Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μικρές στιγμές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μικρές στιγμές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Μια παλιά γνωριμία!



Στην φάση της ανανέωσης του blog καθώς και της τακτοποίησης των κεφαλαίων της ιστορίας σε σελίδες... ξαφνικά εκεί στο φατσοβιβλίο θέλησα να κάνω μια αναζήτηση για ένα παλιό γνώριμο πρόσωπο που η επικοινωνία μας κόπηκε μαχαίρι, γιατί απλά δεν την επιδιώξαμε! Εκείνη την εποχή η κινητή τηλεφωνία δεν είχε καταφτάσει στην χώρα μας κι έτσι οι πιο απλοί τρόποι επικοινωνίας ήταν μέσω τηλεφώνου σταθερού ή αλληλογραφίας. Τίποτε από τα 2 δεν κρατήθηκε και δεν επιτεύχθηκε.
Ίσως από σεβασμό στην καθημερινότητα του καθενός μας; Δεν ξέρω!

Χαθήκαμε κι ούτε που αναζητήσαμε ο ένας τον άλλον. Δύο καλοκαίρια ήταν αρκετά ίσα για να επικρατήσει μια σχετική επικοινωνία κι αυτό στην περίοδο των διακοπών μας και μόνο.

Ο Βασίλης! Ο μπάρμαν που με είχε μαγέψει με το μεγάλο κάτασπρο χαμόγελο και το ειλικρινές του βλέμμα. Τον αναζήτησα πριν μερικά βράδια έτσι εντελώς ξαφνικά. Τα χρόνια είναι πολλά αυτά που πέρασαν από τότε κι εγώ περίμενα να βρω τον ίδιο ακριβώς άνθρωπο, λες κι ο χρόνος θα του έκανε την χάρη να τον ξεχνούσε όπως ακριβώς ήταν!
Το χαμόγελό του ήταν αρκετό για να καταλάβω πως αυτός ο άνθρωπος με το φαρδύ μέτωπο τα γκριζόμαυρα μαλλιά, το σχεδόν σκαμμένο πρόσωπο από ρυτίδες, αλλά το ίδιο ειλικρινές βλέμμα και που ήταν το πρώτο αποτέλεσμα που μου έδωσε στην αναζήτηση το φατσοβιβλίο, ήταν ο Βασίλης. Του έστειλα αίτημα φιλίας. Δεν υπήρχε απόκριση για κάνα δύο μέρες. Θεώρησα πως βλέποντας στο δικό μου προφίλ την φωτογραφία που έχω βάλει που είμαι αγκαλιά με τον άντρα μου αποκλειόταν να με αναγνωρίσει. Λογικό ήταν. Μπάρμαν ήταν εκείνη την εποχή στο κάμπινγκ, με πολύ κόσμο είχε να κάνει πότε τ' απογεύματα φτιάχνοντας καφέδες και πότε τα βράδια φτιάχνοντας ποτά! 
Έδρασα διαφορετικά για να του φέρω στην μνήμη αυτή την λεπτομέρεια της απασχόλησής του εκείνη την εποχή με ένα προσωπικό μήνυμα! Την επόμενη μέρα το αίτημα έγινε αποδεκτό!

Βέβαια δεν μου απάντησε καν στο μήνυμα. Αλλά σύντομα -ελπίζω να μην το ξεχάσω- μια φωτογραφία μας από τότε, από εκείνα τα χρόνια της ανέμελης νιότης μας, θα του θυμίσει πια είμαι εγώ που ζήτησα την φιλία του σε ένα απρόσωπο περιβάλλον! Στο προφίλ του δεν υπάρχουν λεπτομέρειες απ' την ζωή του. Αν είναι παντρεμένος, αν έχει οικογένεια... τίποτε. Απλά έχει βάλει λίγες φωτογραφίες από κάποια μέρη που έχει επισκεφθεί και μερικές που κάνει τον ψήστη στο μπάρμπεκιου του σπιτιού του (;)! 

Αδυσώπητος ο χρόνος! Σε αλλάζει πολύ και για να σε θυμηθεί κάποιος πρέπει να αναζητήσει εκείνες τις λεπτομέρειες που σε έκανε ξεχωριστό, έτσι κι εγώ με τον Βασίλη!

"Επισκέπτης"

Πέρασε πολύ καιρός. Δεν θυμάμαι πόσος, αλλά ήρθες τελικά σαν επισκέπτης στον ύπνο μου.
Αυτή τη φορά ήρθες στο σπίτι μου για μια τυπική επίσκεψη. Ξαφνιάστηκα. Η μορφή σου όπως ακριβώς σε θυμάμαι την τελευταία φορά που σε είδα: με αρκετά περιττά κιλά! Ντυμένος με τζην παντελόνι, λευκό πουκάμισο και ριγέ άσπρο-μπλε καλοκαιρινό σακάκι. Φαινόταν πως απλά ήρθες να δεις τι κάνω, πως είμαι. Εγώ απόμακρη, γιατί έτσι με είχες σε αυτή την επίσκεψη κι άλλωστε δεν ήθελα κάτι παραπάνω. Απόσταση. Αυτό. 
Και ξαφνικά σηκώθηκες να φύγεις. Έστρωσες τα ρούχα επάνω σου και με πλησίασες να με φιλήσεις στο μάγουλο. Εγώ -δεν ξέρω τι μ' έπιασε- θεώρησα σωστό πως έπρεπε να σου κλέψω ένα φιλί απ' τα χείλη σου. Κι εκεί που τα χείλη σου πλησίαζαν το μάγουλο μου, εγώ σχεδόν ξυστά, πήγα να γίνω κλέφτρα. Παρατρίχα! Σχεδόν άγγιξαν τα χείλη σου τα δικά μου και λες κάποιος να μου είπε "Ξύπνα, τι κάνεις; Τρελάθηκες;".
Και ξύπνησα. Το δωμάτιο άδειο με το λιγοστό φως απ' το λαμπατέρ μόνο και τον άντρα μου δίπλα μου να ροχαλίζει του καλού καιρού!
Ξέρεις ποιο είναι το παράλογο; Εγώ νιώθω τελείως παγωμένη κι αυτός που σε φέρνει στην κουβέντα μας είναι ο άντρας μου. Βλέπεις ήθελε έναν καλό φίλο στην ζωή του, έναν ειλικρινή φίλο. Μόνο που τελικά δεν ήθελες να είσαι τέτοιος. Και το ακόμη πιο παράλογο είναι που του γεννιέται η απορία: τι στο διάολο κολλητοί φίλοι ήμασταν και δεν κάνεις έστω ένα τηλεφώνημα έτσι για τους τύπους.
Δεν θέλω ούτε καν για τους τύπους... 
Το παρελθόν πέρασε. Δεν με ενοχλεί, δεν το θυμάμαι πια. Ήμουν πολύ νέα κι αναζητούσα την αγάπη. Ένιωσα όσα ένιωσα, πάει περάσανε. Δοκιμαστήκαμε και τελικά κερδίσαμε μία φιλία. Μόνο που η εμπιστοσύνη κάπου χάθηκε στην διαδρομή. Και η ειλικρίνεια στις περιστάσεις.
Από την άλλη στη ζωή σου μπήκαν άλλοι "φίλοι" όπως γίνετε  συνήθως στην ζωή σου. Κέρδισαν αυτοί το έδαφος κι έτσι οι παλιοί ήταν στημένες λεμονόκουπες που δεν είχαν καμία χρήση.
Κι επειδή ο καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται... θέλησες να αφήσεις κάποιους απ' το πλήρωμα σου να επιπλέουν στα σωσίβια και χέστηκες να μάθεις αν τελικά επιβίωσαν!
Δεν πειράζει... Οι φελλοί -έτσι αισθανόμαστε- βλέπεις επιπλέουν! Τα καταφέρνουμε και με τα λίγα. Υγεία έχουμε, δόξα τω Θεώ κι αντέχουμε για όσο αντέξουμε!

Αν τυχόν σου έχω κάνει κι εγώ καμιά ξαφνική αλλόκοτη επίσκεψη, προσπάθησε να με διώξεις! Όπως ξεκίνησε με αντιπάθεια η γνωριμία μας, ας κλείσει έτσι.  Έτσι απλά!

Χαθήκαμε

Και δεν περιμένω να βρεθούμε πάλι. Δεν φταίω εγώ. Δεν το επεδίωξα εγώ. Μια απόφαση δική μου που την πήρα βάζοντας πάνω απ' όλα την βελτίωση της υγείας μου, μας απομάκρυνε. Βέβαια λειτούργησε και μια μικρή αλυσίδα παρεξηγήσεων. Αυτό που ξέρω φίλε μου όμως είναι πως "οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους". Δεν στάθηκες στο ύψος των περιστάσεων. Κι άλλωστε την "συγγνώμη" δεν την γνωρίζεις. Δεν μπορείς να την πεις. Να την εκφράσεις με το στόμα σου. Γι' αυτό λοιπόν κι αυτή τη φορά δεν περίμενα να την πεις. Δεν πειράζει.

Στο νοσοκομείο βρέθηκα εγώ. Τα ράμματα ήταν 5 κι όχι 20 όπως λέει το τραγούδι πιο κάτω. Θέλω να ξέρεις πως επιτέλους ξαναγεννήθηκα. Αναγεννήθηκα. Ίσως αυτό να μην άρεσε. Δεν περίμενα άλλωστε να αρέσει. Εσύ απλά θέλησες να χαθείς και γενικά να φέρεσαι σαν μην υπήρξε απόσταση μεταξύ μας, σαν να μην συνέβη τίποτε. Δεν πειράζει... Εγώ βγήκα απ' το δάσος και βρήκα τον εαυτό μου! 



Looking at it now
It all seems so simple
We were lying on your couch
I remember
You took a Polaroid of us
Then discovered (then discovered)
The rest of the world was black and white
But we were in screaming color
And I remember thinking…

[Chorus 2x:]
Are we out of the woods yet?
Are we out of the woods yet?
Are we out of the woods yet?
Are we out of the woods?
Are we in the clear yet?
Are we in the clear yet?
Are we in the clear yet?
In the clear yet?
Good

Are we out of the woods?

Looking at it now
Last December (last December)
We were built to fall apart
Then fall back together (back together)
Your necklace hanging from my neck
The night we couldn't quite forget
When we decided (we decided)
To move the furniture so we could dance,
Baby, like we stood a chance
Two paper airplanes flying, flying, flying
And I remember thinkin'

[Chorus 2x]

(Are we out of the woods?!)

Remember when you hit the brakes too soon?
Twenty stitches in the hospital room
When you started cryin', baby, I did, too
But when the sun came up, I was lookin' at you
Remember when we couldn't take the heat
I walked out and said, "I'm settin' you free,"
But the monsters turned out to be just trees
And when the sun came up, you were lookin' at me
You were lookin' at me
You were lookin' at me,
I remember, oh, I remember

[Chorus 4x]

"Το βιβλίο" ...σήμερα!

