Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2009

Η επιστροφή



Σεπτέβρης. Σε μια βεράντα ενός μικρού εξοχικού σπιτιού, μια νέα γυναίκα κάθεται μπροστά σε ένα τραπέζι. Έχει ένα ραδιόφωνο που παίζει μουσική και απλωμένο μπροστά της ένα μεγάλο τετράδιο. Είναι αποροφημένη. Το βλέμμα στιγμές-στιγμές στέκεται απλανές επάνω στο άπειρο και σκέφτεται με πια σειρά να σημειώσει όλα όσα έχουν στοιβαχθεί στο κεφάλι της. Μάλλον ήξερε την σειρά τους, όμως πως να έκανε την αρχή; Ο καιρός μουντός κι ο ζεστός αέρας του φθινοπώρου σέρνει τα φύλλα που έχουν πέσει μέσα στην αυλή πότε από δω και πότε από κει. Τα σύννεφα κάνουν το μεσημέρι να μοιάζει με απόγευμα και η ώρα όσο περνά το σκοτεινιάζει περισσότερο. Ξεχασμένη στο τετράδιό της επάνω έχει ξεχάσει πως η ώρα είχε περάσει, πως από το πρωί, δεν είχε βάλει τίποτε στο στόμα της κι ένας καφές σε ένα ψηλό ποτήρι έδειχνε πως έχανε την φρεσκάδα του με το πέρασμα των λεπτών της ώρας.

Αυτή η εικόνα έχει κολλήσει στο μυαλό μου τόσο έντονη. Προσπαθώ να δω τον εαυτό μου από μια άλλη γωνία. Σαν να έχω βγει απ'το σώμα κι έχω ταξιδέψει στον χρόνο κι αντικρίζω αυτήν την νέα γυναίκα που είμαι εγώ να γράφει. Θυμάμαι ότι έγραφα συνεχώς. Όπου έβρισκα. Είχα δεν είχα χαρτί, θα προσπαθούσα να βρω για να σημειώσω μια εικόνα απ'το τότε που μου έκανε ξαφνικά επίσκεψη. Είχα γεμίσει μια τσάντα με τετράδια, μικρά και μεγάλα και χαρτιά. Ακόμη και χαρτοπετσέτες. Πίστευα ότι αν δεν σημείωνα αυτό που είχε κολλήσει στο κεφάλι μου κάποια στιγμή θα χανόταν. Σκεφτόμουν πως όλα αυτά κάποτε θα τα έβαζα στην σειρά και θα είχα έτσι σε ένα δικό μου προσωπικό μου βιβλίο όσα είχαν χαραχτεί μέσα μου. Και ήμουν αποφασισμένη να το κάνω. Και για να το κάνω θα έπρεπε να ήμουν μόνη μου. Εντελώς. Μόνο έτσι όλος ο χρόνος της ημέρας θα ήταν ολοδικός μου για να αφοσιωθώ σε αυτό που με έκαιγε να κάνω.Μόνο που χρειαζόταν να γυρίσω πίσω. Να κάνω το ταξίδι εκείνο που θα μου ζωντάνευε όλες τις εικόνες. Ένιωθα άλλωστε στην σκέψη πως υπήρχε μια πρόσκληση από εκείνο το μέρος να βρεθώ εκεί. Ένιωθα πως μόνο έτσι θα γαλήνευαν τα μέσα μου. Η επιστροφή ήταν σημαντική.

