήσουν; Σ’ έψαχνα!
- Άφησέ με σου λέω!
Έκανα να φωνάξω βοήθεια. Όμως απ’ το στόμα μου δεν έβγαινε λέξη, παρά μόνο βογγητό απ’ τον πόνο και την προσπάθεια να ελευθερωθώ απ’ τα χέρια του. Η καρδιά μου χτυπούσε σα τρελή. Η μουσική δυνάμωσε περισσότερο. Το βλέμμα μου πλανήθηκε τριγύρω. Κανένας δεν μας κοίταζε ούτε καν από περιέργεια… Όλοι χόρευαν ξέφρενα με μια μουσική επίσης ξέφρενη! Ξαφνικά όλα στο μυαλό μου έγιναν ένα: η μουσική, η φασαρία απ’ τον κόσμο, η φωνή του Στράτου.
- Άφησέ με! Φώναξα στο κενό. Ο Στράτος αγρίεψε περισσότερο:
- Που ήσουν; Πες μου! Σ’ έψαχνα. Γιατί δεν το καταλαβαίνεις;
Τρόμαξα πάρα πολύ: «Θεέ μου, βοήθησε με να γλυτώσω απ’ τα χέρια του»:
- Άφησέ με, άφησέ με, άφησέ με!
Φώναζα και πάλευα και βογκούσα να ελευθερωθώ. Εκείνος δεν μ’ άφηνε και προσπαθούσα περισσότερο. Τα μπράτσα μου πονούσαν κι αυτά τώρα κι εκείνος δεν αντιδρούσε όσο κι αν εγώ προσπαθούσα να ελευθερωθώ. Δεν άντεξα και πολύ, ένοιωσα να εγκαταλείπω την προσπάθεια. Ήταν πολύ δυνατός. Ξαφνικά με τράβηξε επάνω του και με κοίταξε έντονα στα μάτια. Στα μάτια του δεν έβλεπα τον Στράτο, αλλά το μίσος του. Δεν καταλάβαινα το γιατί.
- Άφησέ με! Του είπα λιγοψυχώντας και παραδομένη πια σε αυτόν.
Το πρόσωπο του συσπάστηκε και άλλαξε διαγράφοντας ένα απάνθρωπο μίσος που δεν μπορούσα να εξηγήσω και ξαφνικά ένοιωσα να εκσφενδονίζομαι μερικά μέτρα πιο κει στο έδαφος, χάνοντας τις αισθήσεις μου.


Άνοιξα τα μάτια μου. Ήταν ακόμη νωπά απ’ τα δάκρυά μου. Τα χέρια μου, με πονούσαν πολύ. Η καρδιά μου κόντευε να σπάσει απ’ τους έντονους χτύπους της. Η μουσική είχε σταματήσει, τα φώτα είχαν σβήσει και η εμετική οσμή είχε αποχωρήσει. Κρύωνα όμως… Που βρισκόμουν; Το βλέμμα μου στράφηκε στην οροφή’ δεν υπήρχαν φωτορυθμικά. Έτριψα τα μάτια μου και προσπάθησα να καταλάβω τι μου είχε συμβεί. Το κεφάλι μου πονούσε από ένα ατελείωτο βουητό στ’ αυτιά μου και τα μηνίγγια μου ήταν έτοιμα να σπάσουν. Με το βλέμμα μου αναζήτησα τον Στράτο. Έκανα να του μιλήσω μα ένοιωσα το στόμα μου να κολλά σαν να είχα αφυδατωθεί.
Οι γωνιές των χειλιών μου με έτσουζαν και τα χείλια μου είχαν σκάσει. Μα πόσο καιρό ήμουν έτσι; Μες την παραζάλη μου προσπάθησα να ξαναφέρω πίσω τα λογικά μου. Ο λήθαργος δεν ήταν καλός σύμβουλος: «Νερό! Λίγο νερό!» έλεγα και ξανάλεγα. Η Βάνα που ήταν; Η μητέρα της; «Νερό!» ξανάπα. Το βουητό στο κεφάλι μου άρχισε να υποχωρεί. Γύρισα το κεφάλι μου και είδα ότι δίπλα μου σε ένα τραπεζάκι υπήρχε ένα ποτήρι με κάτι υγρό μέσα. Δεν με ένοιαζε τι μπορεί να ήταν, ήθελα απλά να βρέξω το στόμα μου. Τα χέρια μου με πονούσαν και με δυσκολία άπλωσα το ένα να πιάσει το ποτήρι και να το φέρω στα χείλη μου μπροστά. Ήταν νερό. Ναι, ήταν νερό! Το υγρό έτρεξε δροσερό στον οισοφάγο μου. Στον λήθαργό μου, μου φαινόταν παγωμένο. Έπινα όσο πιο αργά μπορούσα, γουλιά-γουλιά. Τα χείλη μου μαλάκωσαν αλλά τα σκασίματα τους μου δημιούργησαν μεγαλύτερο τσούξιμο… Άφησα το ποτήρι στο τραπεζάκι.
Προσπάθησα να καταλάβω τι μου είχε συμβεί. Έκλεισα τα μάτια μου και θυμήθηκα τον εξαγριωμένο Στράτο. Ξανάνοιξα τα μάτια μου και ανασηκώθηκα… Δεν ήμουν στο έδαφος αλλά σε κρεβάτι. Κοίταξα τριγύρω και τελικά διαπίστωσα πως είχα ζήσει έναν αληθινό εφιάλτη!

1 σχόλιο :

Λάκης Φουρουκλάς είπε... [Απάντηση]

Καλογραμμένο, αλλά δεν μπορώ να εκφέρω άποψη μέχρι να διαβάσω ολόκληρο το βιβλίο. Καλό σαββατοκύριακο