Να μετρήσω τα χρόνια ... 23! Αυτά αυξάνονται και η μνήμη σιγά σιγά σβήνει! Η ανάμνηση πολλές φορές είναι θολή, αλλά είναι κι εκείνες οι ξαφνικές στιγμές που σαν αναλαμπή, ζωντανεύουν έστω μια μοναδική στιγμή απ'το καλοκαίρι εκείνο και το φέρνει πάλι εμπρός μας.
Εκείνα τα αισθήματα, εκείνη η φλόγα, εκείνη η αναμονή, εκείνο το τερέτισμα της καρδιάς, είναι τόσο αχνά πλέον... μετά από 23 χρόνια!

Τον κοιτούσα χθες κι έβλεπα πως η νιότη εκείνου του νεαρού γόη είναι σβησμένη πίσω απ' τα γκριζωπά μαλλιά και το περιττό βάρος! Η συνήθεια του να βλέπεις έναν άνθρωπο συχνά σε κάνει να μην προσέχεις πλέον τις λεπτομέρειες! Αλλά να που μια συζήτηση επαναφέρει την προσοχή και την σύγκριση του τότε με το τώρα.

Μια συζήτηση για ταινίες! Άλλες τρόμου, άλλες μυστηρίου... με μια γειτόνισσα στην παρέα που εγώ απλά εξ' όψεως γνώριζα, που μένει στο κάτω διαμέρισμα από αυτό του Στράτου. Μαζευτήκαμε συν γυναιξί και τέκνοις και η μια κουβέντα έφερε την άλλη... Και έρχεται στην "σιωπή των αμνών". Που δεν την είχε τρομάξει τόσο την γειτόνισσα όταν την είδε και ήταν πιτσιρίκα τότε, σε σχέση με κάτι άλλες! Κι εκεί της είπα πως το βιβλίο ήταν πολύ καλύτερο απ' ότι η ίδια η ταινία, συγκριτικά!

Και στο άκουσμα του τίτλου "Σιωπή των αμνών" πιάστηκε ο Στράτος! Και θυμήθηκε τις διακοπές μας, που είχα το βιβλίο και περίμενε πότε θα το αφήσω εγώ για να το πάρει εκείνος να διαβάσει! Τα μάτια του ξαφνικά έλαμψαν απ'την ανάμνηση, το πρόσωπο του φωτίστηκε! Και πήρε τον λόγο απ' την γειτόνισσα για να εξιστορήσει τις στιγμές εκείνες που περίμενε πότε εγώ θα άφηνα το βιβλίο για να το πιάσει εκείνος να διαβάσει κάποιο κεφάλαιο!
Χαμογέλασα δειλά! Το παρελθόν δεν με αγγίζει πλέον! Μου αρκεί που κι εκείνος έχει κρατήσει κάτι να θυμάται από μια εποχή εντελώς διαφορετική από αυτή που ζούμε τώρα! 

- Με στενοχωρεί ξέρεις, που έχει επανακυκλοφορήσει το βιβλίο, αλλά τα οικονομικά στο σπίτι δεν μου επιτρέπουν να το αγοράσω! Του είπα λυπημένη.

Εκείνο το βιβλίο αποτελούσε τον συνδετικό κρίκο για εκείνες τις μικρές στιγμές που μου το άρπαζε, όποτε το άφηνα στο τραπεζάκι του κήπου, τότε ... εκείνο το καλοκαίρι! Και το ίδιο έδειξε να λυπήθηκε κι ο ίδιος! Γιατί θυμάμαι πως του το είχα δανείσει να το ολοκληρώσει, αλλά ποτέ δεν μου επέστρεψε! Κι αυτό είναι σαν ένα κομμάτι παζλ που έχει χαθεί κι αφήνει την εικόνα των διακοπών τότε ανολοκλήρωτη!

Μακάρι να το έκανε τώρα! Θα ένιωθα πως όλα μπήκαν σε τάξη μέσα μου και το ερμάρι του παρελθόντος θα σφραγιζόταν επιμελώς με όλα εκείνα τα μικρά πραγματάκια που μας έφεραν κοντά τότε!

Ένα... πακέτο αναμνήσεις...

Έχουν περάσει πολλά χρόνια. Κι όλα εκείνα τα συναισθήματα είναι κλειδωμένα σε ένα σεντούκι. Το κλειδί κάπου ξεχασμένο. Και ξαφνικά μια τηλεοπτική εκπομπή γίνεται το "κλειδί" για να παραβιάσει αυτό το σεντούκι και να βγάλει στο φως λίγο απ'το αέρα εκείνης της εποχής. Να μου θυμίσει και πάλι πως ήμουν ανάμεσα σε δύο φίλους και που για χάρη αυτής της φιλίας η καρδιά έγινε πέτρα και προχωρήσαμε βήμα βήμα τις ζωές μας, με τις επιλογές της λογικής.

Πάμε πακέτο. Επεισόδιο σε επανάληψη, αλλά δεν είχα δει. Ένας ηλικιωμένος -πλέον- άντρας αναζητά τον παλιό φίλο του τον κολλητό, τον "αδερφό" του όπως τον αποκάλεσε. Μαζί στην σχολή, μαζί στις τρέλες της νιότης τους, μαζί στα ευχάριστα μαζί και στα δυσάρεστα. 35 χρόνια φιλίας και τέλος. Ο ηλικιωμένος κύριος έχει και μια αδερφή, η οποία ερωτεύτηκε τον φίλο του. Ο έρωτας είχε ανταπόκριση, αλλά η φιλία ήταν ένα μικρό εμπόδιο. Ξεπεράστηκε το εμπόδιο. Ο έρωτας προχώρησε στο επόμενο επίπεδο. Γάμος. Ενός χρόνου γάμος. Και ξαφνικά διαζύγιο, γιατί οι συνήθειες για κοσμική ζωή και τζόγο, δεν έλεγαν να μετριαστούν. Η κοπέλα αυτή ένιωσε τον πόνο της αγάπης που πλέον δεν ανταποκρινόταν και όπως τουλάχιστον φάνηκε απ'τα συφραζόμενα του ηλικιωμένου κυρίου προς την παρουσιάστρια, το κόστος ήταν ... "μια φρίκη". Όχι θάνατος, όχι έγκλημα. Η θλίψη βαριά και μάλλον αγιάτρευτη. Αυτή ήταν η φρίκη. Μια πονεμένη κι αγιάτρευτη ψυχή. Που ο χρόνος μπορεί να κυλά, αλλά γι'αυτή την ψυχή είναι ένα σπασμένο ρολόι. Ο παλιός φίλος κι αδερφός, μετέπειτα γαμπρός, βλέποντας πόσο κακό προκαλούσε η παρουσία του, αποφάσισε να αποτραβηχτεί στην δική του μοναξιά. Μια φιλία χάθηκε, γιατί οι ισορροπίες χάθηκαν. 15 χρόνια χωρίς να δει ο ένας τον άλλον. Κι όταν τελικά συναντήθηκαν ο ένας έδωσε συγχωροχάρτι στον άλλον γιατί δεν ήθελαν να σβήσουν τόσα χρόνια αδελφικής φιλίας για μια λάθος στιγμή στη ζωή τους.

Αναρωτιόμουν πως θα ήταν η δική μου ζωή αν είχαμε προχωρήσει εγώ κι ο Στράτος παρακάτω. Θα βρισκόμουν κι εγώ στην θέση αυτής της γυναίκας που ο έρωτας της μετατράπησε σε θλίψη, όταν πήρε στα χέρια της και το χαρτί διαζυγίου;
Πολύ σκληρό να χάνεις από δίπλα σου τον άνθρωπο που αγαπάς με όλο σου το είναι κι εκείνος να είναι ερωτευμένος με τον τζόγο και με την παρέα άλλων γυναικών. Ποιός ξέρει πόσο πάλεψε και τελικά δεν κατάφερε τίποτε και ποιός ξέρει γιατί άφησε τον έρωτα της να γίνει το σαράκι της ψυχής της. Ποιός ξέρει γιατί δεν έδωσε στον εαυτό της την επιλογή να κρατήσει τις όμορφες στιγμές της ζωής της με τον αγαπημένο της σαν μικρό γιατροσόφι στην πληγωμένη της καρδιά. Ποιός ξέρει γιατί
δεν εκτίμησε την επιλογή εκείνου να φύγει μακριά της, προκειμένου να μην την πληγώνει περισσότερο. Και γιατί δεν έδωσε ένα βήμα στη λογική για να μπορέσει να προχωρήσει την ζωή της παρακάτω, όπως κάθε άνθρωπος που κρατά τις όμορφες στιγμές του, αφήνει τον χρόνο να γιατρέψει τις πληγές του και συνεχίζει την ζωή του σε άλλη ρότα.

Κοιτούσα την οθόνη της τηλεόρασης και μικρές στιγμές από τότε γυρνούσαν στο μυαλό μου και την στιγμή των διαφημήσεων κάνω ζάπινγκ και πέφτω επάνω σε αυτό το τραγούδι: "Anywhere for you"... H θάλασσα, οι ματιές, οι αγγαλιές... σε ένα σπιτάκι χωρίς ηλεκτρικό με το φως ενός σπίρτου και των κεριών...

We can rewrite the story
Tonight we’re forever young
Tonight we’re forever young
Through the pain and the heart ache
There’s still love for everyone
There’s still love for everyone
Hey would believe me if I said

We are here for a reason
Now this is our life
This is what counts
This is for us I would go anywhere for you
I would go anywhere for you yeah
I would go anywhere for you yeah
I would go anywhere for you yeah

Heaven knows you’re a dreamer
Don’t hide it from anyone
Don’t hide it from anyone
Ever doubt what you’re made of
There’s a hero in everyone
There’s a hero in everyone
Hey would you believe me if I said

We are here for a reason
Now this is our life
This is what counts
This is for us I would go anywhere for you
I would go anywhere for you yeah
I would go anywhere for you yeah
I would go anywhere for you yeah
Hold on tonight
For us I would go anywhere for you yeah
 I would go anywhere for you yeah

Η αγάπη είναι...