Ήταν μιε εποχή τόσο δύσκολη για μένα συναισθηματικά. Ίσως ήταν η χειρότερη της ζωής μου. Ήταν την εποχή που προσπαθούσα να βρω δικαιολογίες για να μαζέψω τα κομμάτια μου και να συνεχίσω. Δεν γινόταν. Οι αναμνήσεις με στοίχειωναν μέρα με τη μέρα και έγραφα. Κάθε λέξη ένα χαμόγελο, κάθε λέξη κι ένα δάκρυ. Εκεί που ένιωθα λύτρωση, ξανά πάλι έπεφτα στο σκοτάδι μου. Ποτέ μου δεν ήμουν έτσι άλλη φορά. Ο πόνος της καρδιάς όσο έδειχνε δυσβάχτατος, τόσο εγώ επέμενα να τον νιώθω. Όταν η λογική μου έλεγε ότι όλο αυτό που συνέβη τότε δεν ήταν στην ουσία κάτι το σημαντικό, εμένα η καρδιά μου έλεγε άλλα.

- Που θα μείνεις παιδάκι μου εδώ μόνη σου; Χωρίς ρεύμα; Δεν φοβάσαι;
- Γιατί; Λες να με φάνε τα φαντάσματα;
Η μητέρα μου ανατρίχιαζε στο ενδεχόμενο ότι φθινοπωριάτικα σε μια έρημη από κόσμο περιοχή για την εποχή, θα έμενα μόνη μου. Φοβόταν πως αν τύχαινε κάτι δεν θα είχα κάποιον να ειδοποιήσω:
- Μαμά, αν τύχει κάτι θα σε πάρω απ'το κινητό.
Την καθησύχασα όταν μπήκε στο αυτοκίνητο για να γυρίσει πίσω στην πόλη. Κούνησε το κεφάλι της αγανακτισμένη με την ξεροκεφαλιά που με έδερνε. Δεν ήξερε όμως. Για μένα αυτή η επιστροφή ήταν η λύτρωση. Χειρότερο φάντασμα απ'το πόνο που ένιωθα στην καρδιά μου δεν υπήρχε. Και φανταζόμουν ότι η επιστροφή στα γνώριμα μέρη θα με έκανε πιο δυνατή, θα ξαναζούσα στο μυαλό μου εκείνες τις διακοπές και την μετέπειτα εκδρομή μας κι έτσι ίσως αυτό να με λύτρωνε και να γυρνούσα πιο δυνατή από ποτέ ή ίσως ο πόνος της καρδιάς μου να ήταν πιο γλυκός.
Είδα που χάθηκε το αυτοκίνητο απ'το οπτικό μου πεδίο και βρήκα την ευκαιρία να κάνω μια βόλτα με το ποδήλατό μου. Όλα ήταν ίδια μα τόσο διαφορετικά. Ένιωθα ότι όλα τα μέρη της περιοχής ήταν στοιχοιωμένα. Σαν μια απίστευτη μετάλλαξη. Σαν βιντεοπαιχνίδι που ξαφνικά η ηλιόλουστη μέρα γινόταν σκοτεινή και τρομακτική με μια σειρήνα να ουρλιάζει γιατί κάπου παραμόνευε το κακό. Και η σειρήνα του μυαλού μου ούρλιαζε. Οι βαθιές ανάσες που έπερνα για να διώξω τα δάκρυα που είχαν φράξει την όρασή μου δεν βοηθούσαν. Ένιωθα να με πλακώνει ο καιρός και η επιστροφή μου φάνταζε σαν ταινία τρόμου.
Τράβηξα μέχρι την θάλασσα. Τρικυμία. Και η θάλασα σκοτεινή. Τα μαύρα σύννεφα την σκοτείνιαζαν. Ένιωθα ότι κάτι δεν με ήθελε εδώ. Εγώ επέμενα. "Πρέπει" φώναζα στον εαυτό μου. Και ξαφνικά εκεί στην ακροθαλασσιά έβλεπα τον Στράτο και την Μαρίνα να παίζουν ρακέτες, να χαμογελάνε, να πειράζονται, να κυνηγάνε το στρώμα στην θάλασσα, να κάνουν ηλιοθεραπεία και το λάδι στο δέρμα να γλυστρά και να ξυπνά αισθήσεις ερωτικές. 
Ακούμπησα το ποδήλατο στην άκρη μιας βάρκας που ήταν τραβηγμένη στην ακτή και περπάτησα μέχρι την ακροθαλασσιά. Έβαλα τα πόδια μου στο νερό. Η ανάσα μου με το ζόρι έδινε οξυγόνο στους πνεύμονές μου. Κοίταζα κατά μήκος της παραλίας μήπως και εμφανιζόταν. Καμιά ανθρώπινη παρουσία δεν υπήρχε. Η μαυρίλα του ορίζοντα δεν άφηνε κανέναν να κάνει βήμα και να βγει περίπατο στην θάλασσα. Μια προσμονή. Είχα μια προσμονή. Κοίταζα πέρα τον δρόμο μήπως τυχόν κι εμφανιζόταν ξαφνικά το αυτοκίνητό του.
Κι εκεί μπροστά να'σου μια φωτιά. Σκοτάδι ολόγυρα και η φωτιά απλά φώτιζε τρία γνώριμα πρόσωπα: του Γιάννη, του Στράτου και το δικό μου. Έβλεπα την φιγούρα μου να είναι σχεδόν ξαπλωμένη στο στήθος του Στράτου, που μου χάϊδευε τα μαλλιά και μου έσφιγγε την παλάμη. Έβλεπα την ηρεμία στο πρόσωπό μου κι ένα κρυφό χαμόγελο ικανοποίησης διαγραφόταν σε εκείνο το πρόσωπο που λίγο πριν είχε ξαφνιαστεί απ'την πρόθεση του Στράτου να με κάνει να αισθανθώ πιο άνετα. Και ξαφνικά, μια ψιχάλα βροχής με ξύπνησε. Βγήκα απ'το νερό και πήρα το ποδήλατό μου. Φαινόταν πια ότι τα σύννεφα έφερναν βροχή που σε λίγο θα ξέπλενε τα πάντα. Την μύριζα στον αέρα.