«…Η αγάπη είναι ανήμερο θεριό που τρώει τη ζωή μας…Μα μόλις φύγει καταλαβαίνουμε ότι αυτή ήταν η ζωή μας. Λοιπόν; …Σ’ άφησε; Σε πρόδωσε; Καλύτερα έτσι. Θα ‘χεις κουράγιο να ξαναδοκιμάσεις. Αν έμενε, κι ανακάλυπτες τι ψεύτικο μικροπραγματάκι ήταν, θα πληγωνόσουν για πάντα. Η αγάπη είναι μεγάλη όταν την περιμένουμε ή όταν τη χάνουμε. Όταν την έχουμε μας ξεφεύγει. Χάνουμε την αίσθησή της. Και την ξαναποκτούμε μόνο όταν τη χάσουμε. Κοίταξε να ζήσεις την αγάπη που έχασες. Να χαρείς την αγάπη που περιμένεις. Καν’ την τραγούδια, ξενύχτια. Καν’ την βιβλία, αταξίες. Μόνο μην τη μοιρολογάς. Είναι σαν να τη βρίζεις. Σαν να της κλείνεις το δρόμο να ξανάρθει. Κοίταξέ με προσεχτικά και θα καταλάβεις. Για την αγάπη μιας γυναίκας έγινα ποιητής. Δεν τη συγκίνησα. Έγινα κλόουν, καραγκιόζης, Ρωμαίος, Νίγκελ, Άμλετ…Κείνη προσπέρασε πλάι απ’ τις τραγικές μεταμορφώσεις μου αγέρωχη και πήγε να θαφτεί στο άγνωστο. Ήταν τρελλή; Ήταν άρρωστη; …Χαλασμένη απ’ τα βιβλία; Δεν ξέρω. Ένα πράγμα ξέρω : πως μ’ έκανε δυστυχισμένο. Κείνοι που είναι για να γίνουν μεγάλοι όχι μόνο δεν τους χρειάζεται η δυστυχία αλλά και τους μπαίνει εμπόδιο. Γιατί τώρα στα είπα όλα αυτά; Για να σε φέρω στα συγκαλά σου; Για να σε παρηγορήσω; Για να σε πλαντάξω; Δεν ξέρω. Η αγάπη είναι το φαρμάκι και το νέκταρ της ζωής μας. Αν θέλεις να πιεις θα τα πιεις και τα δύο μαζί. Ένα ένα δε στα δίνουν. Γιατί κλείνεις τα μάτια σου; Νυστάζεις ή πονάς;…»

 Μενέλαος Λουντέμης, απόσπασμα από το βιβλίο «Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους»

Ένα γράμμα σ' εκείνον... που δεν έλαβε ποτέ!




25/6/2000

Αυτή την στιγμή που γράφω αυτές τις γραμμές εσύ κάνεις το μπάνιο σου στη θάλασσα! Δεν είναι ερωτική εξομολόγηση, είναι η αλήθεια.
Θυμάσαι που είχα γράψει σε μήνυμα πως επεξεργάζομαι την παραβολή σου, με την παραμελημένη σύζυγο που ήθελε να χωρίσει και να καταστρέψει τον άντρα της; Ε! Λοιπόν την επεξεργάστηκα και έπειτα από αρκετή σκέψη διαπίστωσα κάποια πράγματα. Η ιστορία λοιπόν ξεκινά απ' το παρελθόν από τότε που ήσουν φαντάρος και που σ' ένα τελευταίο σου γράμμα μου ζητούσες "συγγνώμη", γιατί στην καρδιά και στην ζωή σου είχε μπει η Δανάη. Ποτέ σου δεν με ρώτησες πως αισθάνθηκα πραγματικά διαβάζοντας εκείνο το γράμμα. Ένιωσα την καρδιά μου να κομματιάζεται στα δύο και βλαστημούσα την τύχη μου που είχα πιστέψει για ακόμη μια φορά σε άνδρα! Καθόμουν αμίλητη σαν άγαλμα εκεί στο σκαλί της κουζίνας πίσω -πριν πάρει το σπίτι τη σημερινή του μορφή- και δεν ήξερα πως να αντιδράσω. Ούτε δάκρυ μπορούσα να ρίξω, ούτε να ουρλιάξω μπορούσα απ' τον πόνο που ένιωθα μέσα μου, ούτε να ξεσπάσω σπάζοντας πιάτα και ποτήρια! Το βράδυ που είχα πέσει για ύπνο -και τι ύπνος αυτός που εγώ έμεινα άυπνη;- γυρόφερνε στο μυαλό μου το ενδεχόμενο να βρω κάποιον τρόπο να σου κάνω τη ζωή πατίνι για να'χεις να με θυμάσαι. Πολλές φορές έβρισκα διάφορα τραγελαφικά και οι ημέρες περνούσαν και τίποτα δεν με ικανοποιούσε. Τίποτε δεν μπορούσε να κλείσει εκείνη την πληγή. Έμπαινα στο μπάνιο και έκλαιγα. Ήταν το μόνο μου κρησφύγετο, όπως και τα σκεπάσματά μου στο κρεβάτι που κουκουλωνόμουν και έκλαιγα, μέχρι που με έπαιρνε ο ύπνος χωρίς να το καταλάβω. Ήθελα να φανώ δυνατή, μα δεν ήμουν. Έτσι όσο περνούσε ο καιρός και εγώ ανακτούσα την ψυχραιμία μου, κάθισα και σκέφτηκα πιο ήρεμα. Πραγματικά με είχες βοηθήσει, να ξεχάσω τον Γιώργο. Δεν μπορείς να φανταστείς τι προσπάθειες έκανα για να τον ξεχάσω' ώσπου μπήκες ξαφνικά στη ζωή μου και με έκανες να τον διαγράψω οριστικά. Αυτό ήταν το θετικό της όλης υπόθεσης. Είχες προσφερθεί για κάτι που δεν γνώριζες. Με τον τρόπου σου με έκανες να καταλάβω πως η ζωή είναι όμορφη και αν δεν περάσεις μια μεγάλη δυστυχία δεν μπορείς να καταλάβεις τι είναι η ευτυχία. Έτσι διαπίστωσα πως σ' είχα ερωτευτεί. Έλεγα στον εαυτό μου αμέτρητες φορές πως ήταν λάθος να επιτρέψω τέτοιο πράγμα. Δεν γινόταν. Δεν πήγαινε. Δεν ταίριαζε. Όμως έτσι ήταν. Αυτή ήταν η αλήθεια. Και το να αγαπάς και να μην το ξέρει εκείνος είναι σαν θηλιά περασμένη στον λαιμό σου και που είσαι έτοιμη να πηδήξεις απ'το βάθρο για να σε τελειώσει. Έλεγα πως ήταν λάθος μου να αισθάνομαι έτσι εγώ, για σένα. Ακόμη απορώ πως μπόρεσα να βρω τη δύναμη για να στο πω, κάποια στιγμή. Και μετά ήσουν ελεύθερος. Όχι, για να πάρεις την οριστική απόφαση και να στρέψεις την προσοχή σου σε μένα' ήσουν ελεύθερος να ζήσεις όπως ήθελες, χωρίς την δική μου ανεπιθύμητη παρουσία. Έτσι είναι, αν πραγματικά αγαπάς κάποιον και θέλεις να είναι ευτυχισμένος τον αφήνεις ελεύθερο και τον αγαπάς κρυφά, για να μπορείς να κερδίζεις λίγη δύναμη για να συνεχίσεις την δική σου ζωή. Αντί λοιπόν να επιμείνω και να σε διεκδικήσω, προτίμησα να κάνω αυτή τη μικρή θυσία: να είσαι ελεύθερος.
Ακόμη και η Άννα, όταν της είχα εξιστορήσει κάποτε (όταν πια είχατε χωρίσει) την ιστορία μας και ενώ περίμενα να θυμώσει και τελικά μου ζήτησε να μεσολαβήσει για να μας τα "βρει", εγώ της είπα πως δεν ήθελα να κάνει κάτι τέτοιο, γιατί ήθελα να είσαι ευτυχισμένος. Η Άννα με κοίταζε άναυδη -ίσως από θαυμασμό, γιατί δεν μπορούσε να περιμένει τέτοιο πράγμα: να υπάρχει άνθρωπος που να σε αγαπά τόσο πολύ και τόσο αγνά. Έτσι έμεινα πίσω. Σαν θεατής να βλέπει την ίδια σου τη ζωή να εξελίσσεται. Ήξερα πω κάποτε θα ερχόταν η στιγμή που θα ζητούσες μια συμβουλή -όταν τα πράγματα με την Δανάη είχα σκουρύνει. Κι έτσι κι έγινε. Όταν το έκανες, ένιωσα πολύ όμορφα, ένιωσα σημαντική. Και πάνω απ' όλα, δεν ήθελα να σε βλέπω δυστυχισμένο. Με πλήγωνε, με ενοχλούσε. Δεν ξέρω κατά πόσο είχε βοηθήσει τότε, μα αυτό που ήξερα, ήταν πως έπρεπε να απομακρυνθώ από κοντά σου για χάρη της Δανάης κι αργότερα για χάρη της Δέσποινας. Όχι, η Δέσποινα δεν ήταν ο άνθρωπος που θα με έκανε να την αντιπαθήσω. Αντίθετα είχα πιστέψει πως ήσουν ευτυχισμένος. Και πραγματικά ήταν κάτι που το ήθελα και επειδή άλλωστε την ήξερα την Δέσποινα.
Όχι, δεν έπαψα ούτε στιγμή να σ' αγαπώ. Απ' την στιγμή που είχες επιλέξει την σύντροφό σου, εγώ χαιρόμουν διπλά που εσύ -όπως πίστευα- ήσουν ευτυχισμένος. Μ' είχε ενοχλήσει που δεν με είχες προσκαλέσει στον αρραβώνα σου, μα είχα πάρει μια απόφαση: δεν θα ερχόμουν στον γάμο σου. Κι αυτό, γιατί όλοι έβρισκαν την ευτυχία τους και την ολοκλήρωναν με έναν γάμο, ενώ εγώ τι είχα καταφέρει; Να πέφτω από μαλάκα σε μαλάκα! Και έτσι η απόφασή μου ήταν πως ο τελευταίος γάμος που πήγα ήταν της Βάνας κι ο επόμενος που θα πήγαινα θα ήταν ο δικός μου. Αυτό ισχύει μέχρι τώρα, δεν έχει αλλάξει. Θέλεις να μάθεις πως πήρα το νέο του χωρισμού σου με την Δέσποινα; Πέταξα απ' την χαρά μου -και τα βιβλία που είχα ρίξει πάνω στο κρεβάτι μου- στο ξενοδοχείο στη Μυτιλήνη. Εκείνο το βράδυ που εσύ μου το είπες στο τηλέφωνο, εγώ μεθοκοπούσα από χαρά με πράσινες! Ήξερα πως θα άλλαζες πορεία και θα πήγαινες για άλλα, όπως και έγινε. Δεν με πείραξε. Πραγματικά ήταν η πρώτη φορά που δεν ενοχλήθηκα καν για την σχέση σου με την μικρή. Μάθαινα που σας βλέπανε να κυκλοφορείτε. Ήξερα πως ήσουν ευτυχισμένος και αυτό με έκανε χαρούμενη. Και φτάνει εκείνο το βράδυ της πρωτοχρονιάς και με εμένα να μην με αναγνωρίζω. Είχα κλείσει την τηλεόραση και είχα ανοίξει τον υπολογιστή και έγραφα το βιβλίο μου! Ήταν η ανάσα στην πλήξη μου. Ήταν η δημιουργία μου και αυτό με έκανε να ξεχνάω, τη μοναξιά μου. Ώσπου άρχισαν να πέφτουν πυροβολισμοί και να σφυρίζουν τα καράβια. Είχε πάει 12 και όλοι χαίρονταν την αλλαγή του χρόνου. Ανέβηκα στη ταράτσα του Ξενώνα. Ψιλόβρεχε, έκανε κρύο και για να μπορώ να βλέπω τα πυροτεχνήματα είχα σταθεί στο σκοτάδι σε μια άκρη με τα νερά της βροχής να βρέχουν τα γυμνά μου πόδια. Και στο μυαλό μου, η μόνιμη σκέψη: "Να η κατάντια σου Μαρίνα. Μόνη μες την βροχή και χωρίς κάποιος να νοιαστεί για σένα, έστω και λίγο". Με πήραν τα κλάματα, γιατί ένοιωθα την μοναξιά να μου τριβελίζει τα κόκαλα. Το αισθανόμουν πια, για τα καλά. Ένοιωθα την κοροϊδία του Στέργιου που όλο το διάστημα ασχολιόταν μαζί μου μόνο και μόνο για να περνάει η ώρα του και την μοναξιά να με σκοτώνει. Και τον ρατσισμό' γιατί σήμερα για να σε προσέξει ένας άνθρωπος πρέπει να έχεις το τέλειο κορμί! Και που το είχα, τι κατάλαβα; Όλα άρχισαν να γυροφέρνουν στο μυαλό μου. Ένα όμως έλειπε' έστω να υπήρχε κάποιος να περνούσε εκείνο το βράδυ και με ένα φιλί στο μάγουλο να μου έλεγε τα "Χρόνια Πολλά". Κανείς δεν το έκανε και κανείς δεν τηλεφώνησε. Ούτε οι δικοί μου, ούτε καν ο αδερφός μου. Κανείς... εκτός από σένα. Έπιανα τον εαυτό μου να γελά, που εσύ μου είχες στείλει μήνυμα, μεταμεσονύχτιο. Ήταν το κλου της βραδιάς! Ήταν κάτι που δεν περίμενα ότι θα το έκανες. Έχω συνηθίσει στο να μην απαντάς στα μηνύματα μου πόσο μάλλον εκείνη τη βραδιά! Δεν άλλαξε και τίποτε μετά από εκείνο το μήνυμα. Εγώ συνέχισα να περνάω το βράδυ μου μπροστά στον υπολογιστή, γράφοντας και με την τηλεόραση κλειστή. Ήμουν μ ό ν η μου!
Μετά από μερικές ημέρες συναντηθήκαμε' οι δυο μας. Ήθελες μία φίλη και να που με βρήκες δίπλα σου. Αναρωτιόσουν αν η μικρή θυσιαζόταν με την συμπεριφορά της. Και εγώ μέσα μου γελούσα, γιατί εκείνη δεν ήξερε και ούτε πρόκειται να μάθει τι είναι να κάνεις θυσία για κάποιον. Να θες να τον βλέπεις ευτυχισμένο. Ήθελα τόσο πολύ να σου μιλήσω για τη δική μου θυσία. Όμως δεν είχα τη δύναμη. Απλά κάποια στιγμή αν πρόσεξες παραλίγο να με πάρει το παράπονο που δεν είχες δει την δική μου, ποτέ σου και που κάθομαι και στο γράφω τώρα. Εκείνο το βράδυ αναρωτήθηκα, γιατί δεν με κοίταζες. Πάντα δίπλα σου ήμουν. Ήθελα να σ' αγγίξω για να σου πω "ξέρεις είμαι κοντά σου, είμαι δίπλα σου, σε νοιάζομαι, σε νοιώθω". Αν μου ζητούσες "Μαρίνα θέλω την αγάπη σου" θα στην έδινα απλόχερα. Δεν μου το ζήτησες. Και τι ανόητη που ήμουν να σκέφτομαι έτσι εκείνο το βράδυ. Και πόσο ήθελα να με αγκαλιάσεις! Όνειρο χειμερινής νυκτός! Ούτε που έπρεπε εγώ να το σκεφτώ αυτό. Ούτε να απαιτήσω τέτοιο πράγμα από σένα. Σε κοίταζα κι αναρωτιόμουν, αν ήσουν αλήθεια εσύ. Συναντιόμασταν έτσι μετά από αρκετά χρόνια. Μου μιλούσες για τα δικά σου, όπως πριν από μερικά χρόνια. Και το ένοιωθα πως σε κέρδιζα και ήθελα όσο τίποτε άλλο στον κόσμο να είσαι δίπλα μου. Δεν ήθελα με τίποτε στον κόσμο να σε χάσω. Όμως κάποια πράγματα δεν εξαρτιόνται από εμάς όσο κι αν το θέλουμε. Υπάρχει κι ο άλλος, αν το θέλει. Και εσύ μου απέδειξες πως το ήθελες. Έπρεπε να περάσουν τόσα χρόνια απόστασης, για να καταλάβεις και εσύ πόσο ανάγκη με είχες. Θυμάσαι εκείνη τη βραδιά στο σπίτι μου, που είχες γίνει λιώμα; Ένοιωθα τόση αμηχανία, να σε έχω κοντά μου και να μην σε έχω! Ήθελα τόσο πολύ ένα σου φιλί, αλλά πως μπορείς να το απαιτήσεις από κάποιον που θα τον έφερνες σε δύσκολη θέση; Κι έτσι ούτε κι αυτό μπόρεσα να σου κλέψω, γιατί προτίμησα να σου δώσω όλη μου την αγάπη όταν θα την είχες ανάγκη. Και θυμάσαι τι σου είχα πει; "Δεν έχω σκοπό να σε ξαναχάσω. Θα κάνω τα αδύνατα δυνατά, αρκεί να μη σε χάσω πάλι. Θα είμαι δίπλα σου σ' ότι χρειαστείς". Και ήμουν και είμαι. Αν μου ζητήσεις να σκοτωθώ για χάρη σου, θα το κάνω! Γιατί ότι και χρειαστείς εσύ, εγώ στο δίνω με αγάπη. Με αγνή αγάπη. Θέλω να σε βλέπω ευτυχισμένο και είμαι διατεθειμένη να κάνω τα πάντα για να είσαι εσύ ευτυχισμένος. Δεν ξέρω αν έχει βρεθεί άλλη γυναίκα στη ζωή σου, να προσφέρεται τόσο πολύ για τη δική σου ευτυχία. Αν δεν αισθανόμουν έτσι για σένα, το να σε αγαπώ και να σου προσφέρω ότι θέλεις με την αγάπη μου, σήμερα δεν θα βρισκόμασταν σ' αυτή την τόσο όμορφη φιλία. Δεν σου ζητώ να με ερωτευτείς, δεν θέλω να πιεστείς για κάτι τέτοιο (εδώ που τα λέμε αν το έκανες αυτό για μένα, καθημερινά θα κατουριόμουν απ' την χαρά μου και όλα τα slipad της αγοράς δεν θα μου έφταναν!). Θέλω να είσαι ευτυχισμένος. Μακάρι να είχα και εγώ την τύχη της... παραμελημένης συζύγου που κέρδισε τον άνθρωπό της με την αγάπη της. Δεν ξέρω αν χρειάζεται κάτι παραπάνω... Εγώ πάντως θα είμαι πάντα δίπλα σου και ας λένε ότι θέλουνε. Η χαρά η δική σου, είναι διπλή χαρά για μένα. Και μία γυναίκα σήμερα για να βοηθήσει έναν άντρα σε κάτι που θα της ζητήσει, αν το κάνει (κι ας την πρόδωσε στο παρελθόν) το κάνει επειδή τον αγαπάει πολύ. Ένα πράγμα ξέρεις εύχομαι για μένα: να βρεθεί ένας άνθρωπος που να έχει έστω και ένα ψίχουλο απ'το δικό σου χαρακτήρα. Δεν ψάχνω να βρω έναν 2ο Στράτο' ο Θεός έσπασε το καλούπι σου!
Αν λοιπόν η παραβολή σου σκόπευε σ' αυτό το άνοιγμα των δικών μου συναισθημάτων, το κατάφερες. Μόνο ένα πράγμα θέλω από σένα. Να μην σταθεί αυτό το γραπτό, εμπόδιο σε αυτή την όμορφη φιλία που έχουμε μεταξύ μας, η οποία έχει σαν κορμό την αγάπη που σου έχω και που τελικά όντως έχω διαπιστώσει πως είμαι για σένα κάτι σημαντικό. Φρόντισε να μη με προδώσεις. Αν συνεχίσεις να είσαι δίπλα μου, θα κερδίσουμε πολλά μεταξύ μας, απ' τον καθένα μας.

Γράμμα σε μια φίλη... που δεν στάλθηκε!

Τελικά μετά από αρκετό καιρό, καταπιάνομαι να σου γράψω.
Είναι Σαββάτο, κοντεύει 8:30 το πρωί, γύρισα πριν μια ώρα απ'τον Ξενώνα. Το μυαλό να δουλεύει περίεργα, εγώ να αισθάνομαι περίεργα και μ'αυτό τον βροχερό καιρό, όλη αυτή η περίεργη κατάσταση να θυμίζει σκηνή "X-Files"!
Aπορώ που το βρίσκω το χιούμορ! Και το πιο περίεργο απ' όλα είναι ότι χθες βράδυ στον Ξενώνα, είχε έρθει ο Στράτος. Η συζήτησή μας, ήταν περίεργη, καθώς κι οι αποφάσεις μας! Η αλήθεια είναι ότι εδώ και πέντε μέρες, έχω γίνει κουρέλι κι απλά ζητούσα την αφορμή για να ξεσπάσω.
Ας πάρω τα πράγματα απ'την αρχή. Είδες σου' χα πει πως ο Στράτος χώρισε απ' την Εύα. Η αλήθεια είναι ότι δεν μου προκάλεσε εντύπωση μιας και θεώρησα πως πρόκειτε για κάποιο διάλειμμα στην σχέση τους και μετά... προς τη δόξα τραβούν! Ο ίδιος με διαβεβαίωσε πως δεν υπάρχει περίπτωση επανασύνδεσης. Χάρηκα. Αλλά χάρηκα, υπό την σκέψη πως επιτέλους κάποιος θα με επισκέπτεται στο σπίτι για καφέ ή φαγητό ή για κανά παιχνίδι στο playstation. Όπως κι έγινε. Έτσι λοπόν η μοναξιά μου είχε σπάσει χάρη στην παρουσία του. Που τι παρέα να βρω; Η Βάνα έχει την μπέμπα της (ένα γλυκύτατο μωρό, που' χει κλέψει την καρδιά μου) και η Πέγκυ έχει τα παιδιά της (ο μικρός της άρχισε το δημοτικό). Η Βούλα χαίρεται τον έρωτά της με τον Γιάννη (και καλά κάνει) κι ο Γιάννης (ο αδερφός μου) είναι στο Ηράκλειο με την δικιά του, που χαίρονται τον ερωτά τους! Έτσι λοιπόν παρέμεινα μόνη μου, σπάζοντας καμιά φορά την ερημική ζωή μου, πηγαίνοντας συχνά στο σινεμά (να φανταστείς με έμαθαν κι όλο χαμόγελα μου είναι στο ταμείο και τον έλεγχο των εισητηρίων) ή στην αγορά ή για να κανά καφέ (μεσημεράκι) ή καμιά επίσκεψη στην Βάνα, όπως κι έγινε την Τρίτη.