Γύρισα στο σπίτι με μπερδεμένα συναισθήματα κι ένα μυαλό φορτωμένο με αναμνήσεις. Όλα έδειχναν να ξεχυλίζουν εκεί. Έβγαλα όλες τις σημειώσεις μου και τις άπλωσα στο τραπέζι του καθιστικού. Κοίταζα και διάβαζα τα πάντα. Ναι! Έπρεπε να το κάνω. Δεν ξέρω για ποιό λόγο και γιατί, αλλά ένιωθα ότι έπρεπε όλα αυτά να τα βάλω στην σειρά: "Ξεκίνα απ'τις διακοπές και θα'ρθουν όλα τα υπόλοιπα" σκέφτηκα. Έφτιαξα έναν φραπέ. Η βροχή έξω πια ήταν τόσο δυνατή που δεν μπορούσα να δω τα βουνά στο πίσω μέρος του σπιτιού. Κατά περίεργο τρόπο αυτή η δύναμη της βροχής μου έφερνε ανακούφιση μέσα μου. Ένιωσα τέτοια ενέργεια που τα δάχτυλά μου αμέσως άρχισαν να γράφουν τις πρώτες λέξεις. Ακολούθησαν κι οι επόμενες: "Δεν έχει σημασία αν είναι αριστούργημα ή κάτι αδιάφορο, για σένα είναι ένας πολύτιμος θυσαυρός αναμνήσεων" σκέφτηκα και συνέχισα. "Ναι, αλλά ο Στράτος δεν πρέπει να το μάθει;" απόρρησα ξαφνικά. Το στυλό έπεσε απ'τα χέρια μου. Πως να πω στον Στράτο τι έκανα εγώ; Και γιατί; "Καλύτερα να μην ξέρει. Είναι ο δικός σου θυσαυρός" μου απάντησα και συνέχισα να γράφω.