Κοιτάζω τις αποδείξεις με τις δόσεις και διαπιστώνω πως πρέπει να πληρώσω για το μοτορόλα. Λέω του Στράτου, καθώς θα πήγαινε το απόγευμα στην δουλειά του, να με πάει μέχρι το "One Way" και μετά στην αδερφή του και το βράδυ να περνούσε να με πάρει να με πάει σπίτι. Έτσι κι έγινε. Στη διαδρομή κουβεντιάζαμε και μου'λεγε πως θέλει να μείνει μόνος για λίγο, γιατί νιώθει κουρασμένος κι ότι του λείπει η διασκέδαση με τους γνωστούς, οι επισκέψεις στα ξαδέρφια του στην Αθήνα, οι έξοδοι με τους γονείς του. Του λέω κι εγώ "Αν ποτέ σκεφτείς το θέμα 'γυναίκα' προσφέρομαι. Μόνος εσύ, μόνη εγώ, τι θα έλεγες να ενώναμε τις μοναξιές μας να φτιάχναμε μια τεράστια έρημο;". Γέλασε, αλλά επέμεινε στο να μείνει μόνος για λίγο. Ήταν μια φιλική κουβέντα, χωρίς υπονοούμενα, για να στο ξεκαθαρίσω. 

Στης Βάνας που πήγα όμως, για πρώτη φορά έδραξα την ευκαιρία για να δω και πως θα αντιδρούσε σ'ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Η Βάνα περνά κι αυτή μια περίεργη φάση με το γάμο της. Ο άντρας της ο Σπύρος δεν έχει φίλους κι αυτός, έχει και να δώσει εξετάσεις για να πάρει τον βαθμό (από αστυφύλακας σ'αστυνόμο) και συν τοις άλλοις προσπαθεί να την πείσει να φύγουν να πάνε στο χωριό του, όπου είναι οι φίλοι του, οι συγγενείς του, οι γονείς του, τ'αδέρφια του. Άσε δε που τον ενόχλεισε που η Βάνα επέστρεψε στην δουλειά της. Που η κοπέλα πηγαίνει 3 φορές την εβδομάδα, απογεύματα. Η αλήθεια είναι ότι της έκανε καλό αυτό.
Η αλήθεια πάντως είναι ότι ο Σπύρος και η Βάνα είναι παντελώς διαφορετικοί -η νύχτα με την μέρα και προφανώς τώρα η Βιβή σκέφτεται πως είναι πολύ σημαντικό σε μια σχέση, να ταιριάζει σε κάποια πράγματα το ζευγάρι.

Κάναμε λοιπόν κουβέντα για τον αδερφό της και της είπα για την κουβέντα "μόνος-μόνη" που 'χαμε με τον Στράτο. Περίμενα ν'αρχίσει τα ειρωνικά σχόλια, όπως κάνει όταν κάτι δεν το θέλει. Το αντίθετο όμως: "Γιατί όχι; Τα ίδια γούστα έχετε, την ίδια τρέλα κουβαλάτε. Θα είσαστε το ιδανικό ζευγάρι". Η αλήθεια είναι ότι τα λόγια της μου έφτιαξαν το κέφι περισσότερο, όμως υπερίσχυε η σκέψη πως για να γίνει κάτι με τον αδερφό της, απέχουμε έτη φωτός.
Και ήρθε το βράδυ ο Στράτος να με πάρει. Ήταν σκοτεινά βγαίνοντας απ' το σπίτι της Βάνας, κάνω να μπω στ' αυτοκίνητο -στη θέση του συνοδηγού- και διαπιστώνω πως ήταν μία άλλη γυναίκα. Κατ' αρχήν τα' χασα, αλλά μετά σκέφτηκα πως ίσως έκανα εγώ λάθος. Βλέπεις ο Σπύρος κι ο διπλανός γείτονας έχουν Cordoba. Διαπίστωσα πως ήτανο Στράτος. Μπαίνω μέσα κι αρχίζουν οι συστάσεις. Αλεξάνδρα - Μαρίνα και τούμπαλιν! Η Αλεξάνδρα είναι συνάδελφος του Στράτου. "Ξέρεις η Μαρίνα είναι αυτή που μου τηλεφωνεί συνέχεια στη δουλειά" της λέει, συμπληρώνοντας πως είμαι στο ραδιόφωνο και τις διάφορες μπαρούφες εντυπωσιαμού που μου σπάνε τα νεύρα.
Φτάνοντας στο σπίτι, αισθάνθηκα άσχημα. Άρχισα λοιπόν να το επεξεργάζομαι το θέμα, το αν θα είναι μόνος ή όχι κι ότι εγώ καλά θα κάνω να κοιτάζω τα δικά μου, άσε δε που μπορεί και να μην συμβαίνει κάτι απλά να την εξυπηρέτησε την κοπέλα πηγαίνοντάς την σπίτι. Και ησύχασα. Την άλλη μέρα:

Πάω στο ραδιόφωνο με καλή διάθεση. Κοιτάζω όμως πω το λουκέτο του σάκου μου με τα CDs είναι ανοιχτό. Αγριεύω. Ελέγχω και διαπιστώνω με μια γρήγορη ματιά πως δεν λείπει cd. Μια ακροάτρια μου ζητά τραγούδι. Προσπαθώ να βρω το cd που νόμιζα ότι το έχω και διαπιστώνω πως λείπει. Αυτό ήταν. Το λέω στον Αναστάση και μου λέει πως θα βρεθεί το cd ο κόσμος να 'ρθει τούμπα. Δεν μου έκανε κέφι να μιλήσω στην εκπομπή. Μετά από λίγο δέχομαι τηλεφώνημα απ'τον Ξενώνα: "Ξέρεις στις 11 είχαμε συνάντηση. Γιατί δεν ήσουν;". Παίρνω ανάποδες: "Δεν υπήρχε ανακοίνωση, δεν σημειώθηκε στην λογοδοσία, δεν με πήρατε τηλέφωνο να με ειδοποιήσετε... Έπρεπε να μυρίσω τα νύχια μου για να μάθω ότι έχουμε συνάντηση;". Αυτό ήταν λοιπόν η αφορμή για να ξεσπάσω γενικότερα. Η διάθεσή μου χάλασε παντελώς. Και στο μυαλό μου ερχόταν μόνιμα η εικόνα της Αλεξάνδρας στ' αυτοκίνητο του Στράτου, η παράλογη απαίτηση του Ξενώνα, η μοναξιά μου. Γυρίζω σπίτι το μεσημέρι και το πρώτο που κάνω είναι να κατεβάσω νηστική 2 ποτήρια ουίσκι. Ζητάω απ'τον Στράτο αν πάει σε πελάτες για μέτρα το μεσημέρι, να με πάρει μαζί του, πριν μου στρίψει τελείως. Δέχεται. Στην διαδρομή προσπαθούσε να καταλάβει. "Μην το ψάχνεις. Θέλω με τη βόλτα να ξεχαστώ λίγο". Κατέβαινε στους πελάτες κι εγώ έκλαιγα εκεί μέσα στ' αυτοκίνητο, με το μυαλό μπερδεμένο. Έγινε κλόουν, διασκευάζοντας τα δικά του προβλήματα σ' αστεία για να γελάσω. Και το κατάφερε. Δάκρυσα απ' τα γέλια.
Στην επιστροφή του ζήτησα να 'ρθει τ' απόγευμα απ' το σπίτι. Είχε και ποδόσφαιρο και του είπα θα το βλέπαμε παρέα. Απλά δεν ήθελα να 'μαι μόνη μου. Θα προσπαθούσε, μου είπε, γιατί είχε να πάει και σ' ένα γνωστό του. Όσο περνούσε η ώρα, τόσο εγώ σιγά-σιγά, κατέβαζα ουίσκι. Παραπάνω από μισό μπουκάλι το' χα κατεβάσει. Κι έκλαιγα συνέχεια, λέγοντας στον εαυτό μου "Πρέπει να συνηθίσεις πια. Είσαι μόνη σου". Οι σκέψεις μπερδεύονταν στο μαυλό μου κι αυτό που ήθελα εκείνη την στιγμή ήταν να 'ναι εκείνος εδώ, να μ' αγγαλιάσει. Μόνο αυτό. Στέλνω μήνυμα στον Αναστάση, πως δεν θα πάω για εκπομπή την επόμενη ημέρα κι αμέσως μετά μήνυμα στον Στράτο πως τον θέλω μόνο για 5'. Έρχεται. Με βλέπει λιώμα και σαστίζει. Παίρνει το μπουκάλι μ' ότι είχε απομείνει και το κρύβει κι αρχίζει το κύρηγμα: "Ξεκόλα. Κοίτα γύρω σου. Κάνε ένα ταξίδι. Γράφτα όλα και φύγε". Όσο μου τα έλεγε, τόσο με πλήγωνε. Κι έκλαιγα: "Είναι φορές που θες έναν φίλο να σου συμπαρασταθεί και δεν τον έχεις. Να θες να σ' αγγαλιάσει κάποιος και να μην τον έχεις. Ξέρεις πως είναι; Πονάει. Αν θες να μάθεις πως είναι η μοναξιά, ρώτα εμένα που'χω πείρα", του είπα. "Τσάμπα ήρθα. Δεν βγάζω άκρη με σένα. Μαρίνα ηρέμησε. Άσε το ποτό και πέσε για ύπνο, θα σου κάνει καλό". "Σου ζήτησα να έρθεις για μια αγγαλιά, για τίποτε άλλο", "Αυτό μπορώ να στο προσφέρω, δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο όμως" μου είπε και μ' αγγάλιασε. Ένοιωσα όμορφα και δεν ήθελα να μ' αφήσει. Είχε όμως και τον φίλο του, να περιμένει από κάτω στ' αυτοκίνητο. Με ξαναγγάλιασε και με συμβούλεψε να πέσω για ύπνο. Έφυγε. Και τότε άρχισαν τα χειρότερα. Βρήκα το μπουκάλι, αδειάζοντας την παραμικρή σταγόνα. Θυμήθηκα ότι είχα κι άλλα ποτά. Βότκα. Βρήκα κι άλλο ουίσκι. Ήταν μόνο ένα ποτηράκι. Το 'πια. Και ξάπλωσα στον καναπέ. Μιλούσα στον εαυτό μου και στις εικόνες της τηλεόρασης που έπαιζε χωρίς ήχο. Είχα γίνει ένα θηλυκός Ορέστης Μακρής στον "Μεθύστακα". Έπεσα για ύπνο, χωρίς να σταματάω να κλαίω.

Το πρωί το στόμα μου κολούσε για νερό και το κεφάλι μου βούιζε. Το πρώτο που έκανα ήταν να ξετρυπώσω τα γράμματα του. Πήρα ένα τυχαία κι έπεσα σε αυτό που έλεγε: "Τώρα που άνοιξες τα ματάκια σου και βλέπεις τον κόσμο διαφορετικό γύρω σου...". Κοίταζα τα κινητά, μήπως μου' χε αφήσει μήνυμα. Τίποτε. Ούτε τηλεφώνησε. Ντύθηκα και κατέβηκα στην αγορά. Έβγαλα λεφτά απ'την τράπεζα και τράβηξα για το σούπερ μάρκετ, αγοράζοντας άλλο μπουκάλι ουίσκι και γύρισα σπίτι. Το κοίταζα, αλλά δεν είχα διάθεση να πιω και την παραμικρή σταγόνα. Περνούσαν οι ώρες και ήθελα να τον δω, να του μιλήσω. Ένοιωθα την ανάγκη πια να του μιλήσω. Του 'στειλα μήνυμα λέγοντάς του να μη με αποξενώσει αυτή την στιγμή. Είναι μια κρίση που δεν μπορώ να την ξεπεράσω μόνη μου και θέλω έναν φίλο δίπλα μου. Μου είπε πως: "Δεν γίνεται, είμαι κομμάτια από χθες". Αναρωτήθηκα αν το προκάλεσα εγώ ή να ήταν από καμιά κρασοκατάνυξη με το Νάσο σε κανά κουτούκι. Αισθανόμουν σαν να μου είχαν δέσει χέρια και πόδια μαζί. Έφερνα βόλτες στο σπίτι κι όλα με πλάκωναν. Τ' απόγευμα αποφάσισα να πάω σινεμά. "Το κλάμα βγήκε απ' τον παράδεισο". Άρα θα κλάψουμε, σκέφτηκα. Μόνο που το κλάμα, μετατράπηκε σε γέλιο κι αυτές οι 2 ώρες ήταν λυτρωτικές μ' εξαίρεση το διάλειμμα, που κοιτούσα συνεχώς το κινητό για μήνυμα, να ρωτήσει αν είμαι καλά. Αυτό και τίποτε άλλο. Γύρισα σπίτι μ' ένα στομάχι να διαμαρτύρεται απ' την ασιτία. Δύο ημέρες δεν είχα βάλει μπουκιά στο στόμα μου. Κοίταζα τα μήλα που έχω κι αντί να τα δω σαν μια λιχουδιά στιγμιαία ένιωσα κόμπο στο λαιμό και μόνο στην σκέψη να φάω βαρυστομάχιασα! Του ξανάστειλα μήνυμα: "Ούτε μισή ώρα δεν μπορείς να διαθέσεις;". Κι η απάντησή του: "Για απόψε όχι, έχω κανονίσει. Αύριο βλέπουμε". Σκέφτηκα πως ίσως είχε κανονίσει με τους γονείς του να βγουν σε καμιά γιορτή, των Αγ. Αναργύρων ήταν. Στην σκέψη αυτή ησύχαρα. Παρηγοριά στον άρρωστο βέβαια, αν ήθελε έστω 5-10' θα ερχόταν. Ξάπλωσα στον καναπέ, κουκουλώθηκα και κλαίγοντας για την μοναξιά μου, έκανα ζάπινγκ.

Η επόμενη ημέρα, ήταν πιο ήρεμη. Ελαφρώς ήρεμη! Αλλά η σκέψη πια τυρανούσε. Ήμουν μόνη μου κι αυτός που μου 'χε απομείνει το 'χε βάλει στα πόδια με την πρώτη δυσκολία. Γυρίζω απ' το ραδιόφωνο και του στέλνω μήνυμα σε ύστατη προσπάθεια να μην τον χάσω. Είναι η αδυναμία που του έχω και δεν θέλω κάτι τέτοιο. "Το μεσημέρι σε περιμένω οπωσδήποτε. Μετά, πριν την δουλειά σου τ' απόγευμα, με πετάς στην αγορά". Για κάμποση ώρα, δεν δέχθηκα καμιά απάντηση. Κι απέφυγα να σκεφτώ οτιδήποτε. Μου τηλεφώνησε, λεγοντάς μου πως δεν θα έφευγε απ' το μαγαζί γιατί είχε πελάτες και περίμενε πελάτες κι απ' την Αθήνα. "Καλά θα σου τηλεφωνήσω τ' απόγευμα", του είπα. Όπως κι έγινε και δεν μου αρνήθηκε να έρθει. Ήμουν έτοιμη ν' ακούσω την οποιαδήποτε πρόφαση για να μ' αποφύγει. Αλλά δεν το έκανε. Τελείωσα όλες τις δουλειές μου στον Ξενώνα και τον περίμενα, πίνοντας ένα ποτήρι παγωμένο κρασί. Έβαλα στο κασσεττόφωνο να παίζει η κασσέττα με την πρωινή ηχογραφημένη εκπομπή και χάζευα τις εικόνες στην τηλεόραση. Η αλήθεια είναι ότι ήθελα να του πω πολλά, να του δώσω εξηγήσεις σε πράγματα που μου 'λεγε το προχθεσινό βράδυ και φυσικά να μου πει δυο καθησυχαστικά λόγια, να με κάνει να ηρεμήσω. Ήρθε. Δεν ξέρω, αλλά μου κόβει τα πόδια όταν τον βλέπω με κοστούμι. Έχει παχύνει κιόλας και μ' αρέσει περισσότερο. Άρχισα να του εξηγώ για τις μέχρι τώρα γνωριμίες μου και πως βάδισαν και που σκάλωναν. Προχθές θυμήθηκε τον Σωτήρη και με ρωτούσε γιατί να μην προχωρήσω την γνωριμία. Του το θύμησα και του εξήγησα: πως όταν θέλουμε να έχουμε κάποια σχέση -γιατί ο άλλος [Σωτήρης] έτσι ονόμαζε την γνωριμία μας- πρέπει να συμμετέχουν δύο και να σέβεται ο ένας τις επιθυμίες του άλλου. "Εγώ δεν γούσταρα να πάω μαζί του απ' την πρώτη συνάντηση. Δεν έπρεπε λοιπόν να σεβαστεί την εξήγηση που κάνω, δηλαδή να περιμένει και θα 'ρθει από μόνο του και το σεξ;". Άρχισε μετά να μου λέει να εκμεταλλευτώ το ραδιόφωνο, προτείνοντάς μου όπου έχω γνωστό d.j. να πίνω το ποτό μου, να κάνω χαβαλέ και ίσως έρθει και η παρέα (κάτι για μένα δηλαδή). Τον ρωτάω αν είμαι άνθρωπος που θα το κάνει. "Τότε γιατί έχεις τα μάτια σου κλειστά και δεν κοιτάς γύρω σου". Έβαλα τα γέλια. "Τότε πως προέκυψαν αυτές οι γνωριμίες; Ήρθαν έτσι ξαφνικά λες; Απλά κοίταξα κι αποφάσισα να μην κλωτσήσω τις ευκαιρίες, άσχετα αν αποδείχθηκαν άχρηστες, μ' εξαίρεση τον Νϊκο...", ο οποίος εδώ που τα λέμε Χριστίνα, εκείνος είχε κάνει κι ένα τηλέφωνο όταν κατέβηκε από Θεσσαλονίκη, μόνο που εγώ δεν του τηλεφώνησα καν, αλλά δεν βαριέσαι. Καλή του ώρα...
"Ε! Δεν μπορώ να κάνω κάτι" μου είπε. "Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να μην χάνεσαι. Να βγαίνουμε που και που, να τα λέμε και φυσικά να 'σαι κοντά μου στα δύσκολα". "Δεν είμαι;", είχε το θράσσος να ρωτήσει. "Πόσες φορές έχουμε κάτσει να συζητήσουμε για μένα; Πόσες φορές σου τηλεφώνησα για συμπαράσταση, για έναν καλό λόγο ν' ακούσω από σενα;". Έσκυψε το κεφάλι γιατί είχα δίκιο. Τι να πει; "Μαρίνα γιατί παίζεις με τις λέξεις; Αφού αλλού είναι το πρόβλημα" μου είπε. "Ναι; Για πες μου;" τον ρώτησα. "Παίζεις με τις λέξεις και δεν λες τι είναι αυτό που πραγματικά έγινε ότι έγινε" μου λέει. "Είναι πολλά: φίλοι, γονείς, σπίτι, δουλειά. Οι φίλοι χαμένοι, οι γονείς σχεδόν "ανύπαρκτοι", ένα σπίτι για τελείωμα, μία δουλειά που πρέπει να μαντεύεις πότε συγκεντρώνεται το προσωπικό." του λέω. "Και κάτι που είναι μια επιθυμία, αλλά δεν γίνεται αληθινή", μου είπε. "Δηλαδή; Εξηγήσέ μου" του ξαναλέω. "Δεν θα ήθελες να κάνουμε μια σχέση;". Γέλασα και μ' έπνιξε το τσιγάρο που με κέρασε. Η κουβέντα σήκωνε τσιγάρο και το πήρα. "Αυτό δεν είναι;" με ρώτησε. "Και θέλεις ν' απαντήσω για το τι θέλω; Έχω ξεκαθαρίσει μέσα μου, πως εσύ είσαι αλλού". Γέλασε. Κι εκεί η κουβέντα πήρε άλλη τροπή. "Μαρίνα ξέρεις ότι δεν μπορώ να κάνω κάτι. Γνωριζόμαστε από μικρά παιδιά, σε ξέρω κι ένας παραπάνω λόγος είναι ο αδερφός σου. Τον σέβομαι. Μου 'χει σταθεί. Κάτι δεν πήγαινε καλά με την Εύα και μ' έβαλε κάτω ο αδερφός σου μου 'πε δυο πράγματα. Τα κατάλαβα, τα βρήκα στην πορεία κι αν δεν με πήρε από κάτω που χώρισα, ήταν χάρη στον Γιάννη. Πως λοιπόν να γίνει κάτι μεταξύ μας;". Δεν περίμενα ν' ανοιχτεί έτσι. Ήταν όμως η σειρά μου να του πω δυο πράγματα: "Έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τότε. Ο Γιάννης έχει αλλάξει και δεν είναι αυτός που θα στραβοκοιτάξει και θα θυμώσει με το αν φλερτάρουμε με κάποιον φίλο του. Τον Γιάννη τον νοιάζει να 'μαι εγώ καλά, να 'χω κάποιον δίπλα μου που να περνώ καλά μαζί του κι ας είναι και φίλος του. Άλλωστε του 'χω πει ότι δεν θα έλεγα καθόλου "όχι" στο να κάνουμε κάτι μαζί, εσύ κι εγώ. Δεν είναι πια τα πράγματα τόσο καχύποπτα όπως τότε. Κι η αλήθεια είναι ότι όταν είμαι μαζί σου αισθάνομαι όμορφα. Μου λες να φύγω, να κάνω ένα ταξίδι για να ηρεμήσω. Δεν έχει νόημα να το κάνω μόνη μου. Πάλι μόνη μου θα είμαι. Έρχεσαι μαζί μου; Μ' ακολουθείς; Όπως θες να χαλαρώσεις και να περάσεις καλά εσύ, θέλω κι εγώ. Και μιας κι ο λόγος για τον Γιάννη, πάμε Ηράκλειο; Να του κάνουμε έκπληξη στα γενέθλιά του;". Περίμενα να μου πει'όχι δεν γίνεται'. Όμως του άρεσε η ιδέα και συμφώνησε να το κάνουμε το ταξίδι. Εκεί χαλάρωσα Χριστίνα μου. Αρκεί τώρα να του δώσει το αφεντικό του την άδεια που δικαιούται, γιατί του 'χει πέσει και δουλειά στο μαγαζί. Τηλεφώνησε και στον Γιάννη, αλλά δεν του είπε τίποτε για την κάθοδο.
Βρήκα και την ευκαιρία να του κάνω στενό μαρκάρισμα του Στράτου. Κάθισα δίπλα του: "Να σε πάρω αγγαλίτσα" του λέω. "Τώρα με φέρνεις σε δύσκολη θέση" μου λέει κι έρχεται κοντά μου. "Γιατί σε φέρνω σε δύσκολη θέση; Δεν θα έπρεπε να είμαστε πιο κοντά εμείς οι δύο και να μην κρατάμε αυτές τις αποστάσεις; Τόσα χρόνια που γνωριζόμαστε;". Δεν μίλησε. Του χάϊδεψα τα μαλλια και του άρεσε. Δεν έμεινε όμως πολύ. Του χτύπησε μηνυμα ένας φίλος του και θα πήγαιναν για ποτό. Ήδη βρισκόταν 2 ώρες στον Ξενώνα. Την ώρα του αποχαιρετισμού του λέω: "Έτσι φεύγεις;". Και τον στριμώχνω στην πόρτα. Του ζήτησα να μ' αγγαλιάσει. "Μαρίνα με δυσκολεύεις" επέμεινε καθώς μ' αγγάλιαζε. "Το δύσκολο θα ήταν να μη με ήξερες" τον έσφιξα και τον φίλησα στον λαιμό. Τον χάίδεψα στην πλάτη φιλικά, τον κοίταξα στα μάτια και του το 'πα: "Σ' αγαπώ πολύ-πολύ". "Κάνεις πιο δύσκολα τα πράγματα" μου είπε την ώρα που άνοιγε την πόρτα. "Διευκολύνω τα πράγματα. Καλά να περάσεις. Τηλεφώνησέ μου". Κι έφυγε.