Η βροχή δυνάμωνε. Είχα βγει στην βεράντα για να την ακούω και να την μυρίζω και μαζί της δυνάμωνε η ταχύτητα του χεριού μου που έγραφε. Και διάβαζα. Έφτανα στην μέση του τετραδίου της σελίδας κι έγραφα. Το κεφάλι μου το σήκωσα όταν πια το σκοτάδι της νύχτας είχε απλωθεί σαν πέπλο σε όλη την περιοχή και που μόνο το φως απ'την κολώνα της ΔΕΗ φώτιζε ότι είχα γράψει. Δεν μπορούσα να σταματήσω. Η μια ανάμνηση έφερνε την άλλη. Άναψα μια λάμπα πετρελαίου για να συνεχίσω. Έπρεπε να συνεχίσω. Δεν γινόταν να προσπεράσω τις μνήμες που με είχαν επισκεφθεί. Ένιωθα την παρουσία του Στράτου κι ας μην ήταν, να με κοιτάει και να μου χαμογελά. Σαν να μου έλεγε: "Συνέχισε. Κράτησε τις αναμνήσεις μας γραμμένες για να μην τις ξεχάσουμε". Η φλόγα της λάμπας τρεμόπαιξε προς στιγμήν και με αναστάτωσε. Η βροχή είχε σταματήσει από ώρα και η κουφόβραση που επικρατούσε έδειχνε ότι δεν κινιόταν το παραμικρό φυλλαράκι.


Συνεχίζεται ε δ ώ...

4 σχόλια :

Γιάννης Παππάς είπε... [Απάντηση]

αρκετά ενδιαφέρον
περιμένουμε τη συνεχεια ..
μου θύμισες τα παιδικά μου χρόνια στο χωριό με τη λάμπα πετρελαίου
καλή σου νύχτα

Λακης Φουρουκλας - Lakis Fourouklas είπε... [Απάντηση]

Σε καταλαβαίνω απόλυτα. Περιμένω τη συνέχεια. Έζησα κι εγώ κάποτε παρόμοια φάση και κάθισα μέσα σε μια νύχτα μεθυσμένη κι έγραψα έξι χιλιάδες λέξεις. Πυρετός, απόγνωση, λύτρωση. Μέρα καλή

παπαρουνα είπε... [Απάντηση]

exω ζησει τη σκηνη που περιγραφεις να περπαταω σε μερη που συχναζαμε και περνουσαμε ομορφα...να θελω να ξαναβρεθω,αλλα ο καιρος και ολα γυρω μου να μοιαζουν μουντα..κι εκεινος να λειπει...μονο που εγω δεν ειχα την ταση να τα γραφω σε χαρτι..δεν ειχα αυτο το ταλεντο...αλλα οι εικονες..τα γελια ηταν ολα χαραγμενα μεσα μου..και δεν φευγουν ποτε....

καλημερα

SummerDream είπε... [Απάντηση]

Γιάννη Παππά
να φανταστείς ότι υπάρχουν περιοχές ακόμη και σήμερα, που δύσκολα μπαίνει ρεύμα σε σπίτια, λόγω γραφειοκρατίας και κόστους. Βέβαια κάποια στιγμή ηλεκτροδοτήθηκε το μικρό εξοχικό που περιγράφω, αλλά πάντα θα μου μείνει αξέχαστη η ομορφιά της μη ύπαρξης ηλεκτρικού!

Λάκη Φουρουκλά
καταλαβαίνεις απόλυτα σε τι φάση ήμουν. Ήταν η μοναδική φορά που ήθελα να γράψω. Να μείνω και να γράψω. Και δεν καταλάβαινα το πέρασμα της ώρας!

Παπαρούνα
Δεν είναι θέμα ταλέντου γλυκιά μου! Είναι η ανάγκη να τα γράψεις για να μην χαθούν. Πίστεψέ με πως αν δεν το έκανα, τώρα οι αναμνήσεις θα ήταν ισχνές και θολές απ'το πέρασμα του χρόνου. Κι ήθελα αυτός ο χρόνος να μοιάζει σαν όλα να έγιναν χθες κι όχι μερικά χρόνια πίσω!

Καλημέρα σε όλους!