Σήμερα πια -επόμενη ημέρα, αισθάνομαι περίεργα. Δεν του 'χω στείλει κανένα μήνυμα, δεν του τηλεφώνησα (είναι 15:24 το μεσημέρι πια) και δεν σκοπεύω να το κάνω, ακόμη κι αύριο. Από Δευτέρα και βλέπουμε.

Αυτά ήταν όλα τα καθέκαστα με την φιλενάδα σου. Με τις υγείες μας.

... Λατρεία...



... Λατρεία... Κι όλα ξάφνου περνούσαν απ'το μυαλό, στιγμές, εικόνες, ημέρες, νύχτες, δάκρυα, πόνος, αναμονή, θυσία... Σε κοίταζα και περίμενα έστω ένα τυχαίο βλέμμα! Εξηγούσες την έννοια της λατρείας και περίμενα να δω την ματιά σου, να μου χαϊδέψει έστω και περαστικά, το πρόσωπο... Ήθελα να καταλάβεις πως ότι ένιωθα κάποτε για σένα είχε φτάσει σε αυτό το επίπεδο... Ένα επίπεδο που δεν μπορεί να περιγραφεί, δεν μπορεί να αποδωθεί με λόγια.. Είναι μια αίσθηση που δεν μπορείς να της δώσεις σχήμα, νιώθεις σαν να απλώνεις τα χέρια και δίνεις, απλώνεται σαν αεράκι που να δροσίζει να γεμίζει οξυγόνο την ύπαρξη σου, να υποκλίνεσαι από σεβασμό πως αυτό που λατρεύεις σου δίνει λόγο να υπάρχεις... Υπέρτατη αίσθηση... που το νήμα της μπορεί να κοπεί μέσα σε μια μικρούλα στιγμή και να γυρίσουν όλα στο μηδέν... Μεγάλο το σκαλοπάτι της, μα όταν καταφέρεις και το ανεβείς, όλο σου το είναι, πλέει στην απόλυτη αγαλλίαση, για να δώσεις και να προσφέρεις όλο σου το είναι στην ύπαρξη που αγάπησες και μέρα με τη μέρα τελικά λάτρεψες...

Με ταξίδεψες πάλι;




Χρήστος
Τηλεφώνησες στον ξαδερφό σου τον Χρήστο μου είπες. Ήταν στενοχωρημένος γιατί έτσι που μας έχουν κάνει ένα ταξίδι απ'την Κρήτη μέχρι την Πρέβεζα -κι από κει στο χωριό σας- θέλει πολλά λεφτά, για μια οικογένεια τεσσάρων ατόμων. Επίσης ήταν στενοχωρημένος που η ζωή του δεν του θυμίζει τίποτε απ'τις ανέμελες στιγμές που ζούσατε οι δυο σας στην Αθήνα ή στην πόλη μας, πριν προχωρήσετε την ζωή σας.
"Πόσους κόκκινους διάολους είχαμε πιει", θυμήθηκες.

Κόκκινος διάολος
Εκείνο το κοκτέϊλ όλο λέω να το φτιάξω κι όλο δεν το φτιάχνω. Μου λείπουν υλικά για να φτιάξω τον "κόκκινο διάολο" όπως τον είχες εμπνευστεί εκείνο το καλοκαίρι, που με είχε κάνει λιώμα κι όταν με κρατούσες στην αγγαλιά σου πηγαίνοντας προς το σπίτι σου έλεγα "Κοίτα τ'αστέρια"!.

Μια επίσκεψη μόνο, όπως σήμερα και μια διάθεση να θυμηθείς μικρές στιγμές από ένα περασμένο παρελθόν, είναι αρκετά για να ξανανιώσω την ένταση του καλοκαιριού εκείνου, τότε που γνώρισα και τον Χρήστο και τον... κόκκινο διάολο.
Ο Χρήστος έγινε η συμπαθειά μου, αν και παρέα δεν έτυχε ποτέ να κάνουμε άλλη φορά Πέρσι που πήγαμε τα πιτσιρίκια σου στο χωριό σου είχαμε την ευκαιρία να τον δούμε. Πολύ το χάρηκα. Όπως κι εκεί ανάμεσα στο χωριάτικο σουβλάκι και την παγωμένη μπύρα, είχαν σοβαρέψει τα πρόσωπα και μιλούσαμε για πράγματα καθημερινά, για πράγματα του πως κυλάει η ζωή μας. Τα πιτσιρίκια του Χρήστου και τα δικά σου να φωνάζουν, να παίζουν κυνηγητό ή κρυφτό κι εγώ να βλέπω την εικόνα των 2 ξάδερφων να κάθονται δίπλα δίπλα και να συζητούν. Σοβαρά τα βλέμματα και με διάθεση κριτικής που η σύζυγος δεν ακολουθεί τον σύζυγο. Η γυναίκα του Χρήστου να κοιτάζει εμένα κι εγώ να νιώθω άβολα όταν προσπαθούσα να εξηγήσω τα ανεξήγητα. Οκ, συνοδεύω ως φίλη και όχι τίποτε άλλο. Αλλά δεν είναι όμορφο αυτός ο ρόλος να μετατρέπετε σε στόχο για κουτσομπολιό. Οι θείες τριγύρω να με βλέπουν με μετρημένη συμπάθεια πλέον σε σχέση με το προηγούμενο καλοκαίρι, αλλά αυτό το περσινό λες και είχε ποτίσει με δηλητήριο το μέσα μου. Το ένιωσα και δεν ήταν όμορφο να νιώθεις την κριτική που σιγομουρμουρίζουν οι συγγένισσες όσο ανοιχτόμυαλες κι αν είναι.

Έχεις σύζυγο κι οφείλει να σε συνοδεύει. Το μια φορά να μην το κάνει, λες "οκ", την δεύτερη φορά όμως αρχίζουν οι ψίθυροι και είμαι σίγουρη πως αν υπήρχε τρίτη θα ήταν κριτική. Πίστευψέ με αν υπήρχε η περίπτωση να επαναληφθεί τα πιτσιρίκια να πάνε διακοπές στο χωριό σου, δεν θα σας συνόδευα. Την απόφαση την είχα πάρει. Δεν ήθελα να αισθανθώ τόσο άσχημα όσο πέρσι. Δεν στο έδειξα. Αλλά το βράδυ στο δωματιό μου εγώ έκλαιγα. Ένιωθα τους ψίθυρους να περιτυλίγονται γύρω μου και δεν μπορούσα να κάνω κάτι. Φορούσα το καλό μου το χαμόγελο κι έκανα υπομονή μέχρι την ώρα της επιστροφής! Αυτή την αίσθηση δεν θα ήθελα να την ξανανιώσω. Δύο συνεχόμενα καλοκαίρια να έρχομαι μαζί σας και η σύζυγος να μένει πίσω για επαγγελματικούς λόγους όπως ισχυριζόταν η ίδια, ήταν υπεραρκετά για να έχουν τροφή για κουτσομπολιό οι θειές σου.
Δεν μπορώ πλέον να δεχθώ το γεγονός η γυναίκα σου να πηγαίνει παντού -να γυρνάει όλη σχεδόν την χώρα- χωρίς προβλήματα κι όταν πρόκειτε για το δικό σου χωριό να την πιάνει ναυτία. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να συζητήσετε. Το καθήκον μου ως φίλη το έκανα δυο φορές, τριτή φορά δεν θα το κάνω. Είναι σειρά να πάρει την θέση της η γυναίκα σου και να σκεφτεί πως οι γονείς σου δεν είναι μόνο να έρχονται όποτε τους τηλεφωνεί και νιώθει μπουκωμένη για να κάνει τις βόλτες της. Έχει και μια υποχρέωση εδώ που τα λέμε απέναντί τους, είναι πεθερικά της. Αν αυτό δεν της λέει κάτι, μήπως πρέπει να της το υπενθυμίζεις;

20




20! Πως πέρασαν αλήθεια τόσα χρόνια; Κι εγώ καμιά φορά που προσπαθώ να φέρω στην μνήμη μου μια στιγμή από κείνα τα χρόνια, φαντάζει σαν να πέρασαν μόνο μερικά από αυτά. Πόσο μακρινή δείχνει η εποχή με αυτό το 20. Ήταν όσο τα χρόνια μας τότε: εσύ να πλησιάζεις τα 20 κι εγώ 20 και κάτι παραπάνω. Τέτοια εποχή ήταν, που μαζέψαμε τα μπογαλάκια μας και πήγαμε διακοπές μαζί με τον αδερφό μου που τις είχε κανονίσει βεβαίως. Φανταζόμουν ότι δεν θα υπήρχε κάτι το ενδιαφέρον. Απλά θα πηγαίναμε, θα κάναμε τα μπάνια μας, θα βγαίναμε για καφέ και ποτό κι αυτό μόνο. Που να φανταζόμουν ότι οι διακοπές αυτές θα τραβούσαν διαφορετικά. Που από μια τυπική φιλία, θα εξελισσόταν σε ένα παιχνίδι συναισθημάτων, ανύμποροι να υποψιαστούμε ότι όλο αυτό το παιχνίδι γινόταν από αγάπη. Ήταν όλα τόσο ξαφνικά κι αναπάντεχα που αυτό που ένιωθε η καρδιά μας αρνιόμασταν να το δούμε. Δεν τολμούσαμε να πούμε την αλήθειά μας! Μας τρόμαζε! Αυτή η σπίθα της αγάπης που δημιουργείτε σε νεαρή ηλικία είναι τόσο αναπάντεχη που δεν ξέρεις πως να την ερμηνεύσεις. Εσύ χαμένος στο αδιέξοδό σου κι εγώ να προσπαθώ να κρατηθώ από αυτή. Γιατί ήξερα ότι βαθιά μέσα μου σε είχα αγαπήσει απ'την πρώτη στιγμή των διακοπών μας. Δεν θα ξεχάσω αυτό το μοναδικό σκίρτημα στο πρώτο σου επίμονο βλέμμα επάνω μου. Κι αυτή η σπίθα ήρθε και αναζοπύρωσε την καμμένη μου ύπαρξη που νόμιζα πως αγαπούσα κάποιον άλλον, με μια αγάπη χωρίς αντίκρυσμα. Νόμιζα πως αγαπούσα κι ότι εκείνος με πρόδωσε όταν προχώρησε την ζωή του. Τι ανόητη που ήμουν! Τώρα πια με την εμπειρία αυτών των 20 επιπλέον χρόνων όλο αυτό φαντάζει τόσο ψεύτικο. Προσπαθούσα να κάνω αληθινό έναν εφηβικό έρωτα, εντελώς πλατωνικό και μονόπλευρο. Και ήρθες ξαφνικά εσύ. Εκεί μέσα στην αναμπουμπούλα μου, που έχασα εκείνον τον εφηβικό έρωτα, ανακάλυψα την πραγματική αγάπη σε αυτόν που ποτέ δεν φανταζόμουν ότι θα ερχόταν η στιγμή που θα βρισκόμασταν παρέα 24 ώρες το 24ωρο. Χα! Να'το πάλι το 20!
Αλήθεια στο λέω, αναπολώ έντονα εκείνες τις διακοπές και μάλιστα όταν είναι στα τέλη του Ιούλη με τις πρώτες μέρες του Αυγούστου, τρελένομαι. Νιώθω τον εαυτό μου έξω απ'τα νερά του. Φαντάσου πόσο πολύ με σημάδεψαν εκείνες οι μέρες. Ειλικρινά θα ήθελα να γυρνούσε ο χρόνος πίσω και να τις ξαναζούσα. Να ζούσα το κάθε λεπτό της ώρας, την κάθε ματιά, το κάθε άγγιγμα, την κάθε αγγαλιά, να ζούσα εκείνο το βράδυ στην παραλία και πάλι, να νιώθω να οσμίζεσαι τα μαλλιά μου και να μου κρατάς σφιχτά το χέρι, δίνοντας μου έτσι δύναμη να δω πως η ζωή δεν αξίζει να χαραμίζεται σε άπιαστα όνειρα. Μακάρι να γινόταν...

20 χρόνια μετά... Μας τα έφερε έτσι η ζωή που τελικά απ'όλο αυτό έμεινε μια ζεστή φιλία. Εσύ παντρεύτηκες το έρωτα της ζωής σου. Το κορίτσι που τότε έφυγε από σένα για να προχωρήσει για λίγο την ζωή της με άλλον που εκείνος της χάριζε την ασφάλεια και την σιγουριά για το μέλλον, ενώ εσύ τι ήσουν; Ένα παιδαρέλι που απλά τότε κοιτούσε να περνάει καλά (όπως εκείνη νόμιζε), αλλά τα έφερε πάλι έτσι η ζωή, να βρεθείτε και πάλι μετά από πολλά χρόνια και τώρα πλέον να έχετε κάνει το δικό σας σπίτι και οικογένεια. Εγώ; Προχώρησα κι εγώ την ζωή μου παράλληλα με σένα. Σκόνταψα πολλές φορές. Η απόρριψη είχε κατσικωθεί στην πλάτη μου και πλέον άρχισε να με φοβίζει ο τίτλος της "γεροντοκόρης". Περνούσαν και τα χρόνια βλέπεις! Η εμμονή μου σε εκείνον τον παλιό "έρωτα" μου κόστισε τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου, απ'την άλλη αν δεν ήταν κι αυτός ίσως να μην είχα γνωρίσει την πραγματική αγάπη. Εκείνη που σε καίει κάθε ώρα και λεπτό, εκείνη που σε κάνει να λιώνεις στην σκέψη και μόνο εκείνου που αγαπάς. Σε ερωτεύτηκα με την ψυχή μου! Τελικά κάποιος υπήρχε να περιμένει και μένα και τελικά κάναμε και το δικό μας σπιτικό, άσχετα αν η μοίρα δεν θέλησε να μεγαλώσει το "σπιτικό" μας.

Τελικά μέσα σε αυτή την 20ετία η ζωή μας άλλαξε. Ευτυχώς που δεν αφήσαμε να γκρεμιστεί η σχέση εμπιστοσύνης που δημιουργήσαμε μέσα από πόνο. Δεν ξέρω για σένα, αλλά στην πορεία αυτή των 20 χρόνων, πονούσα κάθε φορά που πονούσες, που μια σχέση σου δεν πήγαινε καλά, που ένιωθες να σε παραγκωνίζουν, που δεν σε καταλάβαιναν οι γονείς σου και είχαν πάντα άποψη για κάθε σχέση σου και που τελικά ακόμη κι εγώ είχα μπει στο στόχαστρο. Ποτέ δεν περίμενα ότι θα με εξίσωναν τότε με την οποιαδήποτε σχέση, όταν εγώ στεκόμουν πλάι σου, την στιγμή που ήθελες έναν ώμο να κλάψεις. Αλλά τελικά ήρθε η επιβράβευση όταν δεν το περίμενα και ειλικρινά ξαφνιάστηκα. "Μαρίνα, σ'ευχαριστώ που προσέχεις τον γιο μου όλα αυτά τα χρόνια", ήταν η κουβέντα της μάνας σου όταν πήγα να την αποχαιρετήσω την επόμενη μέρα που φεύγαμε απ'το χωριό σου πέρσι που πήγαμε τα πιτσιρίκια σου για τις διακοπές τους εκεί. Και τι άλλο πια να θυμηθώ από αυτές τις καλοκαιρινές μας εκδρομές τα 2-3 τελευταία χρόνια! Τις εξομολογήσεις μας για το τι συνέβαινε στα "σπίτια" μας, τα ουζάκια στην παραλία της Πρεβέζας, τον συγγραφικό οίστρο πλάθοντας ιστορίες που τελικά ποτέ δεν φτιάξαμε, τις παιδιάστικες διαθέσεις μας... Εκδρομές που με έκαναν να φορτώνω μπαταρίες και να νιώθω ότι ο χρόνος κάπου σταμάτησε και σε έφερνε κοντά μου να περάσω λίγο ξένοιαστα απ'την πνιγερή πραγματικότητά μου. 

Θέλω να πιστεύω ότι στα επόμενα 20 χρόνια θα βρεθούν κι άλλες στιγμές να ζήσουμε και ίσως κάποια στιγμή στα χρόνια που θα περάσουν να επαναλάβουμε και πάλι εκείνες τις διακοπές, να νιώσουμε και πάλι νέοι, να νιώσουμε ότι η ζωή μπορεί να είναι όμορφη χωρίς τις έγνοιες της καθημερινότητας.

Σκέψεις χαμένες...




Θέλω να γράψω, αλλά δεν ξέρω τι! Η ζωή μου, μου περιορίζει την δυνατότητα να αφήνω την σκέψη μου να ταξιδεύει ή να κάνει την ανακατανομή της ώστε πολλές εικόνες κι αναμνήσεις να μπουν στην ανάλογη χρονολογική σειρά. Το μόνο που μου μένει όταν το σώμα χαλαρώνει αργά το βράδυ που ξαπλώνω να κοιμηθώ, είναι να πιέζω την σκέψη μου να γυρίσει στο παρελθόν. Να ξυπνήσω και να βρίσκομαι εκεί. Προσπαθώ ακόμη να μου δώσω τον ανάλογο προσανατολισμό: το σημείο που ήταν παλιά το κρεββάτι μου στο πατρικό μου από κάτω, η αίσθηση του δωματίου που ήταν σαν δικό μου, η βιβλιοθήκη να στέκεται απέναντί μου γεμάτη βιβλία και πάνω από αυτά δεκάδες σημειώσεις κι άλλα βιβλία, η τηλεόραση πάνω στο ψυγείο και το λαμπάκι που φώτιζε τα βράδια το δωμάτιο να δίνει την αίσθηση της ασφάλειας. Πιέζω το μυαλό μου να φέρει στην επιφάνεια μια έντονη ανάμνηση που θα με κάνει να την ξαναζήσω την ημέρα που ξημερώνει, αλλά τελικά... με βρίσκω στο τωρινό μου υπνοδωμάτιο, με τον σύζυγο δίπλα να ροχαλίζει και να ξεφυσάει, το λαμπάκι στο πορτατίφ να δίνει την ασφάλεια του και η τηλεόραση να είναι στο δικό της ντουλάπι στην ντουλάπα και το καλώδιο με τα ακουστικά να κρέμεται, ενώ είναι ανοιχτή σε κανάλι που παίζει μουσικά βίντεο απ'το παρελθόν. Κι έτσι το πρωινό μου ξύπνημα μετά από αρκετή πίεση του μυαλού με βρίσκει να κοιτάζω ένα βίντεο απ'τα παλιά εκεί στην τηλεόραση χωρίς να έχω τον ήχο στα αυτιά μου. Ο λήθαργος του ξύπνιου δεν μου δίνει την δύναμη να απλώσω το χέρι να βάλω τα ακουστικά στ'αυτιά. Ίσως γιατί το μυαλό πλέον όσο και να πιέστηκε το βράδυ, δεν είναι σε διάθεση να παίξει με τα δικά μου παιχνίδια του μυαλού.

Oh, baby, baby, it's a wild world... ντούρου ντούρου ντούρου!!!

Αυτό που έχω να θυμάμαι απ' τις ώρες της επιστροφής μας απ'την σύντομη εκδρομή μας και πολύ έντονα μάλιστα, ήταν το πόσο διασκεδάσαμε για λίγο την ερμηνεία ενός αγαπημένου ρέγκε κομματιού απ'τα παλιά. Βαλθήκαμε να τραγουδάμε δυνατά τα λόγια του ρεφρέν και να κάνουμε επίσης την μουσική γέφυρα από στίχο σε στίχο! Γελάσαμε πολύ, παλιμπεδίσαμε για όσο κράτησε το τραγούδι και ήταν μια στιγμή από εκείνες τις μικρές που απλά χαράζονται στην μνήμη και μένουν τόσο όσο όταν τις θυμάσαι να χαμογελάς συνέχεια.